ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..
ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..

«Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι άχρηστος. Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι απλά γεννημένος χαμένος. Προορισμένος να χάνεις.Άχρηστος για όλους.Για οτιδήποτε. Επειδή είσαι πολύ μεγάλος, ή πολύ μικρός, ή πολύ χοντρός ή πολύ αδύνατος. Πολύ άσχημος, πολύ τό’ να και τ’άλλο. Τραγούδια που σε καρφώνουν στο πάτωμα ή σε κοροϊδεύουν για την κακιά σου τύχη ή τη δύσκολη ζωή σου. Είμαι στο δρόμο για να πολεμήσω αυτά τα τραγούδια μέχρι την τελευταία μου ανάσα και την τελευταία στάλα του αίματός μου.Είμαι στο δρόμο για να τραγουδήσω τραγούδια που θα σου αποδείξουν ότι αυτός είναι ο κόσμος σου κι αυτό ακόμα κι αν σε χτύπησε πολύ σκληρά .. Θα μπορούσα να ξεπουληθώ στην άλλη πλευρά. Στα χοντρά φράγκα και να παίρνω αρκετά δολλάρια κάθε βδομάδα απλά για να σταματήσω να τραγουδάω αυτό που τραγουδάω και να τραγουδάω το είδος που σε βάζει κάτω ακόμα χειρότερα κι αυτά που σε κοροϊδεύουν ακόμα κι αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν έχεις στάλα μυαλό. »   

