ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..
ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..

«Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι άχρηστος. Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι απλά γεννημένος χαμένος. Προορισμένος να χάνεις.Άχρηστος για όλους.Για οτιδήποτε. Επειδή είσαι πολύ μεγάλος, ή πολύ μικρός, ή πολύ χοντρός ή πολύ αδύνατος. Πολύ άσχημος, πολύ τό’ να και τ’άλλο. Τραγούδια που σε καρφώνουν στο πάτωμα ή σε κοροϊδεύουν για την κακιά σου τύχη ή τη δύσκολη ζωή σου. Είμαι στο δρόμο για να πολεμήσω αυτά τα τραγούδια μέχρι την τελευταία μου ανάσα και την τελευταία στάλα του αίματός μου.Είμαι στο δρόμο για να τραγουδήσω τραγούδια που θα σου αποδείξουν ότι αυτός είναι ο κόσμος σου κι αυτό ακόμα κι αν σε χτύπησε πολύ σκληρά .. Θα μπορούσα να ξεπουληθώ στην άλλη πλευρά. Στα χοντρά φράγκα και να παίρνω αρκετά δολλάρια κάθε βδομάδα απλά για να σταματήσω να τραγουδάω αυτό που τραγουδάω και να τραγουδάω το είδος που σε βάζει κάτω ακόμα χειρότερα κι αυτά που σε κοροϊδεύουν ακόμα κι αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν έχεις στάλα μυαλό. »   

Γίγαντας ο Woody Guthrie. Σημείο αναφοράς για οποιονδήποτε Αμερικάνο μουσικό που θέλει να έχει «κοινωνική» άποψη. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί εγώ όσο και να στύψω το μυαλό μου σ’ένα Phil Ochs,άντε τους Fugs, ένα Charlie Haden, έναν Art Blakey σταματάει. Κι οι δυο τελευταίοι είναι τζαζίστες (πάντως ο Charlie Haden με τους Liberation Music Orchestra διασκεύασε σε φρη τζαζ, κομμάτια του ισπανικού εμφυλίου, όπως το Quinto Regimiento, το τραγούδι του Μετώπου του Hans Eisler κλπ.) , οπότε σε γενικές γραμμές μην περιμένεις προσιτές φόρμες, ή έστω στίχους.  Και μην ακούσω τώρα για τίποτα Dylan και Baez.. Σαν να συγκρίνεις το Λένιν με το Μπερτιννότι. Ή εκείνο τον απίθανο του ΓΚΚ πριν λίγα χρόνια τον Ρομπέρ Υ. (.. επίσης ίδια φάση με το Guthrie ήταν στα 60ς ο Hamilton Camp, αν κι εκεινού η καρριέρα σταμάτησε νωρίς.).
Βασικά ο Guthrie ήταν σπουδαίος για τρεις λόγους. Ο ένας γιατί είχε καταλάβει την ταξική διάρθρωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Οι εργάτες δουλεύουν και τ’αφεντικά κονομάνε. Ο δεύτερος γιατί είχε την παλικαριά να πάει με τους εργάτες. Κι ο τρίτος γιατί είχε καταλάβει επίσης ότι μπορεί μεν να «τραγουδάς» για τους εργάτες αλλά στ’ αλήθεια να τους παραμυθιάζεις όπως θέλουν οι αστοί. Να παρουσιάζεις τη ζωή τους χωρίς προοπτική , να τους διηγείσαι τη μιζέρια ως «αναγκαία» και   αναπόδραστη. Να τους γελάς με τραγούδια «ερωτιάρικα», να τους παραμυθιάζεις πως η φτώχεια έχει κάτι «αξιοπρεπές» και γοητευτικό πάνω της. Να τους δίνεις δίκηο για τα «αχ» και τα «βαχ» αλλά κουβέντα, για το ποιος ευθύνεται που η ζωή τους είναι τέτοια κι αν κάποιοι κάπως, κάποτε πάλεψαν ή παλεύουν να την αλλάξουν.Κι αν μπορεί ο εργάτης να την αλλάξει αυτή τη ζωή.
Γιατί βλέπετε είναι άλλο θέμα να είσαι λαϊκός τραγουδιστής κι άλλο να είσαι με το πλευρό του λαού. Εξάλλου το «λαϊκό» τί άλλο από μια φόρμα είναι κατ’αρχήν. Απαγορεύεται δηλαδή κάποιος να μιλήσει στους εργάτες με φαζαριστές κιθάρες, ή με μπίτια; Κανένας νόμος τουλάχιστον δεν το απαγορεύει. (Βέβαια το πώς τα έχουμε τακτοποιήσει στο Ελλάντα είναι ένα τεράστιο θέμα, στον πάτο του οποίου φαίνεται ότι κάποιος «απαγορεύει» τη λαϊκότητα του 21ου αιώνα να έχει κάποια άλλη μορφή: ο Καζαντζιδισμός ζει και βασιλεύει). Θα μου πείτε , δικαίως, ότι όποιος θέλει να είναι λαϊκός πρέπει να παίρνει υπ’όψη και τη φόρμα.Αν ο Θεοδωράκης δεν έγραφε κομμάτια σε μπουζούκι δεν θα έπαιζε το ρόλο που έπαιξε. Καμιά αντίρρηση μεν, αλλά φόρμα και περιεχόμενο δεν ταυτίζονται: στο ένα προοδευτικό δημιόυργημα με μπουζούκι του Θεοδωράκη αντιστοιχούν δεκάδες τσιφτετελοσκουπίδια.
Η κρίσιμη έννοια στο πως τοποθετείται κανείς δημιουργός απέναντι στο λαό (στους «από κάτω» της ταξικής διάρθρωσης ) είναι μια. Να του λες την αλήθεια.
Πάρ’τε ένα παράδειγμα απ’τον ελληνικό κινηματογράφο. Οι λαϊκές γειτονιές ζωγραφίζονται σχεδόν ειδυλλιακές στις ταινίες του Φίνου. (βοηθάει και το ασπρόμαυρο φιλμ εδώ που τα λέμε, και οι παράγκες φαίνονται κουκλόσπιτα). Όσοι απο μας – και είμαστε η πλειοψηφία πλέον στον ελληνικό πληθυσμό – δεν ζήσαμε τις γειτονιές του ’60 βλέποντας τις ταινίες του ’60 διαμορφώνουμε μια τέτοια άποψη. Φτώχεια αλλά αξιοπρέπεια. Η «Συνοικία τ’ Όνειρο» ωστόσο λέει τα σύκα σύκα ( σ’ ότι αφορά τη δεκαετία του ’60 μιλάω) … Για τα κορίτσια του λαού που εκπορνεύονται. Για τις  βρωμογειτονιές και τις παραγκουπόλεις. Για το πως ο ένας φτωχοδιάβολος κοιτάει να ρίξει τον άλλο. Για το πως ο πιο αδύναμος, μέσα στους αδύναμους, ποδοπατιέται, οδηγείται στην απελπισία και τελικά στην αυτοκτονία. Για την αθλιότητα της καθημερινής ζωής σ’αυτές τις αλάνες.
Οι ταινίες του Φίνου έλεγαν ψέμματα. Η «Συνοικία Τ’όνειρο» την αλήθεια. Η τελευταία σε συγκλόνιζε, και σε συγκλονίζει. Οργίζεσαι και ψάχνεσαι. Ο «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» – που μάλιστα για να πάρεις μέρος σε ταινία έπρεπε να έχεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων – σε αποκοιμίζει. Κι ακόμα χειρότερα: σήμερα, 40 χρόνια μετά αυτά τα σκουπίδια πλήρως αυτονομημένα ως προϊόντα από την εποχή τους, εξακολουθούν να διαμορφώνουν «αισθητικό» κριτήριο: ο λεβεντομαλάκας με την «καλή καρδιά» είναι «λαϊκό» πρότυπο. Βέβαια ο λ/μ δεν ξέρει τι παναπεί απεργία, συνδικάτο, δεν έχει ακουστά για πολιτικούς κρατούμενους, δολοφονίες. Γιατί , ναι, εκτός απ’τα ναζάκια της Αλίκης ΑΥΤΗ ήταν η δεκαετία του ’60.
Ελπίζω να μην μου πείτε τί σχέση έχει ο Woody Guthrie με το ελληνικό σινεμά. Η σχέση είναι μια: το κριτήριο που ορίζουμε ένα έργο τέχνης ως προοδευτικό. Και το πως επιδρά στη συνείδηση ο καθορισμός ενός έργου ως προοδευτικού ή όχι. Ας αφήσουμε την έννοια «λαϊκό» σε δεύτερη μοίρα.
Εδώ νομίζω ότι σηκώνει πολύ συζήτηση. Μέχρι αίματος δηλαδή. Πάρ’τε για παράδειγμα τα λόγια του Guthrie. Είμαι εδώ για να πολεμήσω τα τραγούδια που σε κάνουν να νιώθεις χαμένος. Αλήθεια τί τραγούδια έλεγε ο Καζαντζίδης ας πούμε; 
Λαϊκά.Λαϊκότατα. Με σεβασμό στην παράδοση, με δουλειά από πίσω, ωραίους μουσικούς – καμμιά αντίρρηση. (εγώ δεν ακούω τέτοια, αλλά τέλος πάντων επ’αυτού δεν έχω να προσάψω τίποτα). Οι στίχοι του τί έλεγαν; ο φουκαράς ο μετανάστης στη Γερμανία όλο κλαίγεται, και δώσ’του στο σταθμό του Μονάχου, κι η μανούλα, κι η φτώχεια κι εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. (ξέρω..από άλλο τραγούδι είναι αυτό).
Έλα όμως που οι μετανάστες στη Γερμανία μπαίναν σε σωματεία. Δίναν μάχες για την παραμονή τους εκεί, για να χτίσουν κοινότητες, σχολεία, για να κατοχυρώσουν συντάξεις.. Στα χρόνια της χούντας πάλεψαν για τη δημοκρατία και τους πολιτικούς κρατούμενους – κι εδώ στην Ελλάδα οι λαϊκοί καλλιτέχνες, κάθε είδους και μορφής, εξακολουθούσαν σε δίσκους και ταινίες να αποκοιμίζουν το λαό με κλαψουρίσματα και βαρυγκώμιες. Το πραγματικό τραγούδι του μετανάστη το είπε μετά τη χούντα ο Λάκης Χαλκιάς. Θυμηθείτε τους στίχους της «Φάμπρικας».
Ωραία. Ας πούμε ότι λύσαμε: άλλο λαϊκός κι άλλο προοδευτικός. Κι ας πούμε ότι λύσαμε και το ζήτημα της φόρμας: προοδευτικός μπορεί να είναι κι ένας που παίζει κλαρίνα, κι ένας που παίζει σκα πανκ. Εξίσου λαϊκός – από την άποψη θεματολογίας και αποδοχής -μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε.
Το πρόβλημα υπάρχει όταν μπερδεύονται οι έννοιες. Όταν το προοδευτικό ταυτίζεται με το λαϊκό. Ή με το έντεχνο. Και ξαφνικά ο οποιοσδήποτε χλιμίτζουρας κλαψουρίζει ακαταλαβίστικους στίχους που έχουν περισσότερες άγνωστες λέξεις απ’τα σουξέ της Βανδή αυτομάτως περνάει για «προοδευτικός».      
Μου βγαίνει μεγάλο, και δεν προλαβαίνω. Πάρ’τε ένα βιντεάκι του σ. (ήταν μέλος του ΚΚΗΠΑ) Woody Guthrie και θα επανέλθουμε..

