Δεν ξέρω αν ψήνεστε να διαβάζετε για το πώς πέρασαν άλλοι στις διακοπές τους. Σας καταλαβαίνω αν δεν , ούτε κι εγώ πολυδιαβάζω κάτι τέτοια. Οπότε μείνετε σε τούτες εδώ τις γραμμές και μην προχωράτε παρακάτω δεν εγγυώμαι ότι δεν θα σπαταλήσω το χρόνο σας.   

Αλλά σε κάθε περίπτωση ορισμένα πράγματα είναι καλές εμπειρίες κι έχει πλάκα να τις μοιράζεσαι. Άσε που -εγώ δηλαδή – έχεις και κάτι να κάνεις ένα Σάββατο απόγευμα που αράζεις. Άσε που μπορείς κι εσύ -τώρα μιλάμε για σένα – να ψηθείς και να σηκωθείς να πας Βαρκελώνη με το παρεάκι σου, και να περάσεις τούφα να πούμε και τίποτα απ’όλ’αυτά δεν θα είχε συμβεί αν δεν είχες διαβάσει ένα κειμενάκι στο βλογ κάποιου. Οπότε συνεχίστε να διαβάζετε και τις παρακάτω γραμμές ίσως να σας βγει σε καλό.

Που λέτε, ο R5 βαριέται τα μουσεία, και τα τοπία και τις τοπικές σπεσιαλιτέ. Να με συγχωρούν οι τουριστικοί πράκτορες (τους οποίους βαριέμαι επίσης και παραπέρα νομίζω ότι είναι υπερτιμημένη η «προσφορά» τους στην υπόθεση ταξίδια) , τα Υπουργεία Τουρισμού κλπ. αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατό να βγάλεις το οποιοδήποτε συμπέρασμα από το οποιοδήποτε μουσείο ας πούμε. Δηλαδή βλέπεις ένα άγαλμα ή ένα πίνακα, εντάξει; Και λες ξερωγώ «Μμμ ωραίος πίνακας». Και τί παναπεί «ωραίος» δηλαδή; Τα χρώματα; Το εικαζόμενο; Η τεχνοτροπία του καλλιτέχνη; Άμα δεν έχεις παιδεία για το θέμα δε νιώθεις (με νιώθεις;). Και μετά πώς δηλαδή να σου κατέβουν ιδέες, να σου προκύψουν συναισθήματα με καμμιά εκατοντάδα ακόμα τουρίστες, που τα πόδια τους πονάνε – γιατί μέσα σε τρεις μέρες ΠΡΕΠΕΙ να τα δούνε όλα μ’αυτά τα τουριστικά βρωμοπραχτορεία εκεί πού’ χουνε μπλέξει – και σέρνονται στους διαδρόμους; Άσε που δεν σ’άφήνουν να καπνίσεις, να πιείς κι έτσι. Και με τα τοπία το ίδιο -«ωραία θέα». Αμ η θέα είναι ωραία άμα είσαι αραχτός και ξεχνιέσαι. Όχι άμα σκέφτεσαι να προλάβεις το μετρό για πίσω.

Εντάξει.. Πήγα στο μουσείο του Πικάσσο. Βρεθήκαμε εκεί με μια συντροφούλα (γειά σου Δανάη!) που στα ίσα τη ρώτησα πες μου ΕΝΑ μουσείο που να αξίζει γενικώς τον κόπο να πάω – κι αφού εν τάχει της εξήγ\ησα το θέμα μουσεία – R5 (σημειώσατε 2). Και μας έστειλε εκεί. Τώρα επειδή εμένα μ’αρέσει η ζωγραφική , κι αν θες να ξέρεις 6 χρόνια στο δημοτικό έκανα μαθήματα σχέδιο, ακουαρέλλα , λάδι, κάρβουνο , με βαρυά καρδιά πήγα που λέτε αλλά, εντάξει, αν βρεθείτε κάπου ‘κει αξίζει τον κόπο. Δεν πρόκειται για έκθεση των σουξέ του καλλιτέχνου βασικά κάποια πρωτόλεια σχέδιά του έχει από το 1892 π.χ. έργα που είχε κάνει το διάστημα που ζούσε στη Βαρκελώνη. Δεν θα τη χαρακτήριζα ως έκθεση λέω, ενδειχτική της σημασίας του Πικάσσο για τη σύγχρονη τέχνη, πάντως Πικάσσο δεν βλέπεις κάθε μέρα. Ίσως περισσότερο ενδιαφέρον να είχε το μουσείο του Joan Miro – η έτερη καταλανή φίρμα της ζωγραφικής. Άλλη τεχνοτροπία εκείνος,  είναι περισσότερο «λαϊκός» καλλιτέχνης στην αρχική του περίοδο, χωρίς να είναι και Ριβέρα βέβαια, συνιστά μια «μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη που δεν μπορεί έυκολα να κατηγοριοποιηθεί. Ήταν φίλος με τους σουρρεαλιστές – τον Elyard βασικά , έμαθε το κολλάζ από τον Tristan Tzara, και έκανε αφίσσες για τους δημοκρατικούς στον εμφύλιο, για το PSUC μετά τη νομιμοποίησή του ενώ έζησε χρόνια στη Γαλλία πολιτικός εξόριστος. Την επόμενη φορά…    

Έτσι που λέτε. Πιο πολύ γουστάρω να περπατάω. Δρόμοι, κίνηση, αφίσσες, βιτρίνες, γκράφφιτι, καταλήψεις σπιτιών, Πακιστανοί, Κινέζοι, παπατζήδες, καλλιτέχνες του δρόμου, φρικάκια, γκομενάρες, τα γραφεία του ΚΚΚαταλωνίας, πλατείες παντού, σταθμοί του μετρό, θάλασσα, δρόμοι με τραγουδιστά ονόματα. Τέτοια.