Γίγαντας ο Woody Guthrie. Σημείο αναφοράς για οποιονδήποτε Αμερικάνο μουσικό που θέλει να έχει «κοινωνική» άποψη. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί εγώ όσο και να στύψω το μυαλό μου σ’ένα Phil Ochs,άντε τους Fugs, ένα Charlie Haden, έναν Art Blakey σταματάει. Κι οι δυο τελευταίοι είναι τζαζίστες (πάντως ο Charlie Haden με τους Liberation Music Orchestra διασκεύασε σε φρη τζαζ, κομμάτια του ισπανικού εμφυλίου, όπως το Quinto Regimiento, το τραγούδι του Μετώπου του Hans Eisler κλπ.) , οπότε σε γενικές γραμμές μην περιμένεις προσιτές φόρμες, ή έστω στίχους.  Και μην ακούσω τώρα για τίποτα Dylan και Baez.. Σαν να συγκρίνεις το Λένιν με το Μπερτιννότι. Ή εκείνο τον απίθανο του ΓΚΚ πριν λίγα χρόνια τον Ρομπέρ Υ. (.. επίσης ίδια φάση με το Guthrie ήταν στα 60ς ο Hamilton Camp, αν κι εκεινού η καρριέρα σταμάτησε νωρίς.).
Βασικά ο Guthrie ήταν σπουδαίος για τρεις λόγους. Ο ένας γιατί είχε καταλάβει την ταξική διάρθρωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Οι εργάτες δουλεύουν και τ’αφεντικά κονομάνε. Ο δεύτερος γιατί είχε την παλικαριά να πάει με τους εργάτες. Κι ο τρίτος γιατί είχε καταλάβει επίσης ότι μπορεί μεν να «τραγουδάς» για τους εργάτες αλλά στ’ αλήθεια να τους παραμυθιάζεις όπως θέλουν οι αστοί. Να παρουσιάζεις τη ζωή τους χωρίς προοπτική , να τους διηγείσαι τη μιζέρια ως «αναγκαία» και   αναπόδραστη. Να τους γελάς με τραγούδια «ερωτιάρικα», να τους παραμυθιάζεις πως η φτώχεια έχει κάτι «αξιοπρεπές» και γοητευτικό πάνω της. Να τους δίνεις δίκηο για τα «αχ» και τα «βαχ» αλλά κουβέντα, για το ποιος ευθύνεται που η ζωή τους είναι τέτοια κι αν κάποιοι κάπως, κάποτε πάλεψαν ή παλεύουν να την αλλάξουν.Κι αν μπορεί ο εργάτης να την αλλάξει αυτή τη ζωή.
Γιατί βλέπετε είναι άλλο θέμα να είσαι λαϊκός τραγουδιστής κι άλλο να είσαι με το πλευρό του λαού. Εξάλλου το «λαϊκό» τί άλλο από μια φόρμα είναι κατ’αρχήν. Απαγορεύεται δηλαδή κάποιος να μιλήσει στους εργάτες με φαζαριστές κιθάρες, ή με μπίτια; Κανένας νόμος τουλάχιστον δεν το απαγορεύει. (Βέβαια το πώς τα έχουμε τακτοποιήσει στο Ελλάντα είναι ένα τεράστιο θέμα, στον πάτο του οποίου φαίνεται ότι κάποιος «απαγορεύει» τη λαϊκότητα του 21ου αιώνα να έχει κάποια άλλη μορφή: ο Καζαντζιδισμός ζει και βασιλεύει). Θα μου πείτε , δικαίως, ότι όποιος θέλει να είναι λαϊκός πρέπει να παίρνει υπ’όψη και τη φόρμα.Αν ο Θεοδωράκης δεν έγραφε κομμάτια σε μπουζούκι δεν θα έπαιζε το ρόλο που έπαιξε. Καμιά αντίρρηση μεν, αλλά φόρμα και περιεχόμενο δεν ταυτίζονται: στο ένα προοδευτικό δημιόυργημα με μπουζούκι του Θεοδωράκη αντιστοιχούν δεκάδες τσιφτετελοσκουπίδια.
Η κρίσιμη έννοια στο πως τοποθετείται κανείς δημιουργός απέναντι στο λαό (στους «από κάτω» της ταξικής διάρθρωσης ) είναι μια. Να του λες την αλήθεια.
Πάρ’τε ένα παράδειγμα απ’τον ελληνικό κινηματογράφο. Οι λαϊκές γειτονιές ζωγραφίζονται σχεδόν ειδυλλιακές στις ταινίες του Φίνου. (βοηθάει και το ασπρόμαυρο φιλμ εδώ που τα λέμε, και οι παράγκες φαίνονται κουκλόσπιτα). Όσοι απο μας – και είμαστε η πλειοψηφία πλέον στον ελληνικό πληθυσμό – δεν ζήσαμε τις γειτονιές του ’60 βλέποντας τις ταινίες του ’60 διαμορφώνουμε μια τέτοια άποψη. Φτώχεια αλλά αξιοπρέπεια. Η «Συνοικία τ’ Όνειρο» ωστόσο λέει τα σύκα σύκα ( σ’ ότι αφορά τη δεκαετία του ’60 μιλάω) … Για τα κορίτσια του λαού που εκπορνεύονται. Για τις  βρωμογειτονιές και τις παραγκουπόλεις. Για το πως ο ένας φτωχοδιάβολος κοιτάει να ρίξει τον άλλο. Για το πως ο πιο αδύναμος, μέσα στους αδύναμους, ποδοπατιέται, οδηγείται στην απελπισία και τελικά στην αυτοκτονία. Για την αθλιότητα της καθημερινής ζωής σ’αυτές τις αλάνες.