Σήμερα το πρωϊ, στην εκπομπή της Μαριέττας (όχι εκείνης, από που κι ως που εκπομπή εκείνη!) ήταν σύντροφοι και φίλοι προσκεκλημένος ο……Πανίκας ο Ψωμιάδης. Δεν σας κάνει εντύπωση είπατε;

Συνεχίζω.. Η εκπομπή αυτή είναι βέβαια πρωινάδικο, αλλά απ’όσο κατάλαβα με γερές δόσεις μεσημεριανάδικου, παναπεί παίρνουν τηλέφωνο διάφορες κυρίες και λέν ατάκες του τύπου «είμαι 22 χρονώ κι ο 58άρης σύζυγος μου δεν με ικανοποιεί σεξουαλικά», οπότε και το πάνελ χωρίζεται σε αντίπαλα στρατόπεδα κι αρχίζουν εκεί να μαλώνουν μεταξύ τους «όχι πρέπει να τιμάει το στεφάνι της», «ναι, αλλά και 22 χρονών τί να κάνει η παντέρμη», και «γιατί κοριτσάκι μου παντρεύτηκες τόσο μικρή ένα τόσο μεγάλο» και τέτοια. Και, φαντάζομαι, στο τέλος θα της δίνουν δώρο κανά αποχυμωτή – δεν πιστεύω να της στέλνουν κανά πιτσιρικά να τη φτιάχνει.

Οπότε, λέμε, σήμερα ο Πανίκας πήρε θέση (ναι, με το world famous και full of acclaim ύφος του) σε μια τέτοια περίπτωση: μια κυρία ερωτεύτηκε λέει τον 24χρονο φίλο του γιού της..Και τα έχουν – αν κατάλαβα καλά, γιατί μη νομίσετε, μεταξύ ύπνου-ξύπνιου παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα.. Οπότε να πούμε ο Πανίκας τα χώνει στην κυρία, «και τί είναι αυτά», «και να τιμάς το στεφάνι σου»(επίσης) και διάφορα τέτοια. Τη στόλισε την κυρία κανονικότατα. Και μετά, κοντραρίστηκε και με μια ξανθούλα εκεί στο πάνελ που έλεγε «μα εδώ μιλάμε για έρωτα » (ήταν με την κυρία αυτή), οπότε της γυρνάει ατάκα «εσύ κοπελιά έχεις ερωτευτεί ποτέ;» – και όχι ότι η γκόμενα κώλωσε αλλά μαζεύτηκε σαφώς..

Και μετά δεν ξέρω τί έγινε, είπα να πάω κι απ’το γραφείο μια βόλτα..

Γιατί τα γράφω αυτά; (μέρες που είναι, και με το κεφάλι πό’ χω..)

Δείτε λίγο: για τον Πανίκα έχουν ήδη γραφτεί σεντόνια ολόκληρα για το πόσο λαϊκιστής είναι (λένε οι κουλτουριάρηδες), πόσο φασίστας (λένε πολλοί), πόσο γραφικός (λένε οι πιο ευγενικοί), και γενικώς τον στολίζουν με επίθετα αρνητικά. Τα οποία να σας πω μπορεί και να ισχύουν όλα σε κάποια αναλογία το καθένα. Ο χαρακτηρισμός όμως ότι οι Σαλονικιοί είναι δεξιοί επειδή βγάζουν τέτοιο νομάρχη είναι λάθος: για την ακρίβεια οι Σαλονικιοί μπορεί να είναι δεξιοί για χίλιους δυο άλλους λόγους, αλλά όχι για το νομάρχη. Γιατί ο Πανίκας, άμα γουστάρει βγαίνει δήμαρχος Αβάνας, Παρισιού, Νταρ Ες Σαλάμ, Σαν Φρανσίσκο και βάλε. Δηλαδή άμα δεν τον φάνε τα κυκλώματα μπορεί και πλανητάρχης να κατέβει..

Και εξηγούμαι: κατ’αρχήν ο πολιτευτής (συμβατικά μια έννοια χρησιμοποιούμε) ποιο αντικειμενικό σκοπό έχει; Να εκλεγεί. Πώς οι μεγάλοι θεωρητικοί του πολέμου το έχουν περιγράψει; «Μία τακτική είναι η σωστή  αυτή που θα νικήσει» (Από τον Σουν Τζου μέχρι τον Μακκιαβέλι, τον Κλαούζεβιτς και το Λένιν). Αν προκειμένου να εκλεγεί ο Πανίκας δεν πρέπει να αφήνει κανένα δυσαρεστημένο θα το κάνει: μεγάλη ομάδα ο ΠΑΟΚ, μεγάλη ομάδα ο Άρης, ο Ηρακλής, ο Απόλλων, ο Αχιλλέας Τριανδρίας, ο Κεραυνός Δενδροποτάμου. Θα πάει σε εκδήλωση των βασιλοφρόνων Γιαννιτσών αλλά θα συναντηθεί και με τον Αλαβάνο για τα προβλήματα της Κορώνειας – όπου θα αλληλοεκτιμηθούν κιόλας.. Μεγάλος πολιτικός ο Ανδρέας Παπανδρέου, μεγάλος ο Χαρίλαος, μέγιστος ο Καραμανλής.. Θα έρθει στο γάμο σας, θα έρθει στα βαφτίσια, στα εγκαίνια, στα συλλαλητήρια, στις ημερίδες, σε επιστημονικές εκδηλώσεις, σε καλλιτεχνικές, σε δοξολογίες και σε λαϊκές αγορές. Θα μοιράσει ούζα το δεκαπενταύγουστο, θα μαζέψει χρήματα τα Χριστούγεννα για τους Έλληνες της Ίμβρου, θα γίνει θέμα στο πανελλήνιο για το αλβανόπουλο που σηκώνει την ελληνική σημαία στη Μηχανιώνα και παράλληλα θα εξυπηρετεί όσους (και πιστέψτε με είναι πολλοί) παράνομους μετανάστες του το ζητήσουν στη Νομαρχία. Θα πλημμυρίσουν τα χωριά, θα ανέβει με το αδιάβροχο στο τραχτέρ και θα βρεθεί μόνος αυτός από τους κυβερνητικούς, μαζί με τον κοσμάκη – που, καλός μαλάκας κι ο κοσμάκης, θα χαρεί και θα αισθανθεί δίπλα του την εξουσία δι’αυτού του τρόπου (ε, ναι γενικώς: βρίσκει και κάνει ο Πανίκας..).

Οπότε, λέω ο Πανίκας αμέσως έχει ένα πλεονέκτημα που κανείς άλλος δεν έχει. Φαίνεται ότι είναι ένας από «μας». (Καλά όχι «εμάς» του Regimientoυ, το μέσο όρο των ψηφοφόρων της περιφέρειάς του). Όχι απλά είναι λαϊκός και το δείχνει – το υπερτονίζει – αλλά πέιθει ότι συμπάσχει με τον κοσμάκη. «Πείθει» λέμε, όχι ότι συμπάσχει, εννοείται, πώς να συμπάσχεις όταν μένεις σε μέγαρα. Αλλά κοιτάχτε για να λέμε την αλήθεια, πρέπει να είναι κανείς αρκετά πίσω σε πολιτική συνείδηση για να περιμένει από ένα πολιτικό πρόσωπο να συμπάσχει κυριολεκτικά με την πάρτη του στα δύσκολα: από τους πολιτικούς περιμένεις να διαμορφώνουν πολιτικές ώστε π.χ. να μην πλημμυρίζουν τα χωριά με τις βροχές, ή να μην κλείνουν οι επιχειρήσεις και μένει άνεργος ο κόσμος. Άρα, το συμπέρασμα: η επιτυχία του Ψωμιάδη (το ότι «πείθει») σημαίνει ότι έχει κατορθώσει σε συνθήκες πλατειάς αποπολιτικοποιήσης να πλασάρει τον εαυτό του σαν κάποιο που «νοιάζεται» και που μπορεί σε ατομικό επίπεδο να δώσει κάποια λύση. Σε οποιοδήποτε πρόβλημα: από την Κορώνεια μέχρι την κυρία που ερωτεύτηκε τον 24χρονο φίλο του γιού της.  

Επομένως πώς να «αποδομήσεις» τον Ψωμιάδη; Εδώ σκάνδαλο προέκυψε με τον κουμπάρο του πρόπερσι και σήμερα ουδείς θυμάται τίποτα: όχι γιατί δεν έγινε δα και τίποτα (..όλο και κάτι θά’ γινε). Αλλά γιατί ο κόσμος, ακριβώς, του συγχωρεί να είναι και λίγο λαμόγιο.. Όλοι τα παίρνουν σου λέει, αυτός τουλάχιστον είναι καλό παιδί (αγαπάει και τη μανούλα του, έτσι;)

Σεμινάρια πολιτικής δίνει ο Πανίκας μην το συζητάς. Φαντάζομαι ότι αν χρέωναν στο Foucault καμιά εργασία αποδόμησής του θα έσκιζε τα πτυχία του ο Γάλλος: τί να αποδείξει; Ό,τι προκαλεί αλλεργία σε ένα διανοούμενο ο Ψωμιάδης το κάνει, και μάλιστα όχι κρυφά αλλά ολοφάνερα, και μάλιστα το διατυμπανίζει με κάθε τρόπο. Ανάποδα παν τα πράγματα. Ο Πανίκας αποδομεί το πολιτικό σκηνικό. Είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση πολιτικού προσώπου που δεν νοιάζεται για κανένα comme il faut, που δεν διδάσκει καμμία ηθική (με την έννοια δεν βάζει κανένα πρόταγμα π.χ. σοσιαλιστικό ), που δείχνει το ίδιο ευάλωτος τελικά στη δημόσια κριτική με την οποιαδήποτε κυρία των πρωινάδικων αλλά ταυτόχρονα τους χορεύει όλους στο ταψί: αν σε κράξει ο Ψωμιάδης κε Καραμανλή και κε Παπανδρέου δεν την έχεις και τόσο καλά..Και αυτό συμβαίνει γιατί κάνει ό,τι ακριβώς δεν θα έπρεπε να κάνει (σύμφωνα με κάποιο άτυπο κι άγραφο κώδικα δημόσιας συμπεριφοράς των πολιτικών προσώπων), και άρα δεν έχεις να του προσάψεις τίποτα: προφανώς αυτή η δημόσια συμπεριφορά είναι και η αντίστοιχη των ψηφοφόρων ΤΟΥ (και όχι της ΝουΔούλας, οι ψήφοι δικοί του είναι).