Η γειτονιά της Raval ας πούμε. Προχωράς μέρα μεσημέρι – προφανώς χωρίς προορισμό – και δίπλα στις μανάδες που κουβαλούν τα ψώνια, τα αλάνια με τα skateboard και τους Μαροκινούς με τις κελεμπίες είναι οι νταβάδες με το «εμπόρευμα».»Chico» και «chico» μας είχαν τα κορίτσια, τί να κάνεις, μπουρδελότσαρκα προέκυψε η βόλτα και ντάλα μεσημέρι μάλιστα. Πέρα απ’αυτό βέβαια – πάντως εγώ σας τό’πα, αν τυχόν πάτε με το αμόρε κατά’κει κάν’τε τα κουμάντα σας – η γειτονιά αυτή έχει γενικά ένα αέρα προλεταριακό και αλήτικο. Όχι «αλήτικο» με κάποια χαριτωμένη κι ακίνδυνη έννοια. Αν τα μπουρδέλα δεν σας πείθουν, τί σας λένε οι εμποράκοι, επίσης με τον ήλιο ψηλά να σε ψήνουν για «χατσίς» και μαριχουάνα; Κι αν δεν σας ψήνουν ούτε αυτά -επαναλαμβάνω μιλάμε για μέρα- τη νύχτα τα πράγματα είναι περίπου walk on the wild side. Εκείνες τις ώρες δεν βλέπεις γύρω καθησυχαστικές φάτσες. Ούτε καθησυχαστικά μαγαζιά, αυτοκίνητα, τουρίστες και τέτοια. Κανά περιπολικό ίσως. Και παρέες ζόρικες με ανοιγμένα μπουκάλια, άστεγους να κοιμούνται στα απόμερα δρομάκια, μαγαζιά-αυστηρά-για-μετανάστες (αφρικανούς κυρίως). Η Raval είναι το παλιό 5ο Διαμέρισμα , γειτονιά που πρωτοστάτησε το ’36. Εγκαταλειμένη γενικώς, πλασάρεται για γραφική αλλά δεν είναι τουριστικός κόμβος εδώ που τα λέμε -εκτός κι η ανθρωπογεωγραφία είναι η φάση σας. Εκεί επίσης στήνουν συναυλίες και οι Ojos de Brujo και γενικά η σχετική σκηνή της Βαρκελώνης. Όχι δεν πέτυχα κάτι, παρά μόνο τον αέρα του πολυεθνικού εργατομαχαλά που ζωγραφίζουν με τη μουσική τους τα άτομα.

Μου άρεσε δηλαδή εκεί πέρα.

Από την άλλη το Barri Gotic κι η Ciutat Vella -από την άλλη πλευρά αριστερά όπως κατεβαίνεις τη Rampla για τη θάλασσα – είναι πιο user friendly. Είναι άλλος ο αέρας που σου δίνει αυτή η μεσαιωνική γειτονιά, αλλά για να λέμε την αλήθεια είναι τόσα τα μαγαζιά κάθε είδους που λειτουργούν στα ισόγεια που δύσκολα μπαίνεις σε τριπάκι -το πρωϊ. Γιατί το βράδυ η φάση είναι αλλιώς.

Νightlife in Barcelona: βγάζω το καπέλο,  δεν υπάρχει περίπτωση να πλήξεις. Κατ’αρχήν τα μπαράκια είναι μπαράκια – κανονικά, με τη μουσικούλα τις φάτσες, τα ποτά τους, κομπλέ. Κάμποσα έχουν και χαρακτήρα κι αν είστε τυχεροί μπορεί να πετύχετε και τον Tonino Carrotone άμα λάχει στο «Bahia» . Με τον οποίο συνεννοήθηκα άψογα στα καταλανικά μια και ξέραμε κι οι δυο τη λέξη -κλειδί μαλάκας. (ναι ρε!). Γενικώς , μολονότι εγώ φαντάστηκα ότι θ’ακούγαμε ό,τι νά’ναι οι τύποι παίζουν το σύγχρονο ήχο που ακούμε και δαμέ, παναπεί James (fuck!), Winehouse, Black Rebel, Cave, Iggy καταλαβαίνετε τί εννοώ. Και μετά τα ποτά είναι φτηνά, φτηνότερα από τη μεγάλη φτωχομάνα σίγουρα. Επίσης υπάρχουν και εξειδικευμένα μέρη, για τους φαν της ska/reggae, soul, rumba – dub, garage.

Το καλύτερο όμως είναι ότι οι δρόμοι ρε σεις είναι γεμάτοι ζωή: ένα βράδυ γυρνάμε κι ακούμε μουσική στον Καθεδρικό ναό της παλιάς πόλης. Ακολουθούμε τον ήχο και φτάνουμε σε μια πλατεία όπου υπάρχει μια μικροφωνική και κάτι τυπάδες που παίζουν παραδοσιακά ντόπια τραγούδια. Χωρίς στολές και τουριστάδικο φολκλόρ. Η πλειοψηφία των μαζωμένων ήταν ντόπιοι και χορεύαν στη μουσική – κάτι όμορφα αντικρυστά και κάτι κυκλικούς χορούς. Σπάζεσαι που δεν μπορείς να συμμετάσχεις! 

Ή ένα άλλο βράδυ στη Gracia – στη γειτονιά με τα κτίρια του Gaudi  – όπου έχει σε μια πλατείτσα πάλι λαιβ μια κίνηση αναρχοκάπως, για μια πρωτοβουλία που’χαν κάνει οι τύποι (μια ρεφορμιστική χαζομάρα εδώ που τα λέμε, οικολογικοτέτοια) να γυρίσουν την Καταλωνία με ποδήλατο. Κατέβαιναν απ’τα σπίτια τους οι ντόπιοι συναντιούνταν στην πλατεία, ψιλοακούγανε, ψιλοσυμμετείχαν, πίναν.