Οι ταινίες του Φίνου έλεγαν ψέμματα. Η «Συνοικία Τ’όνειρο» την αλήθεια. Η τελευταία σε συγκλόνιζε, και σε συγκλονίζει. Οργίζεσαι και ψάχνεσαι. Ο «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» – που μάλιστα για να πάρεις μέρος σε ταινία έπρεπε να έχεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων – σε αποκοιμίζει. Κι ακόμα χειρότερα: σήμερα, 40 χρόνια μετά αυτά τα σκουπίδια πλήρως αυτονομημένα ως προϊόντα από την εποχή τους, εξακολουθούν να διαμορφώνουν «αισθητικό» κριτήριο: ο λεβεντομαλάκας με την «καλή καρδιά» είναι «λαϊκό» πρότυπο. Βέβαια ο λ/μ δεν ξέρει τι παναπεί απεργία, συνδικάτο, δεν έχει ακουστά για πολιτικούς κρατούμενους, δολοφονίες. Γιατί , ναι, εκτός απ’τα ναζάκια της Αλίκης ΑΥΤΗ ήταν η δεκαετία του ’60.
Ελπίζω να μην μου πείτε τί σχέση έχει ο Woody Guthrie με το ελληνικό σινεμά. Η σχέση είναι μια: το κριτήριο που ορίζουμε ένα έργο τέχνης ως προοδευτικό. Και το πως επιδρά στη συνείδηση ο καθορισμός ενός έργου ως προοδευτικού ή όχι. Ας αφήσουμε την έννοια «λαϊκό» σε δεύτερη μοίρα.
Εδώ νομίζω ότι σηκώνει πολύ συζήτηση. Μέχρι αίματος δηλαδή. Πάρ’τε για παράδειγμα τα λόγια του Guthrie. Είμαι εδώ για να πολεμήσω τα τραγούδια που σε κάνουν να νιώθεις χαμένος. Αλήθεια τί τραγούδια έλεγε ο Καζαντζίδης ας πούμε; 
Λαϊκά.Λαϊκότατα. Με σεβασμό στην παράδοση, με δουλειά από πίσω, ωραίους μουσικούς – καμμιά αντίρρηση. (εγώ δεν ακούω τέτοια, αλλά τέλος πάντων επ’αυτού δεν έχω να προσάψω τίποτα). Οι στίχοι του τί έλεγαν; ο φουκαράς ο μετανάστης στη Γερμανία όλο κλαίγεται, και δώσ’του στο σταθμό του Μονάχου, κι η μανούλα, κι η φτώχεια κι εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. (ξέρω..από άλλο τραγούδι είναι αυτό).
Έλα όμως που οι μετανάστες στη Γερμανία μπαίναν σε σωματεία. Δίναν μάχες για την παραμονή τους εκεί, για να χτίσουν κοινότητες, σχολεία, για να κατοχυρώσουν συντάξεις.. Στα χρόνια της χούντας πάλεψαν για τη δημοκρατία και τους πολιτικούς κρατούμενους – κι εδώ στην Ελλάδα οι λαϊκοί καλλιτέχνες, κάθε είδους και μορφής, εξακολουθούσαν σε δίσκους και ταινίες να αποκοιμίζουν το λαό με κλαψουρίσματα και βαρυγκώμιες. Το πραγματικό τραγούδι του μετανάστη το είπε μετά τη χούντα ο Λάκης Χαλκιάς. Θυμηθείτε τους στίχους της «Φάμπρικας».
Ωραία. Ας πούμε ότι λύσαμε: άλλο λαϊκός κι άλλο προοδευτικός. Κι ας πούμε ότι λύσαμε και το ζήτημα της φόρμας: προοδευτικός μπορεί να είναι κι ένας που παίζει κλαρίνα, κι ένας που παίζει σκα πανκ. Εξίσου λαϊκός – από την άποψη θεματολογίας και αποδοχής -μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε.
Το πρόβλημα υπάρχει όταν μπερδεύονται οι έννοιες. Όταν το προοδευτικό ταυτίζεται με το λαϊκό. Ή με το έντεχνο. Και ξαφνικά ο οποιοσδήποτε χλιμίτζουρας κλαψουρίζει ακαταλαβίστικους στίχους που έχουν περισσότερες άγνωστες λέξεις απ’τα σουξέ της Βανδή αυτομάτως περνάει για «προοδευτικός».      
Μου βγαίνει μεγάλο, και δεν προλαβαίνω. Πάρ’τε ένα βιντεάκι του σ. (ήταν μέλος του ΚΚΗΠΑ) Woody Guthrie και θα επανέλθουμε..