[Να ξεκαθαρίσω και κάτι άλλο: ο Πανίκας εφαρμόζει την πολιτική της ΝΔ. Πώς το λένε είναι αστός πολιτικός και στα σοβαρά ζητήματα έχει όλη τη σοβαρότητα της τάξης που υπηρετεί, μη σας δημιουργηθούν άλλες εντυπώσεις απ’ όσα γράφω. Κλαίγεται για τη λιτότητα αλλά υπηρετεί την πολιτική της λιοτότητας με χίλια. Η μόνη αποδόμηση που μπορεί να τον εξουδετερώσει είναι ο λαός να έρθει σε ρήξη με αυτή την πολιτική συνολικά. ΚΚΕ δηλαδή, μη ξεχνιόμαστε..] 

Όσο το σκέφτομαι ο Πανίκας έχει λιγότερα κοινά με το Μεταξά ή τον Παττακό (ή τον Περόν) και περισσότερα με τους Sex Pistols: βγάζει προς τα έξω, με τον πιο ξεκάθαρο και εκκωφαντικό τρόπο την πραγματική «ηθική» του πολιτικού συστήματος. Δώσ’τους ό,τι θέλουν για να βγεις.Βγες και στρίμωξέ τους στη στρούγκα με χαριτωμενιές και χατιράκια. Κι άμα σου την πει η απρόσωπη εξουσία κι οι διανοούμενοι (που  ούτε την ορθογραφία της λέξης «λαός» δεν ξέρουν) σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο.Όλος  ο αστισμός σέρνεται σαν τα γουρούνια στον ίδιο βούρκο, απλά ο Πανίκας δεν φοράει γαλλικές κωλώνιες..  

He’s so pretty, oh so pretty vaaaaaaaaacant..And he don’t care

Ακούστε’ δω boys and girls,

Κλείσανε ήδη (στις 22 του μηνού), πέντε χρονάκια από τη μέρα που την έκανε ο θείος Joe.Και, μολονότι τα κλισέ είναι μια σιχαμερή συνήθεια, εμείς στο Regimiento λέμε πως ο κόσμος έγινε φτωχότερος.Γιατί μας άφησε ένας ευαίσθητος άνθρωπος, λαϊκός, με ταλέντο, χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ειλικρίνεια. Πώς είναι οι ροκ (χα!) σταρ; No fuckin’ relation..

Να σας πω τί παίζει με το Joe και την πάρτη μου..Κατ’αρχήν είμαι κι εγώ ένας από κείνους ποno elvis,beatles and the rolling stonesυ συμφωνούν με το Jagger ότι οι Clash είναι (ήταν και θα είναι) «the only band that matters». Τι γιατί;Γιατί ήταν οι μόνοι (πρώτοι πάντως σίγουρα) που στο καρακατσουλιό του punk έπιασαν κι εξέφρασαν μια νέα, γνήσια και καλλιτεχνική πρόταση – και όλες αυτές οι λέξεις με πλήρες το νόημά τους. Οι Clash , μάλλον από ένστιχτο περισσότερο , καταπιάστηκαν με τις μουσικές από τις λαϊκές κουλτούρες που είχαν γύρω τους. Το έκαναν μέσα από το δικό τους τρόπο, με τιμιότητα και τελικά αποτελεσματικά: το rock’n roll της λευκής Λονδρέζικης πλέμπας, η reggae της κοινότητας των Καρριβιανών μεταναστών, ακόμα και το rap που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν στα σπάργανα.Έπαιξαν συναυλίες για απεργούς, εμφανίστηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη στο – αμφιλεγόμενο βέβαια – «Rock Against Racism», φόρεσαν το μαντήλι των Sandinistas, τραγούδησαν με τους δικούς μας την «red flag» στην Ανδαλουσία ( «Spanish Bombs» το κομμάτι), κατήγγειλαν τα Faukland και κάλεσαν την αγγλική νεολαία να αρνηθεί την κατάταξη, μας είπαν την αλήθεια για τις «Washington Bullets» και όταν όλα έφτασαν στα όριά τους τ’ ομολόγησαν: «I Fought the law/and the law won».. 

Και, το καλύτερο απ’όλα: έφτιαχναν συναρπαστική μουσική. Δεν κώλωσαν μπροστά στη φαντασία τους , τους βγήκε ένα δυνατό χαρμάνι ήχων που το εξελίσσαν από δίσκο σε δίσκο. Μεγάλη υπόθεση. Για κάθε καλλιτέχνη δηλαδή..

Ο Joe γούσταρε να παρουσιάζει τους Clash ως «the last gang in town».. Θυμάστε ένα παλιό γουέστερν το «Wild Bunch»? Όπου μια συμμορία αχρείων, για κάποιες ελάχιστες μέρες αποφάσισε να βάλει την ηθική και την ευγένεια πάνω από το στυγνό υπολογισμό του desperado κι έγινε ολοκαύτωμα για να εκδικηθεί το χαμό του πιτσιρικά της παρέας από τους «νόμιμους» φονιάδες του επίσημου κράτους. (Καλά η ταινία αυτή είναι ένα θέμα μόνη της..). Δεν έχει σημασία εδώ σε τί από αυτή τη συμμορία έμοιαζαν οι Clash: σημασία έχει, ότι επέλεξαν το σωστό δρόμο. Επέλεξαν να παν με τους ρομαντικούς, τους «δικούς τους» επαναστάτες, επέλεξαν να είναι καλοί όχι ως αδυναμία αλλά ως συγκατάβαση. 

Γιατί φίλος, οι Clash δεν μπήκαν ποτέ σε κανένα στερεότυπο που μπήκαν οι πάνκηδες: δεν έγιναν καρικατούρα σαν τον Lydon, ούτε πουρόκερς σαν τους Stranglers, ούτε εστέτ σαν το Weller ή τη Siouxsee. Επέμεναν να παίζουν για τον κοσμάκη, και να μιλάν για τη ζωή του κοσμάκη. Σαν Άγγλοι βέβαια κι όχι σαν πιθήκια. Αν κάποτε γραφτεί η ιστορία της λαϊκής μουσικής του νησιού να ξέρετε ότι οι Clash είναι ένα μεγάλο της κεφάλαιο..

Και βέβαια το πνεύμα αυτής της ιστορίας ήταν ο Joe. Ξέρετε ότι η τελευταία συναυλία που έδωσε ήταν σε μια απεργία των πυροσβεστών (αν δεν κάνω λάθος) στο Λονδίνο; Ξέρετε ότι δική του ιδέα ήταν να ονομάσει το δεύτερο δίσκο των Clash «Giv’Em Enough Rope» – από τη γνωστή ατάκα του Marx, για τους καπιταλιστές που θα σου πουλήσουν και το σκοινί που θα τους κρεμάσεις.Έζησε κάμποσα χρόνια σαν μουσικός του μετρό στο Λονδίνο, και άλλα πάλι στο Παρίσι όπου καθάριζε τις τουαλέτες της Όπερας.

«Θυμάμαι τα τσογλάνια τους λεφτάδες: μολονότι είχε τασάκι στις τουαλέτες, αυτοί επέμεναν να ρίχνουν τις γόπες στο πάτωμα. Περιφρονούσαν το φουκαρά που τις μάζευε, εμένα, με το χειρότερο και πιο φυσικό γι’αυτούς τρόπο..».

Έτυχε να δω το Joe με τους Mescaleros – την τελευταία του μπάντα, στην πόλη μου το 2001. Φωνή δεν τού’χε μείνει, μουσικός σπουδαίος ποτέ δεν ήταν, αλλά μας έστειλε όλους σπίτια μας εξουθενωμένους. Αυτός μάλλον θα την είχε χειρότερα: πόσες φορές να κρεμάστηκαν στα χείλη του πόσες χιλιάδες βλέμματα, πόσοι δεσμοί υπόγειας αλληλεγγύης στήθηκαν με δική του ευθύνη;

Δεν πέθανε με κανένα εντυπωσιακό τρόπο. Έβγαλε το σκύλο του βόλτα κι έφυγε ήσυχα από ανακοπή. Οι εταιρίες λέει ετοίμαζαν την επιστροφή των Clash..Χα! Όχι που θα τους άφηνε… 

(Το κομμάτι μιλάει για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, την εντατικοποίηση της εργασίας, την πιεστική καθημερινότητα, την προβολή του επουσιώδους ως κύριο, τα στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας. Ψάχ’τε τους στίχους του «Magnificent Seven»)

Συνήθως τα ντοκυμανταίρ είναι βαρετά ε;

Πόσες φορές σε κουβέντες που έκανες για την σημερινή τηλεόραση, και τη χαβούζα που είναι, δεν είπες «ξέρεις υπάρχουν και άλλα πράγματα που μπορεί να δεί κανείς, όπως ντοκυμανταίρ..», και την ίδια στιγμή, επειδή βασικά είσαι τίμιος με τον εαυτό σου, δεν δαγκώθηκες, μια και συνήθως τα ντοκυμανταίρ είναι πιο βαρετά από την παλιά boring – boring Arsenal της δεκαετίας του ’80.(για τους ποδοσφαιρόφιλους).(..αλλά έχω και παράδειγμα για τους μουσικόφιλους) είναι πιο βαρετά από τα live των Yes. Ή την χιλιοστή φορά που ακούς το «Να μ’αγαπάς» του Σιδηρό σε και καλά έντεχνο μπαράκι.. Ή από την γκόμενα που θα σου παίξει ατάκα «τί ζώδιο είσαι».