Συγκρίνεις τώρα με τις γειτονιές τις δικές σου που θυμίζουν κηδεία -για τις πλατείες μιλάω όχι για τα τραπεζοκαθίσματα και τις ντηζανιές του κώλου  – και μελαγχολείς. Όχι γιατί δεν γίνονται πράγματα. Αλλά γιατί σε ότι γίνεται ο κόσμος δεν συμμετέχει. Δεν τό’χει να βρεθεί με τον άλλο. Τηλεόραση, «ρεστωράν», φραπές με νταπα ντούπα και Γιουροβίζιον, μπάλλα στην τηλεόραση (δυο φορές στην ίδια φράση η λέξη «τηλεόραση», είναι μάστιγα η λεξιπενία λέμε.)

(Πάλι μεγάλο μου βγήκε.Δεν θα προλάβω να πω ούτε για το φαγητό, ούτε για τα βιβλιοπωλεία που έψαχνα πράμα για το Guerra Civil και μου πρότειναν το βιβλίο του Hugh Thomas – πως και δεν μου είπαν να ψάξω σε μπλογκ! – ούτε για τη Sagrada Famillia ή το θρυλικό Hospitalet του ’36).

Άφησα ακάλυπτο το memorias perdias – χαμένες μνήμες του τίτλου. Πάει το μυαλό σας που το πάω, και όχι δεν γίνεται κανένας πανικός στη Βαρκελώνη του 2008 για τα καλοκαίρια του ’36. Όχι ότι υπάρχει και άκρα του τάφου σιωπή..Η σημερινή Generalitat έχει στήσει ένα ίδρυμα για τη Memoria Republicana και όλο και κάτι σκαρώνει, καμμιά έκθεση για τους βομβαρδισμούς του ’38 στο μετρό ας πούμε, ή για το θέατρο τις μέρες του εμφυλίου. Αλλά, αν τα βιβσημάδια...λιοπωλεία, η ανυπαρξία μνημείων και τα υπαίθρια παζάρια αρκούν για να δώσουν εικόνα η μνήμη της Πασσιονάρια και του Κομπαινς είναι κρυμμένη από τον επισκέπτη.

Υπάρχουν κάμποσες διαφημιστικές πινακίδες δηλαδή που κρύβουν κάποιους τοίχους που είχαν γίνει σουρωτήρι από τις σφαίρες. Εκτός από αυτόν εδώ, για τον οποίο δεν θα δείτε σε κανένα τουριστικό οδηγό, ούτε ξέρω πως λένε την πλατεϊτσα που βρίσκεται, παρά μόνο έπεσα πάνω του ένα βράδυ κατά τις 3μιση – 4 και στα πόδια του κοιμόντουσαν οι κλοσάρ. Αν σταθείς όρθιος πάνω του θα δεις ότι οι τρύπες είναι στο ύψος του ανθρώπινου σώματος.

Τέλος. Αν σας μείνει κάτι απ’αυτό το κειμενάκι ας είναι, λέω,  ένα ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ τραγούδι που ακούσα σ’ένα μπαράκι αμέσως μετά από ένα κομμάτι των Smiths.

Salud!

( Camaron de la Isla – La Leyenda del Tiempo, πρόκειται για ποίημα του Lorca)

ησυχία τάξη κι ασφάλεια Είμαστε λοιπόν στα 1939. Η Βαρκελώνη έχει σκύψει -προδομένη -το κεφάλι στο Φράνκο και το πατρίς θρησκεία οικογένεια. Ύστερα από 3 χρόνια με την εκκλησία στην ημιπαρανομία και τα καστιγιάνικα σύμβολα καμμένα, σπασμένα, ή σαπισμένα σε μπαούλα και υπόγεια η «εθνική ομοψυχία» αποκαθίσταται. Λέμε..

Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου είδαμε ότι η Barca είχε ένα πιο περιθωριακό ρόλο. Λογικά. Όχι ωστόσο ότι έμεινε στην απόξω: είπαμε ο συμβολικός αόρατος στρατός. Η ομάδα έκανε περιοδείες στην Ευρώπη και την Αμερική προπαγανδίζοντας τη δημοκρατική κυβέρνηση και συμβάλλοντας στη ανάπτυξη κινήματος αλληλεγγύης. Όχι ανενόχλητη βέβαια: ο Μονταλμπάν αναφέρει «τζεϊμσμποντίστικες» απόπειρες απαγωγής παικτών της Barca με σκοπό να επιστρέψουν στη φρανκική Ισπανία. Την ίδια περίοδο η μισητή ( τη φουκαριάρα!) Espanyol βλέπει την περιουσία της να κατάσχεται, τα στελέχη της να συλλαμβάνονται από τις διάφορες «τσεκα» της Βαρκελώνης και να εκτελούνται στο λόφο του Tibidabo. O καταλανισμός μασκαρεύεται πίσω από την επανάσταση (εδώ που τα λέμε: τί νόημα έχει αλήθεια να απαγορεύεις στην ουσία, μια ποδοσφαιρική ομάδα;).

Πάντως μ’αυτά και μ’εκείνα, τα σύμβολα είναι μεγάλη υπόθεση. Αν ο κόσμος τα πιστεύει δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα είναι , ουσιαστική αλλά μικρή. Σε περιόδους πολέμου δε, ξέχασέ το. Όσο μυαλό είχαν εκείνοι που σκότωναν τους παράγοντες της Espanyol άλλο τόσο -και λιγότερο, ένεκα φασίστες -είχαν και οι νικητές του εμφυλίου. Η πρώτη σκέψη τους ήταν να κάνουν το γήπεδο της Barca στρατόπεδο για τα τεθωρακισμένα. Η επόμενη να ρίξουν την ομάδα στη Β΄εθνική. [Τώρα που το σκέφτομαι υπήρχε ένα νόημα σ’όλ’αυτά: οι ηττημένοι έπρεπε να είναι τέτοιοι παντού.]