Σήμερα το πρωϊ, στην εκπομπή της Μαριέττας (όχι εκείνης, από που κι ως που εκπομπή εκείνη!) ήταν σύντροφοι και φίλοι προσκεκλημένος ο……Πανίκας ο Ψωμιάδης. Δεν σας κάνει εντύπωση είπατε;

Συνεχίζω.. Η εκπομπή αυτή είναι βέβαια πρωινάδικο, αλλά απ’όσο κατάλαβα με γερές δόσεις μεσημεριανάδικου, παναπεί παίρνουν τηλέφωνο διάφορες κυρίες και λέν ατάκες του τύπου «είμαι 22 χρονώ κι ο 58άρης σύζυγος μου δεν με ικανοποιεί σεξουαλικά», οπότε και το πάνελ χωρίζεται σε αντίπαλα στρατόπεδα κι αρχίζουν εκεί να μαλώνουν μεταξύ τους «όχι πρέπει να τιμάει το στεφάνι της», «ναι, αλλά και 22 χρονών τί να κάνει η παντέρμη», και «γιατί κοριτσάκι μου παντρεύτηκες τόσο μικρή ένα τόσο μεγάλο» και τέτοια. Και, φαντάζομαι, στο τέλος θα της δίνουν δώρο κανά αποχυμωτή – δεν πιστεύω να της στέλνουν κανά πιτσιρικά να τη φτιάχνει.

Οπότε, λέμε, σήμερα ο Πανίκας πήρε θέση (ναι, με το world famous και full of acclaim ύφος του) σε μια τέτοια περίπτωση: μια κυρία ερωτεύτηκε λέει τον 24χρονο φίλο του γιού της..Και τα έχουν – αν κατάλαβα καλά, γιατί μη νομίσετε, μεταξύ ύπνου-ξύπνιου παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα.. Οπότε να πούμε ο Πανίκας τα χώνει στην κυρία, «και τί είναι αυτά», «και να τιμάς το στεφάνι σου»(επίσης) και διάφορα τέτοια. Τη στόλισε την κυρία κανονικότατα. Και μετά, κοντραρίστηκε και με μια ξανθούλα εκεί στο πάνελ που έλεγε «μα εδώ μιλάμε για έρωτα » (ήταν με την κυρία αυτή), οπότε της γυρνάει ατάκα «εσύ κοπελιά έχεις ερωτευτεί ποτέ;» – και όχι ότι η γκόμενα κώλωσε αλλά μαζεύτηκε σαφώς..

Και μετά δεν ξέρω τί έγινε, είπα να πάω κι απ’το γραφείο μια βόλτα..

Γιατί τα γράφω αυτά; (μέρες που είναι, και με το κεφάλι πό’ χω..)

Δείτε λίγο: για τον Πανίκα έχουν ήδη γραφτεί σεντόνια ολόκληρα για το πόσο λαϊκιστής είναι (λένε οι κουλτουριάρηδες), πόσο φασίστας (λένε πολλοί), πόσο γραφικός (λένε οι πιο ευγενικοί), και γενικώς τον στολίζουν με επίθετα αρνητικά. Τα οποία να σας πω μπορεί και να ισχύουν όλα σε κάποια αναλογία το καθένα. Ο χαρακτηρισμός όμως ότι οι Σαλονικιοί είναι δεξιοί επειδή βγάζουν τέτοιο νομάρχη είναι λάθος: για την ακρίβεια οι Σαλονικιοί μπορεί να είναι δεξιοί για χίλιους δυο άλλους λόγους, αλλά όχι για το νομάρχη. Γιατί ο Πανίκας, άμα γουστάρει βγαίνει δήμαρχος Αβάνας, Παρισιού, Νταρ Ες Σαλάμ, Σαν Φρανσίσκο και βάλε. Δηλαδή άμα δεν τον φάνε τα κυκλώματα μπορεί και πλανητάρχης να κατέβει..