Γενικώς: τα ντοκυμανταίρ είναι τόσο ενδιαφέροντα όσο πρωτότυπες ιδέες και ριζοσπαστικές αντιλήψεις μπορεί να βρει κανείς στην επιφυλλίδα του Βήματος. (Χα!) 

[Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό.Ίσως να έχει δημιουργηθεί σε όλους μας μια πιο «διασκεδαστική» αντίληψη για την τηλεόραση, και να μην σου κάνει καρδιά να δεις «για να μάθεις». Ίσως φταίει το Χόλυγουντ που έχει διαμορφώσει την αισθητική μας – κι ας μην το παραδεχόμαστε. Ίσως να φταίει το ότι στην τελική τί μ’ενδιαφέρει εμένα πως τεκνοποιεί το αφρικάνικο κολεόπτερο..]. Αν υποθέσουμε ότι στραβώνουμε με τα ντοκυμανταίρ, επειδή σε γενικές γραμμές δεν μας αφορά η θεματολογία τους, τότε το σωστό είναι να υποθέσουμε ότι υπαρχουν και ντοκυμανταίρ με θεματολογία που να σε αφορά και που ίσως να μάθει κανένας και κάτι. (Γιατί προφανώς ντοκυμανταίρ υπάρχουν χιλιάδες. Δεν είναι όλα σούπες ή αδιάφορα. Άσε που για να γυρίσει κανένας ντοκυμανταίρ για την τεκνοποίηση του κολεόπτερου λέμε, παναπεί πώς κάποιος άλλος ενδιαφέρεται να το μάθει αυτό.)(Βεβαίως αυτός ο τύπος μάλλον θα ζει μια πολύ βαρετή ζωή..).

ΟΚ λοιπόν. Αφού διάβασες ως εδώ φίλος, μάθε και για το σημαντικότερο ντοκυμανταιρίστα του 20ου αιώνα, τον Γιόρις Ιβενς.Joris Ivens

Ο Ίβενς, γεννήθηκε το 1898 στο Νάιμεγκεν της Ολλανδίας και πέθανε το ’89 στο Παρίσι. Τα πρώτα του πρωτόλεια ( καλά, κάν’τε πως δεν είδατε την ταυτολογία) δημιουργήθηκαν το 1912 ενώ η τελευταία του δουλειά έγινε το 1988. Σ’αυτά τα 76 χρόνια στο σύνολο γύρισε 80 έργα, μικρότερης και μεγαλύτερης διάρκειας. Αν και, σύμφωνα με το βιογραφικό σημείωμα στο site του που μπορείτε να βρείτε κλικάρωντας την εικόνα του( αν και μην τους πολυεμπιστευτείτε, κόβουν το έργο τους στα μέτρα τους οι βρωμομπουρζουάδες) , η καταγωγή του ήταν αστική εκείνος από νωρίς κερδήθηκε από την ιδεολογία της εργατικής τάξης και το μαρξισμό. Υπήρξε κομμουνιστής μέχρι το θάνατό του, και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αποτελεί ντοκουμεντάρισμα σημαντικών στιγμών  της πάλης των εργαζόμενων σε διάφορα μέρη του κόσμου, από το Βιετνάμ μέχρι τις Ενωμένες Πολιτείες.  Εντελώς ενδειχτικά σημειώνω:

 – το «Nous batissons» του 1930, ένα φιλμ που καταγράφει τις συνθήκες δουλειάς των οικοδόμων στο Άμστερνταμ, και το οποίο γυρίστηκε κατόπιν πρόσκλησης από το συνδικάτο οικοδόμων της πόλης αυτής.

-το «Philips Radio» του 1931, ένα έργο που ΔΕΝ αφορά ακριβώς την πάλη των εργαζόμενων ή κάτι τέτοιο, αλλά βασικά την διαδικασία κατασκευής των ραδιοφώνων στα εργοστάσια της γνωστής εταιρίας στην Ολλανδία. Η ταινία αυτή αρχικά προοριζόταν για «βουβή» αλλά στη συνέχεια επενδύθηκε με ήχο κι αποτελεί την πρώτη ομιλούσα Ολλανδική ταινία. Εδώ η ματιά του Ίβενς, αν και το θέμα του όπως είπαμε δεν είναι φιλεργατικό ή κάτι τέτοιο, επικεντρώνεται στην ολόπλευρη άνοδο της ανθρώπινης τεχνικής και στις πλατειές δυνατότητες που δίνει στον άνθρωπο η τεχνολογική πρόοδος.΄Εχει δηλαδή μια πιο συνολική πρόταση, που ξεφεύγει απ’το κοστούμι της διαφήμισης που ουσιαστικά του ζήτησε να γυρίσει η Philips.

-«Κομσομόλ -Το τραγούδι των Ηρώων» του 1932. Ένα φιλμ αφιερωμένο στην κατασκευή από εθελοντές κομσομόλους εργοστασιακών εκγαταστάσεων στο Μαγκνιτογκόρσκ της ΕΣΣΔ. ( Το Μαγνιτογκόρσκ ήταν μια από τις βιομηχανικές μονάδες – πόλεις που χτίστηκαν στην ΕΣΣΔ κατά το πρώτο πεντάχρονο. ) Τη μουσική εδώ επιμελήθηκε ο Γερμανός κομμουνιστής συνθέτης Hans Eissler  – συνεργάτης του Kurt Weil και από τους πρωτοπόρους του μινιμαλισμού.

-«Les 400 millions» του 1939, αφιερωμένο στην κοινή (εθνικιστές – κομμουνιστές) πάλη των Κινέζων ενάντια στην ιαπωνική εισβολή και κατοχή της Μαντζουρίας. Σε πλάνα βλέπει κανείς και τον μετέπειτα πρωθυπουργό του Μάο, Τσου Εν Λάι, τον Τσιανγκ Και Σεκ κλπ. Πάλι στη μουσική ο σ. Eissler.

-«Our Russian Front» του 1942. Πρόκειται βασικά για έργο χρεωμένο από τη Σοβιετική κυβέρνηση για προβολή στις ΗΠΑ, στα πλαίσια των διπλωματικών πρωτοβουλιών που οι σοβιετικοί αναλάμβαναν για να σπρώξουν τις ΗΠΑ στον Β’ ΠΠ. Στη μουσική ο D. Sjostakovitsj

-«Indonesia Calling» του 1946. Για προσέχ’τε εδώ τώρα: ο Ίβενς, ήδη το ’46 ήταν πρώτη φίρμα στην υπόθεση των ντοκυμανταίρ. Η Ολλανδική κυβέρνηση του χρεώνει ένα ρεπορτάζ για την εκπαιδευτική και πολιτιστική πολιτική της στην Ινδονησία. Επισήμως , η πολιτική τους βούληση ήταν η ανεξαρτητοποίηση της Ινδονησίας. Ο δικός μας, με το που πιάνει ότι στην πραγματικότητα οι Ολλανδοί θέλουν να ξαναστήσουν το αποικιακό καθεστώς στη χώρα, παρατάει το φίλμ που του ανέθεσαν και σενιάρει αυτό, το οποίο γυρίστηκε παράνομα στις αποβάθρες του λιμανιού του Σίδνευ (της Αυστραλίας): στο φιλμ, καταγράφεται το μποϊκοτάζ των λιμενεργατών του Σίδνευ στα ολλανδικά πλοία, τα οποία μεταφέρουν όπλα για να χρησιμοποιήσουν οι αποικιακές δυνάμεις των Ολλανδών. Το φιλμ αυτό απαγορεύτηκε τότε από την ολλανδική κυβέρνηση για να επιτραπεί λίγο καιρό αργότερα κατόπιν αγρίου σφαξίματος σκηνών. 

-«Friendship Triumphs» του 1952. Πρόκειται για ρεπορτάζ του 3ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών που διεξήχθη στο Αν. Βερολίνο του 1951. Είναι η πρώτη έγχρωμη δουλειά του Ίβενς.

– «Italy is Not A Poor Country» του 1961.Η ιταλική ΔΕΗ (ΕΝΙ) του αναθέτει αυτό το φίλμ για να διαφημιστεί κατ’ουσίαν το έργο της, καθώς εκείνα τα χρόνια εκσυγχρονιζόταν η ιταλική βαριά βιομηχανία. Και εδώ σημαντική είναι η κριτική στάση του Ίβενς – η οποία φαίνεται και στον τίτλο της ταινίας: τα πλάνα της εκβιομηχάνισης, η πλούσια σε πρώτες ύλες και τεχνογνωσία Ιταλία που του ανέθεσε το φίλμ από τη μια , και η ασύλληπτη φτώχεια του Νότου από την άλλη.. Ο Ίβενς κλείνει για μια ακόμα φορά το μάτι στους εργάτες κάτι που καταλαβαίνει η ιταλική κυβέρνηση η οποία επίσης αρνείται να προβάλει στη RAI το ντοκυμανταίρ, παρά μόνο σπαράγματα από τις λήψεις του Ίβενς συγκολλημένα με πιο «καθώς πρέπει» υλικό. Μαζί του οι αδερφοί Ταβιάνι (οι σκηνοθέτες του «Η γη τρέμει «), ο Αλμπέρτο Μοράβια (ο συγγραφέας του «Κομφορμίστα» μεταξύ άλλων) και ο Tinto Brass (από τις τσόντες της «Espresso».Ω ναι, δεν κάνω πλάκα). 
 – «Pueblo Armado» του 1961. Ρεπορτάζ από τη δράση των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης στην Κούβα, και τη σ’υλληψη οπαδών/ συνεργατών του καθεστώτος Μπατίστα σε μια επαρχία της Κούβας.

– «Far From Vietnam» του 1967. Βασικά εδώ τακιμιάζει με το Γκοντάρ, τον Λελούς, το Ρεναί, τον William Klein( έκθεση με φωτογραφίες του οποίου υπάρχει ΤΩΡΑ στη Θεσσαλονίκη, να πάτε) και την Ανιές Βαρντά σ’ένα φιλμ που σχολιάζει το πώς βλέπει η Δύση , το 1967, τον πόλεμο στο Βιετναμ. Το σχόλιο του Ίβενς είναι ένας βομβαρδισμός του Ανόι…

– «Ο 17ος Παράλληλος» του 1968. Ίσως αν κάποιο έργο του είναι κάπως γνωστό παραέξω να είναι αυτό, ένα δίωρο ρεπορτάζ στα χωριά της μεθορίου Βορείου και Νοτίου Βιετνάμ: η καθημερινή ζωή του λαού που αγωνίζεται κάτω από τις ναπάλμ…

-«The People and their Guns» του 1970. Κοινό ντοκυμανταίρ, με ένα μάτσο Γάλλους κινηματογραφιστές, του αντάρτικου των συντρόφων Πάθετ – Λάο, στο Λάος. Μέσα στη ζούγκλα του Λάος γυρισμένο μιλάμε…

Μετά το ’70 η παραγωγή του Ίβενς αραίωσε, μια και είχε ήδη πατήσει τα 70. Το 1967 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.