Τίποτα απ’όλ’αυτά δεν έγινε. Το ποδόσφαιρο είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Και ο καταλανισμός το ίδιο –εδώ ολόκληρη Κομιντέρνα λέμε, και δέχτηκε ως αυτοτελές κόμμα το PSUC/ το ΚΚ στην Καταλωνία στην 3η Διεθνή.. Οι λέξεις φασίστας και ηλίθιος δεν ταυτίζονται σε όλες τις περιπτώσεις.  

Στη Βαρκελώνη μαζεύονται κατά χιλιάδες οι πρόσφυγες του εμφυλίου. Εξαθλιωμένοι χωριάτες, χήρες, ορφανά (θυμάστε τη «Βιριδιάνα»;  ) , όσοι προλετάριοι «τόλμησαν» να σηκώσουν κεφάλι τα προηγούμενα χρόνια, μαζεύονται στην ερειπωμένη από τους βομβαρδισμούς πόλη να γλητταυτώσουν από τα «τυχαία» πυρά των περιπόλων των νικητών, και την πείνα. Κάπου πρέπει να μείνουν. Κι επίσης, ο καπιταλισμός πρέπει ν’αρχίσει να δουλεύει -τόσο αίμα χύθηκε μέχρι να στηθεί στα πόδια του. Αρχές της δεκαετίας του ’50 ανοίγει το πρώτο εργοστάσιο της SEAT.

H Barcelona F.C. γνωρίζει μέρες δόξας στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Πολύ δυνατή ομάδα, σαρώνει στα τρόπαια με ηγέτη τον εμβληματικό Ούγγρο Ladislau Kubala. Δώσ’τε βάση: ο τυπάς είναι ένας προσφυγάκος από τον «κομμουνιστικό τρόμο» της Ουγγαρίας -μιλάμε τώρα κάμποσα χρόνια πριν το ’56. Το καθεστώς πανηγυρίζει: τούτος ο δραπέτης του σταλινισμού, ηγέτης της ομάδας της κόκκινης Βαρκελώνης – τί άλλο να θελήσουν; Εν τω μεταξύ, οι πρόσφυγες που πυκνώνουν τις γειτονιές και τα περίχωρα της Βαρκελώνης στοιβάζονται σε χιλιάδες -κυριολεκτικά -φτηνές εργατιές κατοικίες, στις νέες γειτονιές της Badalona, της Sta Colonna  και της Raval. Όργιο κατασκευαστικό, που περιποιεί τιμή στο φασιστικό καθεστώς που «μεριμνεί» για τη στέγαση των θιυμάτων του. Και, ξέρετε οι εργολάβοι αυτοί ΔΕΝ ήταν όλοι τους καστιγιάνοι. Οι περισσότεροι ήταν καταλανοί, και -σωστά μαντέψατε -πολλοί απ’αυτούς παράγοντες της ομάδας – σύμβολο..

Ορισμένα πράγματα δηλαδή δεν είναι καθόλου τυχαία: τη δεκαετία του ’50 η ομάδα χρειάζεται καινούργιο γήπεδο. Αγοράζουν το χώρο και ξεκινάν το χτίσιμο. Κάποιοι ενθουσιώδεις στο Σύλλογο σκέφτονται να τ’ονομάσουν με τ’όνομα του ιδρυτή της ομάδας Joan Gamber. Ο Ισπανός Ασλανίδης, ο απίθανος στρατηγός Μοσκαρντό – που συνέδεσε το όνομά του με μεγάλα κατορθώματα του φασιστικού στρατού στον εμφύλιο (χωριά ολόκληρα ξήλωσαν τα παλικάρια του) – ευγενικά διαμηνύει στο Σύλλογο να το ξεχάσουν: ένας Ελβετός (ξένος), άθεος (κι όχι καθολικός ), μασσόνος που , ακόμα χειρότερα, πολιτογραφήθηκε Καταλανός -κι όχι «Ισπανός». Αν θέλαν να το βγάλουν στάδιο Λένιν ίσως τα πράγματα να ήταν πιο απλά.. Οι καλοί Καταλανοί παράγοντες αποφάσισαν ότι δεν πολυαξίζει δα τον κόπο να σηκώσουν τα λάβαρα της αντίστασης. Σιγά τώρα μια ταπείνωση ακόμα, τί έγινε; Το στάδιο ονομάστηκε με το άχρωμο Nou Camp «Νέο Γήπεδο» κι έξω από την πόρτα..   

Λίγο πριν είχε γίνει και το διαβόητο σκάνδαλο ΝτιΣτέφανο: ο Αργεντίνος παιχταράς που τον τσάκωσαν οι Καταλανοί, τον έφεραν στη Βαρκελώνη, και ο νικητής Bernabeu τους τον άρπαξε για λόγους εθνικού συμφέροντος. Το ίδιο σεναριάκι με τον Κούδα -μείον τους βαρύτερους συμβολισμούς. Η Real έγινε το ποδοσφαιρικό σύμβολο του Φρανκισμού σαρώνοντας τα πρωταθλητριών τη δεκαετία του ’50 κι η πτωχή πλην τίμια Barca έμεινε να κοιτάει από μακρυά.