Και εξηγούμαι: κατ’αρχήν ο πολιτευτής (συμβατικά μια έννοια χρησιμοποιούμε) ποιο αντικειμενικό σκοπό έχει; Να εκλεγεί. Πώς οι μεγάλοι θεωρητικοί του πολέμου το έχουν περιγράψει; «Μία τακτική είναι η σωστή  αυτή που θα νικήσει» (Από τον Σουν Τζου μέχρι τον Μακκιαβέλι, τον Κλαούζεβιτς και το Λένιν). Αν προκειμένου να εκλεγεί ο Πανίκας δεν πρέπει να αφήνει κανένα δυσαρεστημένο θα το κάνει: μεγάλη ομάδα ο ΠΑΟΚ, μεγάλη ομάδα ο Άρης, ο Ηρακλής, ο Απόλλων, ο Αχιλλέας Τριανδρίας, ο Κεραυνός Δενδροποτάμου. Θα πάει σε εκδήλωση των βασιλοφρόνων Γιαννιτσών αλλά θα συναντηθεί και με τον Αλαβάνο για τα προβλήματα της Κορώνειας – όπου θα αλληλοεκτιμηθούν κιόλας.. Μεγάλος πολιτικός ο Ανδρέας Παπανδρέου, μεγάλος ο Χαρίλαος, μέγιστος ο Καραμανλής.. Θα έρθει στο γάμο σας, θα έρθει στα βαφτίσια, στα εγκαίνια, στα συλλαλητήρια, στις ημερίδες, σε επιστημονικές εκδηλώσεις, σε καλλιτεχνικές, σε δοξολογίες και σε λαϊκές αγορές. Θα μοιράσει ούζα το δεκαπενταύγουστο, θα μαζέψει χρήματα τα Χριστούγεννα για τους Έλληνες της Ίμβρου, θα γίνει θέμα στο πανελλήνιο για το αλβανόπουλο που σηκώνει την ελληνική σημαία στη Μηχανιώνα και παράλληλα θα εξυπηρετεί όσους (και πιστέψτε με είναι πολλοί) παράνομους μετανάστες του το ζητήσουν στη Νομαρχία. Θα πλημμυρίσουν τα χωριά, θα ανέβει με το αδιάβροχο στο τραχτέρ και θα βρεθεί μόνος αυτός από τους κυβερνητικούς, μαζί με τον κοσμάκη – που, καλός μαλάκας κι ο κοσμάκης, θα χαρεί και θα αισθανθεί δίπλα του την εξουσία δι’αυτού του τρόπου (ε, ναι γενικώς: βρίσκει και κάνει ο Πανίκας..).

Οπότε, λέω ο Πανίκας αμέσως έχει ένα πλεονέκτημα που κανείς άλλος δεν έχει. Φαίνεται ότι είναι ένας από «μας». (Καλά όχι «εμάς» του Regimientoυ, το μέσο όρο των ψηφοφόρων της περιφέρειάς του). Όχι απλά είναι λαϊκός και το δείχνει – το υπερτονίζει – αλλά πέιθει ότι συμπάσχει με τον κοσμάκη. «Πείθει» λέμε, όχι ότι συμπάσχει, εννοείται, πώς να συμπάσχεις όταν μένεις σε μέγαρα. Αλλά κοιτάχτε για να λέμε την αλήθεια, πρέπει να είναι κανείς αρκετά πίσω σε πολιτική συνείδηση για να περιμένει από ένα πολιτικό πρόσωπο να συμπάσχει κυριολεκτικά με την πάρτη του στα δύσκολα: από τους πολιτικούς περιμένεις να διαμορφώνουν πολιτικές ώστε π.χ. να μην πλημμυρίζουν τα χωριά με τις βροχές, ή να μην κλείνουν οι επιχειρήσεις και μένει άνεργος ο κόσμος. Άρα, το συμπέρασμα: η επιτυχία του Ψωμιάδη (το ότι «πείθει») σημαίνει ότι έχει κατορθώσει σε συνθήκες πλατειάς αποπολιτικοποιήσης να πλασάρει τον εαυτό του σαν κάποιο που «νοιάζεται» και που μπορεί σε ατομικό επίπεδο να δώσει κάποια λύση. Σε οποιοδήποτε πρόβλημα: από την Κορώνεια μέχρι την κυρία που ερωτεύτηκε τον 24χρονο φίλο του γιού της.  

