Βασικά, για αρχή πάρ’τε τα αποσπάσματα ενός ποιήματος

                            «Αξιοσέβαστοι απόγονοι, του μέλλοντος σύντροφοι

               εμπρός τα καναρινάκια ευτύς στραμπουλίχτε , των καναρινιών μην πΏ?ει θύμα ο κομμουνισμός                   καθώς θ’ ανασκαλεύετε τα πετρωμένα πια, σημερινά κουράδια,

                                τα σκοτάδια των δικών μας ημερών αναξετάζοντας,  ίσως

                               σας έρθει και για μένα να ρωτήσετε. Και ίσως

                                    ο σοφός της εποχής , της φιλομάθειάς σας αντικρούοντας το χείμαρρο,

                               με την πολλή του γνώση, σας πει πως ναι,  υπήρξε κι ένας τέτοιος βάρδος  του βραστού νερού  και τ’αβραστου εχθρός αμείλικτος.

    Προφέσσορα, βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου! Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για τον καιρό μου και για μένα.

                           Είμαι λοιπόν ένας βοθροκαθαριστής και νερουλάς, εκεί

               η επανάσταση με έταξε και η συνείδησή μου 

                                     στο μέτωπο επήγα να καταταχτώ – την υψηλή αφήνοντας ανθοκομία της ποίησης,

             κυράς στριμμένης,

           άλλο δεν ξέρει παρά τον κήπο της να χαίρεται, και την κορούλα της και τη βιλίτσα και τη λιμνίτσα

           και τις πρασιές: «Μόνη μου τα φύτεψα, μόνη τα ποτίζω» […]

Είναι ένας ποιητής που παίρνει θέση , όπως διαπιστώνετε, απευθυνόμενος στους μελλοντικούς ανθρώπους. Θέση αισθητική και πολιτική. Έχει αφήσει την «υψηλή ανθοκομία της ποίησης» μια και η επανάσταση τον έταξε βοθροκαθαριστή και νερουλά. 

Ξέρει ωστόσο ότι όλοι οι διαμεσολαβητές της «ορθής γνώσης» και της «καθώς πρέπει» άποψης, όλοι οι διανοούμενοι/κριτικοί/λογοτέχνες – που έχουν επιλέξει «να χαίρονται τον κήπο τους» – θα πασχίσουν να τον κατατάξουν εκεί που οι ίδιοι προτιμούν. Ώστε να είναι ακίνδυνος, ένας γραφικός «φίλος του βραστού νερού κι εχθρός του άβραστου». Επειδή ο μαν είναι μεγάλος, επειδή ξέρει ότι ΤΙΠΟΤΑ δεν κινείται έξω από το πλέγμα των δοσμένων σχέσεων παραγωγής, επειδή – και από το απόσπασμα φαίνεται – γνωρίζει ότι η διαμόρφωση κουλτούρας είναι υπόθεση κυρίως του κράτους, και αυτών για τους οποίους το κράτος λειτουργεί, επειδή φαντάζεται ότι θα τον μακελέψουν μετά θάνατο οι «φίλοι» της Τέχνης – της «τέχνης» που σαν παραμορφωτικός φακός διαστρεβλώνει – ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του μια για πάντα:   Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για μένα!

Λοιπόν για να βάζουμε μια σειρά, ο ποιητής είναι ο Μαγιακόφσκι βέβαια, το απόσπασμα είναι από το ποίημα «Μ’όλη μου τη φωνή»το οποίο έγραψε μέσα στο Δεκέμβρη του 1929 Γενάρη 1930. (Όπως γνωρίζουμε αυτοκτόνησε στις 14  Απρίλη του 1930). Το ποιήμα αυτό, που στην μορφή που μας παραδόθηκε θεωρείται αριστούργημα – και χρονικά ήταν το τελευταίο μιας σειράς – επρόκειτο αρχικά να είναι πιο εκτεταμένο ένα «έπος» ας πούμε,  αφιερωμένο στο πρώτο 5χρονο πλάνο. 