Η δεκαετία του ’60 μπαίνει: σε μια πλατεία της Μαδρίτης, την ωρά που ο εργάτης πίνει τον καφέ του σκοτώνουν οι φασίστες τον – Καταλανό – Julien Grimau ( μέλος του Π.Γ. του ΚΚΙσπανίας) αλλά η Βαρκελώνη γνωρίζει μέρες δόξας με τον προπονηταρά- εφευρέτη του κατενάτσιο Ελένιο Ερρέρα. Σιγά σιγά βέβαια ο κόσμος αρχίζει να αντιδράει πιο αποφασιστικά ενάντια στο φρανκισμό, η χούντα κλείνει κάθε λίγο τα Πανεπιστήμια της Βαρκελώνης για να φράξει την «επαναστατικοποίηση», ενώ στο Nou Camp -κι όχι μόνο – κάποιοι, λίγοι και γίνονται περισσότεροι, φωνάζουν «Espana manana sera Republicana.» Η ίδια η Βαρκελώνη αναπτύσσεται ραγδαία, οι καπιταλιστές της πλουτίζουν και η ομάδα τους -ε..η ομάδα της πόλης δηλαδή – πρέπει να γίνει βιτρίνα. Ο Γιόχαν Κρόιφ κι ο συνονόματός του Νέεσκενς φτάνουν από τον Ajax του τόταλ φουτμπόλ στο Nou Camp και τα τείχη πέφτουν.

Από την άλλη κάποια σπαράγματα μνήμης επιμένουν: το ’73 η Μπάρτσα παίζει φιλικό με την εθνική της Αν. Γερμανίας για να τιμήσει το Joan Gamber -λέγεται ότι σκόπευαν να φωνάξουν την εθνική της ΕΣΣΔ αλλά τελικά κατέληξαν σε κάτι λιγότερο εξοργιστικό για το καθεστώς που λίγα χρόνια πριν είχε αρνηθεί την είσοδο στο ισπανικό έδαφος στην εθνική ομάδα της χώρας που όπλισε τα μυαλά και τα χέρια του κοσμάκη..

Πεθαίνει κι ο Φράνκο κάποια στιγμή. Και λίγο πιο ύστερα ο Φρανκισμός. Η Καταλωνία βγάζει πρώτο κόμμα, στις πρώτες εκλογές, το φιλοκαπιταλιστικό εθνικιστικό CiU (Convergencia i Unio -Σύγκληση κι Ενότητα) και δεύτερο το PSUC του Pere Ardiaca – ο οποίος μια και τό’ φερε η κουβέντα  δηλαδή καταγγέλει τον ευρωκομμουνιστή Carillo με κάθε ευκαιρία. Τα χρόνια περνάν, το κεφάλαιο συσσωρεύεται, οι βομβαρδισμοί της πόλης, η πείνα, οι ταπεινώσεις, οι εκτελέσεις, το αίμα τα δάκρυα, όλ’αυτά τέλος πάντων σπρώχνονται παρά πίσω. Ο καταλανισμός περνά στην πρώτη γραμμή, ακόμα και το κραταιό PSUC τα βρίσκει με κάτι οικολόγους και τέτοιους και αυτοδιαχέεται στην Πρωτοβουλία για την Καταλωνία.Στο μεταξύ η Βαρκελώνη γνωρίζει τον Diego Maradona και τον Bernd Schuster..  Πρώτο κόμμα στην αριστερά το πάλαι ποτέ κόμμα του Lluis Companys ( ο οποίος θεωρήθηκε μέγας συνοδοιπόρος και «υποχείριο» των κομμουνιστών όταν ήταν ηγέτης της Generalitat στα ’38 -’39, και εκτελέστηκε από τους φασίστες με μια επιχείρηση κομμάντο όπου τον απήγαγαν από τη Γαλλία) και του Sunyol η ERC. Η Ισπανία στην ΕΟΚ -ήδη και στο ΝΑΤΟ -και η Βαρκελώνη διοργανώνει τους ολυμπιακούς του ’92 αποδεικνύοντας ότι ο εφιάλτης τελείωσε. Ξέρετε, ο κόσμος ψωνίζει, πίνει καφέδες, κάνει τουρισμό, βλέπει ταυρομαχίες και τέτοια. Επίσης το ’92 η Barcelona F.C. γίνεται Πρωταθλήτρια Ευρώπης μ’ένα φάουλ του Κούμαν.

Το Nou Camp δεν μετονομάστηκε μετά τη χούντα σε γήπεδο Joan Gamber. Ξεχάστηκε η ιστορία του ’57 -όχι κι ο ίδιος ο Gamber βέβαια. Υπάρχουν στη Βαρκελώνη οδοί και πλατείες αφιερωμένες στον ιδρυτή του συμβολικού στρατού, και στο μουσείο της Barca F.C. τιμάται δεόντως. Ο Sunyol από την άλλη όχι.

Είναι χαρακτηριστικό ξέρετε, και απόδειξη ότι ΟΛΑ έιναι ταξική πάλη: οι καπιταλιστές ηγέτες του συλλόγου,είναι καταλανοί σαφώς αλλά χωρίς  καμμιά διάθεση να αναμοχλεύουν την περίοδο που ΚΑΙ εκείνοι παραλίγο να χάσουν την κουτάλα μαζί με την κατσαρόλα. Στο μουσείο της ομάδας ο εμφύλιος περνάει σε δυο φωτογραφίες, ο δε Sunyol -που εκτός από βουλευτής της ERC υπήρξε και στέλεχος της Accio Catala μιας ομάδας που το ’36 μπήκε στο PSUC, κομμούνι δηλαδή – απλά έχει την φωτογραφία του στη σειρά με τους άλους προέδρους. Αφού ρε σεις για να τον τιμήσει η ομάδα χρειάστηκε να συσταθεί σχετική Επιτροπή και να πιέσει – ο Montalban σχολιάζει πως θά’πρεπε κάποιος να καθησυχάσει τους διοικούντες της ομάδας ότι αν ξαναγίνει εμφύλιος αυτούς δεν θα τους εκτελέσουν..