Επομένως πώς να «αποδομήσεις» τον Ψωμιάδη; Εδώ σκάνδαλο προέκυψε με τον κουμπάρο του πρόπερσι και σήμερα ουδείς θυμάται τίποτα: όχι γιατί δεν έγινε δα και τίποτα (..όλο και κάτι θά’ γινε). Αλλά γιατί ο κόσμος, ακριβώς, του συγχωρεί να είναι και λίγο λαμόγιο.. Όλοι τα παίρνουν σου λέει, αυτός τουλάχιστον είναι καλό παιδί (αγαπάει και τη μανούλα του, έτσι;)

Σεμινάρια πολιτικής δίνει ο Πανίκας μην το συζητάς. Φαντάζομαι ότι αν χρέωναν στο Foucault καμιά εργασία αποδόμησής του θα έσκιζε τα πτυχία του ο Γάλλος: τί να αποδείξει; Ό,τι προκαλεί αλλεργία σε ένα διανοούμενο ο Ψωμιάδης το κάνει, και μάλιστα όχι κρυφά αλλά ολοφάνερα, και μάλιστα το διατυμπανίζει με κάθε τρόπο. Ανάποδα παν τα πράγματα. Ο Πανίκας αποδομεί το πολιτικό σκηνικό. Είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση πολιτικού προσώπου που δεν νοιάζεται για κανένα comme il faut, που δεν διδάσκει καμμία ηθική (με την έννοια δεν βάζει κανένα πρόταγμα π.χ. σοσιαλιστικό ), που δείχνει το ίδιο ευάλωτος τελικά στη δημόσια κριτική με την οποιαδήποτε κυρία των πρωινάδικων αλλά ταυτόχρονα τους χορεύει όλους στο ταψί: αν σε κράξει ο Ψωμιάδης κε Καραμανλή και κε Παπανδρέου δεν την έχεις και τόσο καλά..Και αυτό συμβαίνει γιατί κάνει ό,τι ακριβώς δεν θα έπρεπε να κάνει (σύμφωνα με κάποιο άτυπο κι άγραφο κώδικα δημόσιας συμπεριφοράς των πολιτικών προσώπων), και άρα δεν έχεις να του προσάψεις τίποτα: προφανώς αυτή η δημόσια συμπεριφορά είναι και η αντίστοιχη των ψηφοφόρων ΤΟΥ (και όχι της ΝουΔούλας, οι ψήφοι δικοί του είναι).

[Να ξεκαθαρίσω και κάτι άλλο: ο Πανίκας εφαρμόζει την πολιτική της ΝΔ. Πώς το λένε είναι αστός πολιτικός και στα σοβαρά ζητήματα έχει όλη τη σοβαρότητα της τάξης που υπηρετεί, μη σας δημιουργηθούν άλλες εντυπώσεις απ’ όσα γράφω. Κλαίγεται για τη λιτότητα αλλά υπηρετεί την πολιτική της λιοτότητας με χίλια. Η μόνη αποδόμηση που μπορεί να τον εξουδετερώσει είναι ο λαός να έρθει σε ρήξη με αυτή την πολιτική συνολικά. ΚΚΕ δηλαδή, μη ξεχνιόμαστε..] 