Η σημασία του έργου του Ίβενς νομίζω βρίσκεται τόσο στο θέμα του, όσο και στην τεχνική του. (στο κειμενάκι αυτό σταθήκαμε στο θέμα, περισσότερο από την τεχνική. Ίσως για την τεχνική να επανέλθουμε..). Και μόνο από τα παραπάνω φιλμάκια που αραδιάσαμε, συμπεραίνει κανείς την άγρια όσο και τίμια ζωή που έζησε αυτός ο προδότης της τάξης του φίλος των προλετάριων, που προτίμησε να γερνάει στα λασποτόπια του Λάος και της Κούβας, που πέρασε τη νιότη του στο Μαγνιτογκόρσκ, που ύμνησε την τεχνολογία σαν δύναμη που απελευθερώνει τον άνθρωπο, που κατήγγειλε τη συσσώρευση πλούτου και την εξαθλίωση της φτωχολογιάς. Τα λέγαμε και για τον Gil -Scott Heron: αν δεν ήταν έτσι, σήμερα από παντού θα ακούγαμε για πάρτη του…

Και… Αφού φτάσατε μέχρι εδώ κάτω, για πάρτη σας από την πάρτη μου: ολόκληρο το «Γη της Ισπανίας», το φιλμ που γύρισε ο Ίβενς το 1937 στη Μαδρίτη για τον εμφύλιο. Σκοπός του φίλμ είναι η συγκέντρωση χρημάτων για την αγορά ασθενοφόρων για τη δημοκρατική Ισπανία, μάλιστα μ’αυτό το φιλμ ο Ίβενς περιόδευσε στις ΗΠΑ για αυτό το σκοπό. Αφηγητής είναι ο Όρσον Ουέλς – ο γνωστός – ενώ στο κείμενο συνεργάστηκε ο Έρνεστ Χέμινγουέι. Στο φιλμ, βλέπετε την Πασσιονάρια, τον Χόρχε Ντίαζ (γρ. του ΚΚΙσπανίας) τον ηγέτη του Regimiento Quinto Ενρίκε Λίστερ και βασικά, τον εργάτη, αγρότη, διανοούμενο της Ισπανίας να μάχεται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αδελφοσύνη (κάπως έτσι περιέγραψε τον Ισπανικό Εμφύλιο ο Andre Malraux). Salud!     

 

Είναι τον τελευταίο καιρό μια περίεργη συζήτηση που πιάνουν τ’αυτιά μου κι έχει να κάνει με τη σάτιρα. Και βασικά τον Λαζόπουλο. Η οποία ξεκινάει, βεβαίως, από το ότι ο Λ.Λ. σαρώνει στις θεαματικότητες. Κάτι που φαίνεται να ενοχλεί. Διάφορους που ζηλεύουν αυτά τα νούμερα, κατ’αρχήν. Και κάποιους οι οποίοι γίνονται στόχος αυτής της σάτιρας (λογικό κι αυτό). Και, τέλος, κάποιους που θα προτιμούσαν, μάλλον, η σάτιρα του ΛΛ να είναι «αλλιώς»: ίσως να μη χτυπάει σε κέντρα εξουσίας, ίσως να μη χαρακηρίζει τους κουκουλοφόρους «ασφαλίτες», ίσως να μη στρέφεται ενάντια στους κατοίκους των Ζωνιανών π.χ. οι οποίοι «έκαναν τα στραβά μάτια» στην εκεί κατάσταση κλπ. Το χειρότερο δε είναι ότι άνοιξε και μια κουβέντα σχετικά με τα όρια της σάτιρας και πού θα πρέπει να στρέφεται.Πώς θα πρέπει να είναι. [ ξέρετε: αποφασίζωμεν και διατάσσωμεν θα γελάτε μόνο μ’αυτά και όχι μ’εκείνα] Διότι, σου λέει, αν από τη μία έχουμε την Πάνια π.χ. που ξεχαρβαλώνει διάφορους φουκαράδες για να χαζογελάν του 8ωρου οι πεσόντες (και διάφοροι επίσης εστέτ που νομίζουν ότι με το να λεν καλά λόγια για την κρεαταγορά της Πάνια γίνονται λαϊκοί – σκατά στα μούτρα τους), έχουμε από την άλλη το Λάκη που, όπως σωστά νομίζω είχε σημειώσει στην Ελευθεροτυπία ο Γ.Ξανθούλης , είναι μια ομάδα μόνος του, χορεύει, τραγουδάει, παρλάρει και έχει ρεύμα..

Το γιατί έχει ρεύμα είναι το ζήτημα. Και η κουβέντα εξηγείται απ’τ’ότι αυτό το ρεύμα πρέπει να κοπεί, να ραφεί, να λειανθεί, να μπει σε κουτάκια και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη.Γιατί πρέπει να μάθουμε, απ’ό,τι φαίνεται να γελάμε με άλλα πράγματα. 

Θυμάστε το «Όνομα του Ρόδου»; (του Έκο, ως βιβλίο. Αλλά και η ταινία του Ζαν Ζακ Ανό, με το Σων Κόννερυ ήταν πολύ καλή, γενικώς ότι από τα δύο πήρε το μάτι σας μέσα είστε). Ανάμεσα στα άλλα που αφορούσε, το έργο ήταν ένας ύμνος στο γέλιο. Το γέλιο ως άρνηση των θεσμών. 

Δηλαδή να εξηγήσω. Στο Όνομα του Ρόδου, γίνονται μια σειρά φόνοι σε ένα απομονωμένο μοναστήρι στα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα (έχει μια σημασία αυτό το «ύστερος»..). Το τρομερό μυστικό που κρύβεται πίσω από αυτά τα εγκλήματα είναι η ανάγνωση από κάποιους μοναχούς ορισμένων σελίδων από ένα σύγγραμμα του Αριστοτέλη, το οποίο αφορά στην κωμωδία, και τη σάτιρα και τον τρόπο που η τελευταία «προκαλώντας την ευχαρίστηση του αστείου, αποβλέπει στην κάθαρση».Σημειώνει μάλιστα ο Αριστοτέλης πως δεν είναι τυχαίο ότι μόνο ο άνθρωπος απ’ όλα τα πλάσματα γελάει.

Όλα τούτα συνιστούσαν έγκλημα να τα μελετάει ένας μοναχός – μην ξεχνάτε ότι εκείνα τα χρόνια οι μοναχοί ήταν οι οργανικοί διανοούμενοι των κυρίαρχων τάξεων, η απόλυτη ελίτ της γνώσης. Διότι με το γέλιο χάνεται ο σεβασμός. Εξισώνεται ο ανώτερος με τον κατώτερο, με την κίνηση της εξίσωσης να είναι καθοδική: ο – συμβατικά μιλάμε πάντα -κατώτερος κάνοντας πλάκα, μ’οποιονδήποτε τρόπο (μίμηση, χυδαιολογία, θεατρική πράξη, απλό ανέκδοτο κλπ.) με τον ανώτερο τον φέρνει στα ίσα. Ουσιαστικά τον αμφισβητεί. Προφανώς και η αμφισβήτηση από μόνη της δεν φτάνει για να φέρει τούμπα κάποια πράγματα. Χρειάζεται να μεσολαβήσουν άλλοι μηχανισμοί για να μετατραπεί σε πολιτική, και τελικά επαναστατική, συνείδηση η αυθόρμητη αρχική αμφισβήτηση. Δεν παύει όμως να είναι ένα ξεκίνημα. Το οποίο αν καναλιζαριστεί ή καλουπωθεί σε ορισμένα στερεότυπα θα παραμείνει ακίνδυνο.Γι’αυτό εξάλλου και από τα αρχαία χρόνια οι άρχοντες, κάθε λογής, φρόντιζαν για τον «πολιτισμό» των από κάτω.      

Για να μη χαθούμε, να τελειώνω λίγο με το παράδειγμα του Έκο: επειδή λοιπόν η αμφισβήτηση του γέλιου μπορεί να φτάσει σε αμφισβήτηση συνολικά του συστήματος αξιών -οι οποίες βέβαια δεν φυτρώνουν στο χώμα αλλά καλλιεργούνται μεθοδικά από τους κυρίαρχους – κι επειδή σήμερα μπορεί να μαθαίνουμε ότι το γέλιο είναι αθώο, αύριο να κοροϊδεύουμε τους μοναχούς , μεθαύριο να διακηρύξουμε ότι δεν υπάρχει θεός κι ύστερα ίσως να μπουκάρουμε με τα σπαθιά να κάψουμε τα μοναστήρια, πρέπει, κατά τη γνώμη του δολοφόνου του Έκο να πεθάνουν όσοι προσεγγίζουν αυτή τη γνώση. Τη γνώση της σημασίας του γέλιου , εννοείται.Και βέβαια, στο τέλος του βιβλίου το μυστηριώδες αυτό μοναστήρι παίρνει φωτιά όπου χιλιάδες τόμοι γνώσης καίγονται προκειμένου να μην κινδυνεύσει, κατ’ελάχιστο, η διανοητική πρωτοκαθεδρία του ιερατείου…

Ακραία κάπως τα συμβάντα του βιβλίου αλλά το νόημα σαφές. Η γνώση είναι δύναμη. Και η αμφισβήτηση δυνάμει επαναστατική. Και το γέλιο, κάτι ακριβό, μια και πρέπει να ξεσκεπάζει συναισθήματα και να απελευθερώνει σκέψεις [ να γιατί πιστεύω ότι η εκπομπή της Πάνια είναι φασιστική: σε βάζει να γελάς με τον κατώτερο. Την ανάγκη σου να εκτονωθείς και να ξεσκάσεις στην σπρώχνει σε μια κατεύθυνση που όχι μόνο δεν σε απελευθερώνει αλλά σε αναγκάζει να κυττάξεις ακόμα πιο χαμηλά. Το όποιο, ξέσπασμά σου, έχει να κάνει με τ’ότι καταλαβαίνεις πως υπάρχουν άνθρωποι πιο κάτω από εσένα. Κι όχι να ψαχτείς ότι η δική σου κατάσταση χρειάζεται να έρθει τούμπα συθέμελα, έστω να γίνει λίγο καλύτερη].