Ενοχλητικά πράγματα για «φιλότεχνους», «αριστερούς» καργιόληδες που ρεύονται όλη την ώρα τις αηδίες που πλασσάρει ο καπιταλισμός για να μην ακούγεται η αλήθεια. Φυσικά κι ο Μαγιακόφσκι ήταν επαναστάτης, κομματικός ποιητής.. Φυσικά και έγραφε ποιήματα αφιερωμένα στο πρώτο 5χρονο.. Φυσικά και το πρώτο 5χρονο ήταν η επανάσταση που μπαίνει στη ζωή, δοκιμάζεται κανονικά με κανονικούς ανθρώπους σε κανονικές συνθήκες, όχι σαν λέξεις όμορφα αραδιασμένες σε όμορφη σειρά σε καφενέδες και σαλόνια για να ρίξουμε καμιά γκόμενα…

Δεν τα λέει το Regimiento..Ούτε ο Μήτσος ο Αλεξανδρόπουλος από το βιογραφικό βιβλίο του οποίου («Ο Μαγιακόφσκι Τα Εύκολα και τα Δύσκολα», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα – μπλιάξ! – Αθήνα 2000), βρήκαμε το ποίημα αυτό, τις πληροφορίες και την υγεία μας μιαν εποχή.. Τα λέει ο ίδιος ο Βλαδίμηρος.

Και όταν απευθύνεται στους συντρόφους του μέλλοντος, ξέρει πολύ καλά τί κάνει. Γράφει μόνο για τους επαναστάτες. Σ’ αυτούς ενδιαφέρεται να βάλει φωτιά. Δεν τον ενδιαφέρει να χαϊδολογήσει αυτιά, να κοιμήσει συνειδήσεις, να αποθεώνεται σε λογοτεχνικά συμπόσια να είναι σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας, να σφίγγει το χέρι του Λαλιώτη.. Γνωρίζει καλά  ότι το έργο του, είναι πιθανό να βρεθεί κάποτε στις βιβλιοθήκες του Κολωνακίου ας πούμε, ή να εκδίδεται 70 χρόνια μετά από τον εκδοτικό οίκο του συγκροτήματος, ή να «προτείνεται» από το «μορφωτικό» ίδρυμα κάποιας Τράπεζας – ξέρετε από αυτές που χρηματοδοτούν τα «Ιστορικά» της χαφιεδοτυπίας.

 Στ’αρχίδια του. Και στ’ αρχίδια σου, σύντροφε, μας λέει. Άκου εμένα γιατί εγώ θα σου πω για τη ζωή μου κι όχι ο κάθε ενδιάμεσος που θα μ’ερμηνεύεσει, θα με «κατανοήσει» θα με εξηγήσει, για να παραδώσει το ‘εργο μου – δηλαδή εμένα – κουτσουρεμένο, ευνουχισμένο, ακίνδυνο, τελικά ένα υπνωτικό για κάθε συνείδηση που ψάχνει τη λύση.  Γιατί η λύση σύντροφοι η επανάσταση. Και για την επανάσταση μιλάν οι επαναστάτες.

Κι η επανάσταση είναι αλήθεια και δεν χρειάζεται διαμεσολαβητές.  