Όσο το σκέφτομαι ο Πανίκας έχει λιγότερα κοινά με το Μεταξά ή τον Παττακό (ή τον Περόν) και περισσότερα με τους Sex Pistols: βγάζει προς τα έξω, με τον πιο ξεκάθαρο και εκκωφαντικό τρόπο την πραγματική «ηθική» του πολιτικού συστήματος. Δώσ’τους ό,τι θέλουν για να βγεις.Βγες και στρίμωξέ τους στη στρούγκα με χαριτωμενιές και χατιράκια. Κι άμα σου την πει η απρόσωπη εξουσία κι οι διανοούμενοι (που  ούτε την ορθογραφία της λέξης «λαός» δεν ξέρουν) σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο.Όλος  ο αστισμός σέρνεται σαν τα γουρούνια στον ίδιο βούρκο, απλά ο Πανίκας δεν φοράει γαλλικές κωλώνιες..  

He’s so pretty, oh so pretty vaaaaaaaaacant..And he don’t care

Ακούστε’ δω boys and girls,

Κλείσανε ήδη (στις 22 του μηνού), πέντε χρονάκια από τη μέρα που την έκανε ο θείος Joe.Και, μολονότι τα κλισέ είναι μια σιχαμερή συνήθεια, εμείς στο Regimiento λέμε πως ο κόσμος έγινε φτωχότερος.Γιατί μας άφησε ένας ευαίσθητος άνθρωπος, λαϊκός, με ταλέντο, χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ειλικρίνεια. Πώς είναι οι ροκ (χα!) σταρ; No fuckin’ relation..

Να σας πω τί παίζει με το Joe και την πάρτη μου..Κατ’αρχήν είμαι κι εγώ ένας από κείνους ποno elvis,beatles and the rolling stonesυ συμφωνούν με το Jagger ότι οι Clash είναι (ήταν και θα είναι) «the only band that matters». Τι γιατί;Γιατί ήταν οι μόνοι (πρώτοι πάντως σίγουρα) που στο καρακατσουλιό του punk έπιασαν κι εξέφρασαν μια νέα, γνήσια και καλλιτεχνική πρόταση – και όλες αυτές οι λέξεις με πλήρες το νόημά τους. Οι Clash , μάλλον από ένστιχτο περισσότερο , καταπιάστηκαν με τις μουσικές από τις λαϊκές κουλτούρες που είχαν γύρω τους. Το έκαναν μέσα από το δικό τους τρόπο, με τιμιότητα και τελικά αποτελεσματικά: το rock’n roll της λευκής Λονδρέζικης πλέμπας, η reggae της κοινότητας των Καρριβιανών μεταναστών, ακόμα και το rap που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν στα σπάργανα.Έπαιξαν συναυλίες για απεργούς, εμφανίστηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη στο – αμφιλεγόμενο βέβαια – «Rock Against Racism», φόρεσαν το μαντήλι των Sandinistas, τραγούδησαν με τους δικούς μας την «red flag» στην Ανδαλουσία ( «Spanish Bombs» το κομμάτι), κατήγγειλαν τα Faukland και κάλεσαν την αγγλική νεολαία να αρνηθεί την κατάταξη, μας είπαν την αλήθεια για τις «Washington Bullets» και όταν όλα έφτασαν στα όριά τους τ’ ομολόγησαν: «I Fought the law/and the law won».. 

Και, το καλύτερο απ’όλα: έφτιαχναν συναρπαστική μουσική. Δεν κώλωσαν μπροστά στη φαντασία τους , τους βγήκε ένα δυνατό χαρμάνι ήχων που το εξελίσσαν από δίσκο σε δίσκο. Μεγάλη υπόθεση. Για κάθε καλλιτέχνη δηλαδή..