Τί μένει; Οι αδικίες μέσα στο γήπεδο σε βάρος της Barcelona και υπέρ της Real. Διαιτητές – κομμάντο, αρπαγές παιχτών, οι καταλανικές σημαίες στη ζούλα να κυματίζουν στο αχανές Camp Nou, ο εθνικός ύμνος της Καταλωνίας («Els Segadors») να σφυρίζεται από δεκάδες χιλιάδες κόσμου, η συμβολική αντίθεση των Καταλανών γενικά στο κράτος της Μαδρίτης μέσα από τη συμβολική κόντρα του el classico. Γράφει κάπου ο Μονταλμπάν, ότι στα χρόνια της παγκοσμιοποίησης η ένταξη σε ένα αθλητικό σωματείο μάλλον θα είναι η μόνη επιτρεπτή μορφή οργάνωσης. Σίγουρα έτσι το βλέπει η διοίκηση της Μπάρτσα που διαφημίζει τη δομή της ομάδας περίπου σαν να πρόκειται για κολλεκτίβα.

Παρ’ολ’αυτά ο κόσμος της Βαρκελώνης, και πολλοί ακόμα που δεν έχουν καν πατήσει το πόδι τους εκεί, επιμένουν να είναι Barcelona. Γουστάρουν να νομίζουν – ίσως χωρίς αυταπάτες – ότι η ομάδα αυτή φέρνει κάτι απ’τον αέρα της εξέγερσης, έχει στο DNA της την επανάσταση. Είπαμε, τα σύμβολα είναι πανίσχυρα όσο περισσότερο ο κόσμος τα πιστεύει. Αν αυτοί που είναι από κάτω δυσκολεύονται να δούν στο κόκκινο το χρώμα της δικής τους σημαίας, θα εξακολουθούν να παρηγοριούνται κάθε Κυριακή με τη σημαία blaugrana. Και, εδώ που τα λέμε, αν ο κοσμάκης επιμένει να ταυτίζει τους δικούς του καημούς με ποδοσφαιρικές ομάδες – φαντάσματα μιας μνήμης που επιμένουν απ’τη μεριά τους  (εκείνοι που υποτίθεται είναι δικοί του) να του τη σβύσουν, αν γυρεύει νίκες στο φαντασιακό πεδίο της μπάλλας ποιοι είμαστε εμείς που θα του πάμε κόντρα; Barcelona ρε και ξερό ψωμί!

Μέχρι να έρθει το αμάξι που θα μας πάει στα πραγματικά οδοφράγματα, ανάβουμε τσιγάρο παρέα με τον πρόεδρό μας το Sunyol και κράζουμε την παλιοΜαδρίτη που μας γέμισε εκκλησιές και ταυρομαχίες -άσε που μας κλέβει τους παιχταράδες και τα πρωταθλήματα..

 

Visca Catalunya ρε!

               

οι ρόδες δεν γυρνάνε/εγώ εδώ τί περιμνω; (…)η κερκίδα του Τορόχα υπήρξε προφητεία 

σιδερένιων καπνισμένων κατασκευών

λεφτάδες της υφαντουργίας, κατασκευαστικές της αρπαχτής,

οι μάζες αποδοκιμάζουν το Βασιλικό εμβατήριο, ζήτω ο Μασιά- που είναι Καταλανός

θάνατος στον Καμπό που είναι κερατάς,

ο Πρίμο δε Ριβέρα διατάζει την επέμβαση των αστυνομικών,

ο Φράνκο

– καρδιά τόσο λευκή – σχηματίζει το εκτελεστικό απόσπασμα

για να τουφεκίσουν τον πρόεδρο Ζουζέπ Σουνιόλ

που διοικούσε όχι απλώς μια ομάδα, αλλά μια θρησκεία

δημοκρατική, καταλανική και κοσμική (…)

στη βιτρίνα μιας παστεριωμένης κοινωνικής λογικής

μισθοφορικός

συμβολικός άοπλος στρατός μιας αφοπλισμένης μνήμης

η Μπάρτσα».

 (απόσπασμα από το ποίημα «Συμβολικός Άοπλος Στρατός» του Μ.Β.Μονταλμπάν, από το «Ποδόσφαιρο:Μια θρησκεία σε αναζήτηση θεού – Μια θρησκεία σε χέρια πολυεθνικών, εκδ.Μεταίχμιο 2005).

Πολλά μπορεί να γράψει κανείς για τη Βαρκελώνη, κι όσα και να γράψει δεν γίνεται ν’αφήσει απ’έξω τη Μπάρτσα, το συμβολικό άοπλο στρατό της, δικό της και της Καταλωνίας. Αν δεν, πολύ απλά δεν πήγε εκεί. Δεν γίνεται η πάρτη μου ν’αποτελέσει εξαίρεση -αποκηρύσσω τον εστετισμό ΚΑΙ μ’αυτή την ευκαιρία.

Και για ένα λόγο ακόμα: ειδικά για όσους είναι/δηλώνουν αριστεροί στο Ελλάντα -ίσως κι αλλού -η Μπαρτσελόνα έχει εξίσου συμβολική σημασία. (Ας συμφωνήσουμε σ’αυτό το μίνιμουμ παίδες, γιατί ήδη ο σπασίκλας του διαλεκτικού και ιστορικού υλισμού ουρλιάζει μέσα στο κεφάλι μου: «όλα είναι ταξική πάλη μωρή λουλού» ).Τόσο συμβολική που οι οπαδοί της Ρεάλ στην Ελλάδα έχουν κάνει μπλογκ που προσπαθούν να τεκμηριώσουν το αντίθετο (δεν κάνω πλάκα!).