  Ίσως μου πεί κάποιος τί σ’έπιασε τώρα. Κατ’αρχήν δεν μ’έπιασε τώρα. Κι έπειτα είναι γενικό φαινόμενο: άντι να διαβάζει κανείς Μαρξ διαβάζει τα σχόλια του τάδε Γιαλκέτση – ας πούμε – για τον Μαρξ. Άντι να διαβάζει Λένιν, διαβάζει την κριτική της σχολής της Φρανκφούρτης για τον Λένιν, κι αντί να διαβάζει Μαγιακόφσκι, διαβάζει κλαυθμούς κι οδυρμούς για τον «ποιητή της επανάστασης που εξελίχτηκε σε θύμα της». Άρα έβγαλε τα συμπερασματάκια του, ησύχασε η συνείδησή του, όμορφα κι ωραία μπορεί να πάει να ψηφίσει ΠαΣοΚ ή ΣΥΡΙΖΑ και να συνεχίσει να ανέχεται με την ύπαρξή του την εκμετάλλευση, μια και (ευλόγως μ’αυτά που του πλάσαραν όταν ψάχτηκε) λύση δεν υπάρχει. 

Εντάξει την αφορμή μου την έδωσαν κάτι άλλοι διαξιφισμοί σε άλλα μπλογκ (μογκ, μπλουγκ, γκουγκ, άι σιχτίρ) όπου κάτι τύποι , όμορφα κι ωραία νόμισαν ότι καθάρισαν λέγοντας μας «ημιμαθείς» και πετώντας ένα «ξέρεις ο Μαγιακόσφσκι αυτοκτόνησε» – το οποίο κατά την ανάπηρη λογική τους αποδεικνύει τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα. 

Θέλει σύγκρουση η ιστορία. Αιματηρή που λένε.. Άμα τους αφήνουμε να σκοτώνουν τους ποιητές μας, την ιστορία μας,  τη θεωρία μας, αν τους επιτρέπουμε να μας τους εκδίδουν σαν «καθαρούς λογοτέχνες» ή «άδολους ιδεολόγους» ή «κοινωνικούς επιστήμονες» δεν μένει και τίποτα για να παλέψουμε. Το αντίθετο: παίζουμε κι εμείς ένα ρόλο στο καραγκιοζιλίκι που στήνει το κράτος πάνω στο μπερντέ των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων (ναι, μάλιστα ξενέρωτες, «ξύλινες» δογματικές φράσεις. Αλλά η ελευθερία θα υπάρχει όταν δεν θα χρειάζεται η «ποίηση» και η πρέζα της κι άντε γαμηθείτε..).       

   Το λόγο ξανάχει ο σ.

               » Και μένα θα μου άρεσε – θά’ βγαινε και το παραδάκι – ρομάντζες να καθόμουν να γράφω

                                                                                                             για την αφεντιά σας.

                  Όμως εγώ κάθε φορά τον εαυτό μου τον εδάμαζα, των τραγουδιών μου σφίγγοντας το λαρύγγι.

                      Εμέ, τον αγκιτάτορα και αρχηγό των φωνακλάδων ακούστε με απόγονοι σύντροφοι. 

          Τα ρέματα των στίχων μου βουβά κρατώντας

                                             όλες θα δρασκελήσω τις λυρικές πλακέτες

                                                         σαν ζωντανός μιλώντας με τους ζωντανούς

Στο κομμουνιστικό μας αύριο θα’ρθώ το μακρινό

                                         μα όχι σαν κανένας μενεστρέλος α- λα Εσένιν, 

Θα φτάσει ο στίχος μου σκίζοντας στα δυο τα καταράχια των αιώνων

                                                 πάνω από τα κεφάλια ποιητών και κυβερνήσεων. 

                        Θα φτάσει ο στίχος μου – μα όχι σαϊτούλα

                                                    σε κυνήγια μ’ερωτιδείς και άρπες 

                                                        ούτε σαν φαγωμένο τάλιρο στα χέρια του σαράφη

                            κι ουτε ακόμα σαν το φως των πεθαμένων αστεριών. 

              Θα φτάσει ο στίχος μου με τον ιδρώτα του προσώπου του,

                                                       των χρόνων αναμερίζοντας τους σωρούς

          και θα προβάλει ολόσωμος, τραχύς και ολοφάνερος

                                      όπως έφτασαν ως τις μέρες μας της Ρώμης τα υδραγωγεία, δουλειές των δούλων.»