Πάμε λοιπόν στο ΛΛ. Από πριν λέμε, το αντικειμενικό είναι ότι παράγει γέλιο. Και πριν πάμε στο ότι σατιρίζει την εξουσία, ας σταθούμε λίγο στη σάτιρα ορισμένων λιγότερο ή και καθόλου σημαντικών περιπτώσεων: την κα Ρούλα ας πούμε. Ή τον Γαλάτη ξερωγώ.. Μα γιατί, έλεγε προχτές βράδυ στην εκπομπή του ο Τριανταφυλλόπουλος,θά ‘πρεπε να στέκεται στην κα Ρούλα; Δεν ασκεί και καμιά εξουσία δα η γυναίκα.. [ στην προχτεσινή μνημειακή εκπομπή δε, την ίδια άποψη μοιράζονταν ο Κακέτσης, η Σαρρή, ο ταξίαρχος Λεβένταγας κλπ. Το καταγράφω απλά.]

Ανάποδα το ερώτημα: γιατί οι άλλοι ασχολούνται με την κα Ρούλα; Γιατί τα μεσημεριανάδικα την «παίζουν»; Γιατί ακόμα και βραδινά δελτία ασχολούνται μαζί της; Κι επίσης, γιατί τόσος (όσος) κόσμος παρακολουθεί αυτές τις εκπομπές; Θέλω να πω ποιος και γιατί έχει κάνει δημόσιο πρόσωπο την κάθε κα Ρούλα; Ποιος και γιατί θέλει , το κομμάτι αυτό του πληθυσμού που βλέπει τέτοιες εκπομπές, να ασχολείται με μια μάλλον τετριμμένη περίπτωση γεροντοκαψούρας; Ποιον συμφέρει κυρία μου να αποβλακώνεται ο κοσμάκης;

Μήπως η σάτιρα τέτοιων προσώπων ενοχλεί τελικά γιατί, ως σάτιρα, αποκαλύπτει ακριβώς το μηχανισμό που κάνει το μυαλουδάκι μας πουρέ; Βλέπω ας πούμε το Λάκη: σε αντίθεση με τη σοβαροφάνεια (και είμαι απόλυτα ακριβής στη λέξη. Αλλιώς θα έλεγα είτε «σοβαρότητα» είτε «ειρωνία», που δεν ισχύουν ούτε τό’να ούτε τ’άλλο)  που παρουσιάζουν οι «κανονικοί» δημοσιογράφοι τέτοιου είδους ζητήματα ο ΛΛ τα παρουσιάζει ως απολύτως γελοία που είναι. Δεν «συμπονά» την κα Ρούλα που κλαίγεται – όπως θα έκανε η Πάνια ή η Δρούζα ξερωγώ. Γελάει μαζί της. Και γελάς κι εσύ. Και ίσως κάπου να βάλεις και το μυαλό σου να δουλέψει και να πεις ρε φίλε εδώ μιλάμε μας παίζουνε χοντρό δούλεμα..

Να γιατί πιστεύω ότι η κουβέντα που αναφέρεται στο «καθώς πρέπει» της σάτιρας είναι αποπροσανατολιστική. Και όχι μόνο, αλλά ύποπτη. Διότι όπως είπαμε το γέλιο είναι σοβαρή υπόθεση: ξεσπάς, έρχεται δηλαδή στην επιφάνεια, κάτι που έχεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου ακατέργαστο. Θεωρείς π.χ. ότι ο πρωθυπουργός κι οι υπουργοί είναι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι: έρχεται ένας Μητσικώστας ας πούμε (έχω πιο πρόχειρο δικό του παράδειγμα) και σου βγάζει τον Καραμανλή να τρώει σάντουϊτς όλη την ώρα ή τον ΓΑΠ να μιλάει Αμερικάνικα. Ο ανομολόγητος συνειρμός σου επιβεβαιώνεται: ο Καρμανλής είναι «λίγος» δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματά σου( μας) ο δε Παπανδρέου είναι «αμερικανάκι». Άριστα 10 στον σατιρικό καλλιτέχνη. Αντίστοιχα για το Λάκη.

Γιατί ξέρετε με τη σάτιρα και το γέλιο παίζει αυτό ακριβώς: θα γελάσεις αν υπάρχει κοινός τόπος. Αν δηλαδή αυτό που σε τσιγκλάει από κάτω εφαρμόζει με την πλάκα που γίνεται. Μ’αλλα λόγια το αστείο είναι πετυχημένο ΜΟΝΟ αν είναι αληθινό. Αν αυτή είναι η κοινή αίσθηση. Η οποία κοινή αίσθηση γενικά μένει χαντακωμένη για τους πολιτικούς αναλυτές και τους μηχανισμούς της εξουσίας κάτω από την έννοια «κοινή γνώμη» ή , προσφάτως, «σιωπηλή πλειοψηφία». Η οποία σιωπηλή γίνεται φωναχτή, τρανταχτή μάλιστα όταν της ελευθερώνει τη φωνή η σάτιρα. Τί νομίζετε αυτός που έβγαλε το «Ένα γέλιο θα τους θάψει» δεν ήξερε τί έκανε;

Με το ΛΛ λοιπόν.Κάτω τα χέρια ρε!  Δεν ξέρω το άτομο τί θεο πιστεύει, κι αν αύριο το γυρίσει το δίσκο. Είναι όμως σε πλήρη αρμονία με το λαϊκό αίσθημα σήμερις και είναι τίμιος απέναντι στον κοσμάκη για πάρτη του οποίου, στο «Αλ Τσαντίρι», χοροπηδά, τραγουδά, πέφτει και ξανασηκώνεται σαν αρκουδιάρης. 

Είναι τυπάδες οι αρκουδιάρηδες: πιο λαό δεν έχει..        

Βασικά, για αρχή πάρ’τε τα αποσπάσματα ενός ποιήματος

                            «Αξιοσέβαστοι απόγονοι, του μέλλοντος σύντροφοι

               εμπρός τα καναρινάκια ευτύς στραμπουλίχτε , των καναρινιών μην πΏ?ει θύμα ο κομμουνισμός                   καθώς θ’ ανασκαλεύετε τα πετρωμένα πια, σημερινά κουράδια,

                                τα σκοτάδια των δικών μας ημερών αναξετάζοντας,  ίσως

                               σας έρθει και για μένα να ρωτήσετε. Και ίσως

                                    ο σοφός της εποχής , της φιλομάθειάς σας αντικρούοντας το χείμαρρο,

                               με την πολλή του γνώση, σας πει πως ναι,  υπήρξε κι ένας τέτοιος βάρδος  του βραστού νερού  και τ’αβραστου εχθρός αμείλικτος.

    Προφέσσορα, βγάλε το ποδηλατάκι των γυαλιών σου! Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για τον καιρό μου και για μένα.

                           Είμαι λοιπόν ένας βοθροκαθαριστής και νερουλάς, εκεί

               η επανάσταση με έταξε και η συνείδησή μου 

                                     στο μέτωπο επήγα να καταταχτώ – την υψηλή αφήνοντας ανθοκομία της ποίησης,

             κυράς στριμμένης,

           άλλο δεν ξέρει παρά τον κήπο της να χαίρεται, και την κορούλα της και τη βιλίτσα και τη λιμνίτσα

           και τις πρασιές: «Μόνη μου τα φύτεψα, μόνη τα ποτίζω» […]

Είναι ένας ποιητής που παίρνει θέση , όπως διαπιστώνετε, απευθυνόμενος στους μελλοντικούς ανθρώπους. Θέση αισθητική και πολιτική. Έχει αφήσει την «υψηλή ανθοκομία της ποίησης» μια και η επανάσταση τον έταξε βοθροκαθαριστή και νερουλά. 

Ξέρει ωστόσο ότι όλοι οι διαμεσολαβητές της «ορθής γνώσης» και της «καθώς πρέπει» άποψης, όλοι οι διανοούμενοι/κριτικοί/λογοτέχνες – που έχουν επιλέξει «να χαίρονται τον κήπο τους» – θα πασχίσουν να τον κατατάξουν εκεί που οι ίδιοι προτιμούν. Ώστε να είναι ακίνδυνος, ένας γραφικός «φίλος του βραστού νερού κι εχθρός του άβραστου». Επειδή ο μαν είναι μεγάλος, επειδή ξέρει ότι ΤΙΠΟΤΑ δεν κινείται έξω από το πλέγμα των δοσμένων σχέσεων παραγωγής, επειδή – και από το απόσπασμα φαίνεται – γνωρίζει ότι η διαμόρφωση κουλτούρας είναι υπόθεση κυρίως του κράτους, και αυτών για τους οποίους το κράτος λειτουργεί, επειδή φαντάζεται ότι θα τον μακελέψουν μετά θάνατο οι «φίλοι» της Τέχνης – της «τέχνης» που σαν παραμορφωτικός φακός διαστρεβλώνει – ξεκαθαρίζει τους λογαριασμούς του μια για πάντα:   Εγώ ο ίδιος θα μιλήσω για μένα!

Λοιπόν για να βάζουμε μια σειρά, ο ποιητής είναι ο Μαγιακόφσκι βέβαια, το απόσπασμα είναι από το ποίημα «Μ’όλη μου τη φωνή»το οποίο έγραψε μέσα στο Δεκέμβρη του 1929 Γενάρη 1930. (Όπως γνωρίζουμε αυτοκτόνησε στις 14  Απρίλη του 1930). Το ποιήμα αυτό, που στην μορφή που μας παραδόθηκε θεωρείται αριστούργημα – και χρονικά ήταν το τελευταίο μιας σειράς – επρόκειτο αρχικά να είναι πιο εκτεταμένο ένα «έπος» ας πούμε,  αφιερωμένο στο πρώτο 5χρονο πλάνο. 

Ενοχλητικά πράγματα για «φιλότεχνους», «αριστερούς» καργιόληδες που ρεύονται όλη την ώρα τις αηδίες που πλασσάρει ο καπιταλισμός για να μην ακούγεται η αλήθεια. Φυσικά κι ο Μαγιακόφσκι ήταν επαναστάτης, κομματικός ποιητής.. Φυσικά και έγραφε ποιήματα αφιερωμένα στο πρώτο 5χρονο.. Φυσικά και το πρώτο 5χρονο ήταν η επανάσταση που μπαίνει στη ζωή, δοκιμάζεται κανονικά με κανονικούς ανθρώπους σε κανονικές συνθήκες, όχι σαν λέξεις όμορφα αραδιασμένες σε όμορφη σειρά σε καφενέδες και σαλόνια για να ρίξουμε καμιά γκόμενα…

Δεν τα λέει το Regimiento..Ούτε ο Μήτσος ο Αλεξανδρόπουλος από το βιογραφικό βιβλίο του οποίου («Ο Μαγιακόφσκι Τα Εύκολα και τα Δύσκολα», εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα – μπλιάξ! – Αθήνα 2000), βρήκαμε το ποίημα αυτό, τις πληροφορίες και την υγεία μας μιαν εποχή.. Τα λέει ο ίδιος ο Βλαδίμηρος.