Είναι λίγο περίεργη η προσπάθεια συσχετισμού ποδοσφαίρου πολιτικής. Αν θέλεις δηλαδή να τεκμηριώσεις κάποια πράγματα, να κάνεις μια «μαρξιστική ανάλυση» που κάνει -κάνοντας πλάκα κι αυτός -κάπου στο παραπάνω βιβλίο ο Μονταλμπάν. Διότι τα μεν σύμβολα πρόθυμα, η δε πραγματικότητα αμείλικτη: το γήπεδο της Livorno A.C. π.χ. είναι ο μόνος χώρος στην Ιταλία σήμερα που το σφυροδρέπανο υπάρχει ως πολιτικό σύμβολο, μια και στις τελευταίες εκλογές δεν κατέβηκε κανένα κόμμα με το έμβλημα της εργατοαγροτικής συμμαχίας . Η «κόκκινη» Liverpool που σαρώνει τα τρόπαια σε βάρος των βρωμοεφοπλιστών της Everton λαμπρύνει το μετοχολόγιό της με μέλη της Βασιλικής Οικογένειας. Η Zenith Leningrad είναι σήμερα το καμάρι των ολιγαρχών του Πούτιν και πάει λέγοντας. Τα σύμβολα είναι εκεί, οι κοινωνιολογικοί και ιστορικό -πολιτικοί  συνειρμοί επίσης, αλλά μόνο για να αποδείξουν ότι η σημειολογία δεν είναι παρά μια αστική, άρα ψευδής, επιστήμη.

Η Μπαρτσελόνα από σύμβολα βρίθει βέβαια ( ωραία λέξη το «βρίθει»). Ας πούμε ιδρύθηκε από το Joan Gamber ένα Ελβετό έμπορο που άνοιξε επιχείρηση στις όχθες του Llobrayat και έστησε ένα «σπορ κλουμπ», κατά πώς το συνήθιζαν οι Ελβετοί έμποροι εκείνα τα χρόνια – και η Genoa S.C. από τέτοιους στήθηκε, νομίζω κι η Torino. Ελβετός, αστός, σε ξένη χώρα, η οποία βρισκόταν αιχμάλωτη -κατεχόμενη για πολλούς από τους κατοίκους της – από άλλη ξένη χώρα. Αυτή με πρωτεύουσα τη Μαδρίτη βέβαια. Όπως ο αθλητισμός είναι ο ιδεώδης χώρος μαζικής λαϊκής εκτόνωσης και φαντασιακών συγκρούσεων – και αντίστοιχων νικών – γρήγορα η Barca αγκαλιάστηκε από τους ντόπιους , όπως και γρήγορα απόχτησε θανάσιμο αντίπαλο, την προκλητικά ονοματισμένη Espanyol.

Το ποδόσφαιρο στις αρχές του αιώνα ήταν σίγουρα μια ενασχόληση της πλέμπας, και πράγματι ένας παράγοντας που συντέλεσε για τη λαϊκότητα της Barca ήταν ότι δεν χρειαζόταν το παραμικρό έξοδο για κάποιον ώστε να αθληθεί με τα χρώματά της; μια κουρελόμπαλλα και μια φανέλα, αυτό είναι όλο – σε αντίθεση με τη συμμετοχή στον Ποδηλατικό Όμιλο Βαρκελώνης ας πούμε, που ήταν σαφώς ακριβότερο σπορ. Η ιδιόρρυθμη εθνικά περίπτωση της Βαρκελώνης εκφράζεται και πολιτικά: η ρευστή κοινωνική και πολιτική κατάσταση των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα για όλη την Ισπανία, με την κατάρρευση της αυτοκρατορίας ύστερα από το 1898, την εκτεταμένη αστικοτσιφλικάδικη ( ωραία λέξη κι αυτή) ιδιοκτησία και τα εκατομμύρια χωριάτες δουλοπάροικους, την ασφυχτική παρουσία της εκκλησίας, και την ταπεινωμένη αριστοκρατία που γύρευε την ιστορική ρεβάνς της ήττας από τους Αμερικάνους στην Κούβα μέσα από την εξάρτηση από τα αγγλικά κεφάλαια, βρίσκει διέξοδο στην καταλανική εθνική ταυτότητα τον «καταλανισμό». O Wilfredo el Velloso – ο Καταλανός ηγεμόνας που πεθαίνοντας πάνω στη κίτρινη ασπίδα του χάραξε με το αίμα του κόκκινες τις κάθετες γραμμές που είναι η σημαία της Καταλωνίας  , οι Αλμογαβαροί και το «Desperta Ferro», η καταλανική γλώσσα, η προσδοκία για κάτι «καλύτερο» που ούτως η άλλως συνεγείρει τη φτωχολογιά του λιμανιού του Barrio Xino,του 5ου διαμερίσματος και της Gracia έρχονται και δένονται με το μαρξισμό, τον αναρχισμό (πρώτα με τον αναρχισμό για να λέμε την αλήθεια) στο έδαφος της πλήρους αδιαφορίας για τη θρησκεία. (Λιμάνι δα, τί περιμένετε; Δεν είναι σαν τα βοσκοτόπια των Βάσκων που ο άγιος τάδε πρέπει να μεριμνήσει να μην τους πεθάνουν τα ζα..). Τα «εθνικά χρώματα» της κοινωνικής αίσθησης της αδικίας μπολιάζονται με συνολικότερα και πανανθρώπινα ιδανικά. Τα οποία εκφράζονται και μέσα στο γήπεδο – στο θρυλικό πρώτο (για την ακρίβεια ήταν το πρώτο ιδιόκτητο)  γήπεδο της Barcelona το Les Corts.

Έχει ήδη γίνει η πρώτη δικτατορία στην Ισπανία, αυτή του Primo De Rivera – από το 1923. Σ’ένα ματς το ’25 ακούγεται ο εθνικός ύμνος της Ισπανίας και χιλιάδες κόσμου χαλάν τον κόσμο με βρισιές, γιούχες και σφυρίγματα. Ο διχτάτορας (ο οποίος μια και τό’φερε η κουβέντα ήταν μια εντυπωσιακή περίπτωση ενός decadant αστού, που όταν δεν έπινε μέχρι τα ξημερώματα γράφοντας μεγαλειώδεις λόγους που τους έσκιζε όταν ξεμέθαγε , γύρναγε με πουτάνες στους τσιγγάνικους μαχαλάδες και τα χωριά της Μαδρίτης κι άνοιγε κουβέντες με τους χωριάτες για το πώς βλέπουν τον Primo de Rivera!) δεν μάσησε και τιμώρησε το Les Corts με εξάμηνο κλείσιμο.