Ο Joe γούσταρε να παρουσιάζει τους Clash ως «the last gang in town».. Θυμάστε ένα παλιό γουέστερν το «Wild Bunch»? Όπου μια συμμορία αχρείων, για κάποιες ελάχιστες μέρες αποφάσισε να βάλει την ηθική και την ευγένεια πάνω από το στυγνό υπολογισμό του desperado κι έγινε ολοκαύτωμα για να εκδικηθεί το χαμό του πιτσιρικά της παρέας από τους «νόμιμους» φονιάδες του επίσημου κράτους. (Καλά η ταινία αυτή είναι ένα θέμα μόνη της..). Δεν έχει σημασία εδώ σε τί από αυτή τη συμμορία έμοιαζαν οι Clash: σημασία έχει, ότι επέλεξαν το σωστό δρόμο. Επέλεξαν να παν με τους ρομαντικούς, τους «δικούς τους» επαναστάτες, επέλεξαν να είναι καλοί όχι ως αδυναμία αλλά ως συγκατάβαση. 

Γιατί φίλος, οι Clash δεν μπήκαν ποτέ σε κανένα στερεότυπο που μπήκαν οι πάνκηδες: δεν έγιναν καρικατούρα σαν τον Lydon, ούτε πουρόκερς σαν τους Stranglers, ούτε εστέτ σαν το Weller ή τη Siouxsee. Επέμεναν να παίζουν για τον κοσμάκη, και να μιλάν για τη ζωή του κοσμάκη. Σαν Άγγλοι βέβαια κι όχι σαν πιθήκια. Αν κάποτε γραφτεί η ιστορία της λαϊκής μουσικής του νησιού να ξέρετε ότι οι Clash είναι ένα μεγάλο της κεφάλαιο..

Και βέβαια το πνεύμα αυτής της ιστορίας ήταν ο Joe. Ξέρετε ότι η τελευταία συναυλία που έδωσε ήταν σε μια απεργία των πυροσβεστών (αν δεν κάνω λάθος) στο Λονδίνο; Ξέρετε ότι δική του ιδέα ήταν να ονομάσει το δεύτερο δίσκο των Clash «Giv’Em Enough Rope» – από τη γνωστή ατάκα του Marx, για τους καπιταλιστές που θα σου πουλήσουν και το σκοινί που θα τους κρεμάσεις.Έζησε κάμποσα χρόνια σαν μουσικός του μετρό στο Λονδίνο, και άλλα πάλι στο Παρίσι όπου καθάριζε τις τουαλέτες της Όπερας.

«Θυμάμαι τα τσογλάνια τους λεφτάδες: μολονότι είχε τασάκι στις τουαλέτες, αυτοί επέμεναν να ρίχνουν τις γόπες στο πάτωμα. Περιφρονούσαν το φουκαρά που τις μάζευε, εμένα, με το χειρότερο και πιο φυσικό γι’αυτούς τρόπο..».

Έτυχε να δω το Joe με τους Mescaleros – την τελευταία του μπάντα, στην πόλη μου το 2001. Φωνή δεν τού’χε μείνει, μουσικός σπουδαίος ποτέ δεν ήταν, αλλά μας έστειλε όλους σπίτια μας εξουθενωμένους. Αυτός μάλλον θα την είχε χειρότερα: πόσες φορές να κρεμάστηκαν στα χείλη του πόσες χιλιάδες βλέμματα, πόσοι δεσμοί υπόγειας αλληλεγγύης στήθηκαν με δική του ευθύνη;

Δεν πέθανε με κανένα εντυπωσιακό τρόπο. Έβγαλε το σκύλο του βόλτα κι έφυγε ήσυχα από ανακοπή. Οι εταιρίες λέει ετοίμαζαν την επιστροφή των Clash..Χα! Όχι που θα τους άφηνε… 

(Το κομμάτι μιλάει για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, την εντατικοποίηση της εργασίας, την πιεστική καθημερινότητα, την προβολή του επουσιώδους ως κύριο, τα στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας. Ψάχ’τε τους στίχους του «Magnificent Seven»)