Και όταν απευθύνεται στους συντρόφους του μέλλοντος, ξέρει πολύ καλά τί κάνει. Γράφει μόνο για τους επαναστάτες. Σ’ αυτούς ενδιαφέρεται να βάλει φωτιά. Δεν τον ενδιαφέρει να χαϊδολογήσει αυτιά, να κοιμήσει συνειδήσεις, να αποθεώνεται σε λογοτεχνικά συμπόσια να είναι σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας, να σφίγγει το χέρι του Λαλιώτη.. Γνωρίζει καλά  ότι το έργο του, είναι πιθανό να βρεθεί κάποτε στις βιβλιοθήκες του Κολωνακίου ας πούμε, ή να εκδίδεται 70 χρόνια μετά από τον εκδοτικό οίκο του συγκροτήματος, ή να «προτείνεται» από το «μορφωτικό» ίδρυμα κάποιας Τράπεζας – ξέρετε από αυτές που χρηματοδοτούν τα «Ιστορικά» της χαφιεδοτυπίας.

 Στ’αρχίδια του. Και στ’ αρχίδια σου, σύντροφε, μας λέει. Άκου εμένα γιατί εγώ θα σου πω για τη ζωή μου κι όχι ο κάθε ενδιάμεσος που θα μ’ερμηνεύεσει, θα με «κατανοήσει» θα με εξηγήσει, για να παραδώσει το ‘εργο μου – δηλαδή εμένα – κουτσουρεμένο, ευνουχισμένο, ακίνδυνο, τελικά ένα υπνωτικό για κάθε συνείδηση που ψάχνει τη λύση.  Γιατί η λύση σύντροφοι η επανάσταση. Και για την επανάσταση μιλάν οι επαναστάτες.

Κι η επανάσταση είναι αλήθεια και δεν χρειάζεται διαμεσολαβητές.  

  Ίσως μου πεί κάποιος τί σ’έπιασε τώρα. Κατ’αρχήν δεν μ’έπιασε τώρα. Κι έπειτα είναι γενικό φαινόμενο: άντι να διαβάζει κανείς Μαρξ διαβάζει τα σχόλια του τάδε Γιαλκέτση – ας πούμε – για τον Μαρξ. Άντι να διαβάζει Λένιν, διαβάζει την κριτική της σχολής της Φρανκφούρτης για τον Λένιν, κι αντί να διαβάζει Μαγιακόφσκι, διαβάζει κλαυθμούς κι οδυρμούς για τον «ποιητή της επανάστασης που εξελίχτηκε σε θύμα της». Άρα έβγαλε τα συμπερασματάκια του, ησύχασε η συνείδησή του, όμορφα κι ωραία μπορεί να πάει να ψηφίσει ΠαΣοΚ ή ΣΥΡΙΖΑ και να συνεχίσει να ανέχεται με την ύπαρξή του την εκμετάλλευση, μια και (ευλόγως μ’αυτά που του πλάσαραν όταν ψάχτηκε) λύση δεν υπάρχει. 

Εντάξει την αφορμή μου την έδωσαν κάτι άλλοι διαξιφισμοί σε άλλα μπλογκ (μογκ, μπλουγκ, γκουγκ, άι σιχτίρ) όπου κάτι τύποι , όμορφα κι ωραία νόμισαν ότι καθάρισαν λέγοντας μας «ημιμαθείς» και πετώντας ένα «ξέρεις ο Μαγιακόσφσκι αυτοκτόνησε» – το οποίο κατά την ανάπηρη λογική τους αποδεικνύει τις επιθυμίες τους για πραγματικότητα. 

Θέλει σύγκρουση η ιστορία. Αιματηρή που λένε.. Άμα τους αφήνουμε να σκοτώνουν τους ποιητές μας, την ιστορία μας,  τη θεωρία μας, αν τους επιτρέπουμε να μας τους εκδίδουν σαν «καθαρούς λογοτέχνες» ή «άδολους ιδεολόγους» ή «κοινωνικούς επιστήμονες» δεν μένει και τίποτα για να παλέψουμε. Το αντίθετο: παίζουμε κι εμείς ένα ρόλο στο καραγκιοζιλίκι που στήνει το κράτος πάνω στο μπερντέ των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων (ναι, μάλιστα ξενέρωτες, «ξύλινες» δογματικές φράσεις. Αλλά η ελευθερία θα υπάρχει όταν δεν θα χρειάζεται η «ποίηση» και η πρέζα της κι άντε γαμηθείτε..).       

   Το λόγο ξανάχει ο σ.

               » Και μένα θα μου άρεσε – θά’ βγαινε και το παραδάκι – ρομάντζες να καθόμουν να γράφω

                                                                                                             για την αφεντιά σας.

                  Όμως εγώ κάθε φορά τον εαυτό μου τον εδάμαζα, των τραγουδιών μου σφίγγοντας το λαρύγγι.

                      Εμέ, τον αγκιτάτορα και αρχηγό των φωνακλάδων ακούστε με απόγονοι σύντροφοι. 

          Τα ρέματα των στίχων μου βουβά κρατώντας

                                             όλες θα δρασκελήσω τις λυρικές πλακέτες

                                                         σαν ζωντανός μιλώντας με τους ζωντανούς

Στο κομμουνιστικό μας αύριο θα’ρθώ το μακρινό

                                         μα όχι σαν κανένας μενεστρέλος α- λα Εσένιν, 

Θα φτάσει ο στίχος μου σκίζοντας στα δυο τα καταράχια των αιώνων

                                                 πάνω από τα κεφάλια ποιητών και κυβερνήσεων. 

                        Θα φτάσει ο στίχος μου – μα όχι σαϊτούλα

                                                    σε κυνήγια μ’ερωτιδείς και άρπες 

                                                        ούτε σαν φαγωμένο τάλιρο στα χέρια του σαράφη

                            κι ουτε ακόμα σαν το φως των πεθαμένων αστεριών. 

              Θα φτάσει ο στίχος μου με τον ιδρώτα του προσώπου του,

                                                       των χρόνων αναμερίζοντας τους σωρούς

          και θα προβάλει ολόσωμος, τραχύς και ολοφάνερος

                                      όπως έφτασαν ως τις μέρες μας της Ρώμης τα υδραγωγεία, δουλειές των δούλων.»              

control1.jpgΕίδα το Control πριν λίγες μέρες. Είναι η ταινία του , φωτογράφου βασικά, Anthon Corbijn σχετικά με τη ζωή του τραγουδιστή των Joy Division Ian Curtis. Μάλλον κάτι θα έχετε ακούσει. Και ακόμα περισσότερο μάλλον κάτι θα έχετε ακούσει για τους ίδιους τους Joy Division. Εγώ τουλάχιστον τους γνώρισα πιτσιρικάς, όταν στα παγκάκια όλο και κάποιος θα χάρασσε Joy Division, την ημερομηνία θανάτου του Curtis, κανά στίχο, “Isolation” και τα σχετικά.

Πήγα με ανάμεικτη προδιάθεση.. Εντάξει, ο «μύθος» γύρω από την μπάντα και τον τραγουδιστή της είναι μεγάλος: προφήτες της αστικής αποξένωσης και τα τοιαύτα..( Μου την έσπαγαν πάντα όλα αυτά τα επικολυρικά για τα συγκροτήματα. Άσε που στην προκειμένη περίπτωση δεν πολυισχύουν:   οι υπόλοιποι του συγκροτήματος, όπως ξέρουμε όλοι, έστησαν στη συνέχεια τους New Order οι οποίοι έκαναν τεράστια καρριέρα, που συνεχίζεται μέχρι σήμερα κι η οποία περιλαμβάνει δεκάδες pop τραγούδια – κάθε άλλο παρά καταθλιπτικά, πάρε παράδειγμα τον ύμνο για την εθνική Αγγλίας στο Mουντιάλ του ’90, το «World in Motion» που τραγουδάει κι ο John Barnes της Liverpool, τότε. Όχι ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν κι ότι δεν μπορεί αυτοί που ήταν μέσ’ τη μαυρίλα χτες να είναι μια χαρά και στα γούστα σήμερα. Απλά ρε φίλε δεν είναι μονοσήμαντα τα πράγματα: μπορεί μέσα στην κατάθλιψη να κρύβεται και η χαρά. Και το αντίθετο. Όλοι αυτοί οι ύμνοι και η μυθολογία που ακολούθησαν το θάνατο του φουκαρά του Ίαν τι αποσκοπούν πέρα από το να διαμορφώσουν ένα συγκεκριμένο στυλ, που θα είναι εύκολα αναγνωρίσιμο και τυποποιήσιμο για τις εταιρίες δίσκων, τα δισκάδικα (ωραία παλιά λέξη) και το καταναλωτικό κοινό;(Νομίζεις ότι) Δεν την παλεύεις 16χρονε φίλε μου (επειδή σου φωνάζουν οι γονείς σου, δεν παίρνεις καλούς βαθμούς κι εκείνη η άτιμη η μελαχροινή δεν σε κάλεσε στο παρτυ της); Ορίστε το δισκάκι για σένα..Και μετά το μπλουζάκι, το χτενισματάκι, άλλα δισκάκια, ταινίες, βιβλία.. Η βιομηχανία της κουλτούρας έχει πρέζα να σε ταϊσει..