Το ποδόσφαιρο είναι ένας χώρος στον οποίο εκφράζονται , είπαμε, όλες οι κοινωνικές σχέσεις.Ό,τι κυκλοφοράει στην κοινωνία θα το βρείς και μέσα στο γήπεδο, εντός εκτός κι επί τα αυτά για να είμαστε και πιο συγκεκριμένοι. Στη Μπάρτσα -η οποία παραμένει ένας σύλλογος μελών, που εκλέγει το Δ.Σ. και τον Πρόεδρό του σαν όλα τα σωματεία του Αστικού Κώδικα – αυτό ισχύει και φανερώνεται ανάγλυφα καθ’όλη τη δεκαετία του ’30 που η πολιτικοποίηση του Ισπανικού λαού φτάνει στο αποκορύφωμα. Με την πτώση του καθεστώτος του Primo de Rivera το ’31 εγκαινιάζεται η περίοδος της ΙΙ Δημοκρατίας στην Ισπανία. Οι Καταλανοί απαιτούν -και πετυχαίνουν -ενισχυμένα προνόμια για την Αυτόνομη Διοίκησή τους, τη Generalitat. Η Barcelona βλέπει τα μέλη της να περιορίζονται, μια και όταν έρχεται στην επιφάνεια η γνωστή και σε τελευταία ανάλυση πάντα παρούσα ταξική πάλη τα ψέμματα τελειώνουν, και ο κόσμος οργανώνεται σε «στρατούς» που παλεύουν σε πραγματικό γήπεδο για πραγματικές νίκες. Κάπου εκεί έχουμε και το sunyol με το τσιγάρο κι αριστερά του ο Lluis Companys, πρόεδρος της Generalitatην πρώτη ουσιαστική -κι όχι συμβολική -εξέλιξη που σφραγίζει την ιστορία και ,κυρίως, την πολιτική μυθολογία του συλλόγου. Είναι η εκλογή στην προεδρία της Μπάρτσα του  Josep Suñol i Garriga , το 1935.

Ο φίλος, ήταν δικηγόρος, εκδότης επί χούντας de Rivera  της εφημερίδας «La Rampla» , η οποία είχε γραμμή αντιδικτατορική και μέλος της Esquerra Republicana de Catalunya – Δημοκρατική Αριστερά της Καταλωνίας. Το κόμμα αυτό -υπάρχει και σήμερα, και μάλιστα συμμετέχει στην τοπική κυβέρνηση της Generalitat – είναι μια επαρκής ένδειξη του «Καταλανισμού»: χωρίς να είναι, ή να ήταν, κομμουνιστές. ρίχνοντας το βάρος περισσότερο στην εθνική ανεξαρτησία των Καταλανών και λιγότερο -ή οριακά – στην κατάργηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Εκλέγεται βουλευτής μ’αυτό το κόμμα στις εκλογές του ’33 και του ’36 κι εν τω μεταξύ εκλέγεται και πρόεδρος της Μπάρτσα. Το όνομά του θα μείνει για χρόνια θρύλος και θα μουρμουριέται ανάμεσα στους «στενούς» οπαδούς της ομάδας επειδή στις 6 Αυγούστου του 1936, με τον ισπανικό εμφύλιο να μετράει λίγες εβδομάδες, θα πάει με ένα αυτοκίνητο στην περιοχή της Guantarrama που θα τον αναγνωρίσουν κάποιοι φαλαγγίτες, θα τον στήσουν στο απόσπασμα και θα τον εκτελέσουν με συνοπτικές διαδικασίες.

Φέρ’τε το παραπάνω γεγονός σε αντιπαράθεση με ένα άλλο, που συνέβη στις τελευταίες μέρες του ισπανικού εμφυλίου: είναι Φλεβάρης του ’39 και στη Βαρκελώνη εισβάλλουν τα άρματα του Φράνκο. Ένας από τους νεαρούς στρατιώτες που παρελαύνουν στην καθημαγμένη πόλη είναι ο πρώην ποδοσφαιριστής της Real και μετέπειτα πρόεδρός της ο Santiago Bernabéu Yeste.

Πολλές οι συμπτώσεις θα πείτε, μάλλον κάτι συμβαίνει εδώ που να δικαιολογεί τους μύθους..

Αράχ’τε σε,  λίγο η συγκλονιστική συνέχεια.. 

 

Ναι.

Φεύγω.

Πάω στην πόλη που πήρε τα όπλα για την επανάσταση και τον κομμουνισμό,

που τη λαγνεία της έκανε σελίδες – και συνταγές μαγειρικής – ο Montalban,

που παραλίγο να μην την πατήσει ποτέ ο μεγάλος ΠΑΟΚ όταν κληρώθηκε το ’75 στο UEFA να παίξει με τη Barca κι είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος να μην παν τα παλικάρια του Λόραντ για να ενταθεί η διεθνής απομόνωση του Φρανκικού καθεστώτος,

που οι Ojos de Brujo μας παραμύθιασαν ότι είναι μια πόλη μαγική που ΟΛΑ συμβαίνουν ΤΩΡΑ,

που πρώτη αποθέωσε το μεσσία σ.Ντιέγκο.

Άμα γυρίσω θα σας πω τί απ’όλα ισχύει

– και μην μου πολυέχετε εμπιστοσύνη δεν είμαι παρά ένας ερασιτέχνης γραφιάς.

  Y.Γ. Αν έχει κρύο και χιόνια βέβαια θα τους το κάνω λίμπα το μαγαζί – χειρότερα απ’το Στάθη Ψάλτη λέμε