Έπειτα ήταν και το άλλο. Σου είπα ότι τους γουστάρω χρόνια τους Joy Division και κάποτε έπεσα σε μια συνέντευξη του Tony Wilson σχετικά με τον Ian Curtis, που τον περιέγραφε σαν έναν γενικά εύθυμο και χαβαλεδιάρη τύπο, όπως οι περισσότεροι της ηλικίας του, της εποχής του (τέλη δεκαετίας ’70) και της φάσης του ( όλο αυτό το κοινωνικό και πολιτιστικό ρευστό που γέννησε το new wave..). Ένας καθημερινός βασικά τυπάς, με έφεση στους στίχους. Παντρεύτηκε από λάθος πολύ μικρός, ήταν επιληπτικός, φορτώθηκε με πολλές ευθύνες απότομα, είχε κάποιες εμμονές με το θάνατο – και την «ποιητική» του διάσταση, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ – και επέλεξε μια λύση, απότομη και αναπάντεχη για όλους. Δεν υπήρξε μάρτυρας κάποιας κοινωνικής καχεξίας. Έγραφε για τη μοναξιά (το «Isolation» που λέγαμε), τον έρωτα που δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (το «Love Will Tear Us Apart» όπως ξέρεις), ακόμα και για την κουλτούρα που το καθεστώς ταϊζει το πόπολο ( τί, όχι; Και το «Transmission» που πάει;) αλλά περισσότερο υπέβαλε ο ίδιος τον εαυτό του στην κατάθλιψη, παρά τον έπνιγαν τα αδιέξοδα: ας μην ξεχνάμε ότι αυτοκτόνησε όταν το συγκρότημά του είχε αρχίσει να γίνεται πλατειά γνωστό και ήταν έτοιμο να φύγει για περιοδεία στις ΗΠΑ – την αμέσως προηγούμενη μέρα για την ακρίβεια. Ας μην ξεχνάμε επίσης ότι είχε φτιάξει οικογένεια, είχε και γκόμενα, έκανε παρέα με το συγκρότημα.. Κι έπειτα, δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα επιβίωσης, και μόλις φαινόταν να είχε αφήσει πίσω τις δυσκολίες μια για πάντα.    

Όλα αυτά όταν τα έχεις στο μυαλό σου πηγαίνεις ανάλαφρα να δεις μια ταινία σαν και την συγκεκριμένη: στη χειρότερη θα ακούσεις ορισμένα από τα αγαπημένα σου τραγούδια – που τα ακούς.. Στην καλύτερη θα δεις αυτό που είδα εγώ: ένα σκηνοθέτη κι ένα σενάριο, εντελώς τίμιο ως προς τον ήρωα. Και μια ταινία που χωρίς να ηρωοποιεί τον..εμ, ήρωά της, σε κάνει να τον συμπαθήσεις. Γουστάρεις πράγματι στο τέλος, αυτόν τον περίεργο τυπάκο, τον γνωστό αφηρημένο της τάξης που όλοι τον χαιρετάν και τον γουστάρουν στην παρέα αλλά κρατάν και μια πισινή για την παρτη του, και το πως προσπάθησε να ξεπεράσει μια σειρά καθημερινά ζητήματα και μια μιζέρια γύρω του μέσα από στίχους καθημερινούς, ειλικρινείς και αιχμηρούς. Αιχμηρούς.. Μαχαίρι φίλε μου.

Ε ναι και σκοτεινούς εντάξει…

«This is art”. Αυτό φέρεται να είχε απαντήσει ο Tony Wilson στην «παράνομη» του Curtis όταν η τελευταία τον ρώτησε αν εννοεί ο Curtis τους στίχους του και μήπως κάποια πράγματα τα σκέφτεται σοβαρά. Για την αυτοκτονία μιλάω. 

 Η ταινία παρακολουθεί μια ψιλοαδιάφορη ζωή ενός μέσου τύπου (middle of the road που λένε κι οι Άγγλοι) ο οποίος τραγουδάει σε μια μπάντα και προσπαθεί με εφηβική ανωριμότητα να ισορροπήσει σε μια δύσκολη κατάσταση.Όταν λέμε δύσκολη μη φανταστείτε:παντρεύτηκε στα 19 του την πρώτη του γκόμενα (τη Debbie, τη γνωστή Debbie για όσους ξέρουν τη φάση της μπάντας στο βιογραφικό βιβλίο της οποίας στηρίχτηκε το σενάριο), δούλευε σε μια πρωινή δημοσιουπαλληλική δουλειά, μετά έφτιαξε ένα συγκρότημα, πρόβες και συναυλίες τα βράδια, κάποια στιγμή ανακάλυψε ότι είναι επιληπτικός κι άρχισε να γίνεται με κοκτέιλ χαπιών και τέτοια «θεραπευτικά». Έπειτα η μπάντα έγινε γνωστή, αυτός βρήκε μια γκομενάρα (τουλάχιστον στην ταινία η ηθοποιός είναι δηλαδή ), απόκτησε ενοχές γι’αυτό. Σε μια πορεία δυσκολευόταν με τα λάιβ , σωματικά δηλαδή, καταβεβλημένος από το 8ωρο – ίσως και από τη φάση της αρρώστειας.

Δύσκολη κατάσταση αλλά μέχρι ενός σημείου:  ο τύπος μόνος του έσκαβε το λάκκο του και καθόταν από πάνω του να τον κυττάει…Δεν ζούσε δα και στην Παλαιστίνη ούτε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Και την είχε αρκετά καλύτερα από πολλούς συνομηλίκους του στην εποχή του. Άσε που όταν τελειώνουν όλα η μπάντα έχει ήδη ετοιμάσει τις αποσκευές της για περιοδεία στις ΗΠΑ. Λεφτά, φήμη, δόξα you know..

Όλα τούτα αποτυπώνονται στο πανί. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία του Mάρτιν Ρούε – αν το προφέρω σωστά – λειτουργεί σαν λαιτ μοτιφ (καλά κάτι μας είπες τώρα…).Μου φαίνεται τώρα που το σκέφτομαι ότι είναι και το δυνατότερο σημείο της ταινίας.Ίσως είναι και το μόνο στοιχείο δηλαδή που σκουντάει το θεατή «ξέρεις φίλος βλέπεις μια λυπητερή ιστορία»..Γιατί , αν ας πούμε ήταν έγχρωμη, ό,τι θά βλεπες δεν θα σε καθήλωνε σαν κλίμα. Απλή ήταν η ζωή που ζούσε ο τυπάς κι απλά τα πράγματα που του συνέβαιναν.Ακόμα κι η φάση της μπάντας – που μια άλλη ταινία το «24 hour Party People» της έριξε περισσότερο φως – που ήταν πολύ σημαντική μουσικά και, όντως,άνοιξε το δρόμο για μια σκηνή ολόκληρη και επηρρεάζει κόσμο και σήμερα κανονικότατα, περνάει επιδερμικά από το πανί. Ίσως όσο επιδερμικά , κι αδιάφορα, το έβλεπε κι αυτός. Από την άλλη ίσως και να μην είναι η πρόθεση του Corbijn να δώσει βάρος στην καλλιτεχνική πλευρά του Curtis, και τώρα που γράφω τούτες τις γραμμές νομίζω πως εδώ η ταινία είναι αδύναμη καθώς το ταλέντο του Curtis είναι και η αιτία, της ταινίας, του ενδιαφέροντος του κόσμου, του βιβλίου της συζύγου (έτσι; Αν ήταν μόνο η γκόμενα ας πήγαιναν σε μεσημεριανάδικο: «Ο punk σύζυγός μου με κερατώνει με Βελγίδα υπάλληλο της Πρεσβείας»). 

Το σενάριο λοιπόν της ταινίας είναι έξυπνο.Απέφυγε να παρουσιάσει τον Curtis σαν τον «ήρωα των πεθαμένων οραμάτων μιας γενιάς», σαν «κουρέλι που τραγουδάει ακόμα» ή σαν το «γιγαντιάιο μουσακά που επιστρέφει» ξερωγώ κι άλλα τέτοια ωραία εναλλακτικά που θα έκαναν θραύση στο παλιό καλό Ποπ & Ροκ. Απέφυγε την ηρωοποίηση ή τη θυματοποίηση αν προτιμάς του τύπου κι εξελίσσεται , νομίζω, με το ρυθμό που ψυχανεμίστηκε ο μαν του σεναρίου ότι εξελίχτηκε η ζωή του Ian Curtis από το ’73 που κουβάλησε στο σπίτι του το «Aladin Sane» του Bowie μέχρι τον Μάϊο  του ’80 και το βραδάκι που άδειασε μια μπουκάλα βλέποντας Werner Herzog.

 Και γι’αυτό το λόγο το τέλος της ταινίας είναι σκληρό: η αυτοκτονία σοκάρει , άσχετα αν τη γνωρίζεις σαν γεγονός κι αν την περιμένεις αναπόφευκτα σαν κορύφωση. Άσε που δεν σου αφήνουν και χρόνο να πάρεις ανάσα. Σκοτάδι, ουρλιαχτά της χήρας κρεματόριο και «..don’t walk away in silence». Τίτλοι τέλους. Δεν το άφησαν στην τύχη οι μάγκες..

Νομίζω ρε φίλος ότι η ζωή γενικά είναι κάτι απλό. Αποφάσεις τις στιγμής. Όσο εύκολα αποφασίζεις να γίνεις διευθυντής σε πολυεθνική τόσο εύκολα αποφασίζεις να τα βροντήξεις όλα και να δώσεις τέλος. Απλά το δεύτερο θέλει μεγάλα αρχίδια. Να καταργήσεις μόνος σου το μέλλον που, εδώ που τα λέμε, μόνο υποσχέσεις φέρνει.Μόνο το παρελθόν υπάρχει.

 Ίσως ο τυπάς να ήταν εθισμένος στην αποτυχία. Αν είσαι εργάτης, μεσ’τη φτώχεια και την πολιτιστική μιζέρια, ζεις σ’ένα κουτί, σου λένε ότι έτσι είναι γιατί τίποτα δε γίνεται, κι αναρωτιέσαι «γιατί» ( και δεν κοιτάς γύρω σου να βρεις άλλους, να δείς τί να κάνουμε κι αν μπορούμε να κάνουμε τίποτα), αν δεν βρίσκεις τη συλλογικότητα , λέω, απλά δεν πιστεύεις ότι μπορεί να υπάρξει καλό τέλος. Τα όνειρα είναι για παιδιά. Και η «Amelie»,εδώ που τα λέμε, ταινία ήταν. Ίσως ο φίλος, από το να βλέπει τη ζωή του να αργοκυλάει, σαν κανά φιλμ με ανούσια υπόθεση και βέβαιη κατάληξη να έβαλε το fast forward και τέλος. Χωρίς υπερβολές κι εκρήξεις. Ήσυχα (καλά, ίσως όχι και τόσο ήσυχα, κρεμάστηκε after all ) αλλά πάντως ανόητα σαν τη ζωή του προλετάριου που προσπάθησε να ξορκίσει με τα τραγούδια του.Πάτε να τη δείτε παίδες.Κι αν δεν σας έψησα με τις φλυαρίες μου και μόνο το soundtrack αξίζει… 

   

.