Ο πρώτος δίσκος βινυλίου που αγόρασα ήταν το μακρυνό 1991. Πιτσιρικάς. Ήτανε το «Argus» από τους  Wishbone Ash, ένα , γενικώς, ξεχασμένο απ’το θεό συγκρότημα.Και, μάλιστα, όχι τώρα αλλά ήδη από τότε: το συγκεκριμένο δισκάκι είχε πρωτοβγεί το 1972 και τόσο σαν ήχος, όσο και σαν αισθητική ήταν ήδη ξεπερασμένο στα χρόνια τωwishboneν Nirvana και του grunge. Εγώ το «χτύπησα»  για δυο λόγους: ο ένας ήταν το καταπληχτικό του εξώφυλλο. Μια φιγούρα μεσαιωνικού πολεμιστή, σκια πές, σ’ένα τοπίο κατά το ηλιοβασίλεμα. Ο «Άργος» ο σκύλος του Οδυσσέα, ο ακοίμητος φρουρός. Και στο βάθος -μια λεπτομέρεια που δεν καλοφαίνεται αν δεν το πιάσεις στα χέρια σου -ένας ιπτάμενος δίσκος. Μπορεί να καγχάσετε αλλά εκείνα τα χρόνια μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκέψη – αυτός ο συμβολισμός του «μετά» που συναντιέται με το «πριν», πρωτόλεια πράγματα σύμφωνοι αλλά μιλάμε για σέβεντις έτσι; Και, κυρίως, μιλάμε για πριν το πανκ. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι πιτσιρικάς ήμουν με τα μπούνια φαν των Maiden οι οποίοι τσιτάραν τους Wishbone Ash σαν τη μεγαλύτερη επιρροή τους. Οπότε ευλόγως μπήκα στο δισκάδικο του Μιχάλη στην Προξένου Κορομηλά και το σήκωσα, και μάλιστα ούτε που του έκανε εντύπωση του τυπά – ίσως και να μην το ήξερε, αυτοί δούλευαν πολύ σύγχρονο ήχο.

Ακολούθησαν κι άλλα βινύλια τα επόμενα χρόνια. Όχι και τόσα πολλά γιατί, αν θυμάστε, τη δεκαετία του ’90 το βινύλιο βρέθηκε υπό διωγμό – όχι για κανένα άλλο λόγο μα γιατί ως παράγωγο του πετρελαίου είναι ακριβό υλικό και ευαίσθητο σε κρίσεις, πολέμους του Περσικού κλπ. Θυμάμαι μάλιστα ένα κείμενο πού’χα διαβάσει κάποτε στο – πάλαι ποτέ – Ποπ& Ροκ που συσχέτιζε την υποχώρηση του παλιοροκάδικου, «κλασσικού», progressive και techno rock ήχου στα μέσα της δεκαετίας του ’70 , ακριβώς με την πετρελαϊκή κρίση του ’73, που ακρίβυνε την τιμή του πετρελαίου και των παραγώγων του με αποτέλεσμα οι δισκογραφικές να αρχίζουν να αδειάζουν τους μη εμπορικούς καλλιτέχνες και να μην υπογράφουν τους νεώτερους. Κάτι που με τη σειρά του ανάγκασε τους νεώτερους να στήνουν δικές τους παραγωγές και δικό τους κύκλωμα διάδοσης της δουλειάς τους (με φανζιν και τέτοια), και κάπως έτσι δηλ. ξέσπασε το πανκ. (Και λόγω μιας σειράς ακόμα καταστάσεων που δεν είναι της ώρας).

Τέλος πάντων κυνηγούσα -και κυνηγάω ακόμα, πιο αραιά οπωσδήποτε -βινύλια. Για τη φανέλα βέβαια, γιατί κατά τα άλλα ο ήχος είναι ίδιος και στο CD (αν και οι πουρίστες βινυλοκυνηγοί πέρνουν κεφάλια όταν ακούν κάτι τέτοιο ) , και, κυρίως το τσιγκάκι είναι σαφώς πιο προσιτό. Άσε που παλιότερα το εμπόριο με τα βινύλια -μέσα από τα μεταχειρισμένα, τα mail order,  τους καταλόγους του Record Collector και τα τοιαύτα – είχε καταντήσει εμετικό: το ακριβότερο freakbeat δισκάκι όλων των εποχών κόστιζε κάπου 500 λίρες Αγγλίας ( από τους Glenn Athens and the Trojans, μιλάμε 1965 τώρα..). Ένα live των Deep Purple στην Ιαπωνία το Δεκέμβρη του 1975 20.000 δρχ. Κάποιο φαγωμένο acetate των Yardbirds ας πούμε -ένα μικρό διαμέρισμα. Και, το πράγμα ήταν ξεφευγιό γιατί πλέον δεν είχες να ανταγωνιστείς μουσικόφιλους, ούτε το θέμα ήταν να βρούμε ένα δισκάκι να το ακούσουμε με την παρέα και να το χαρούμε: οι τύποι τα έπαιρναν και τα έβαζαν ξερωγώ σε προθήκες.Ή στο ψυγείο τους. Η δε μουσική αξία όλων αυτών υπερεκτιμημένη. Ό,τι και να έπαιξαν ο Glenn Athens και οι Τρώες του λέμε, ούτε κανένας Georgie Fame ήταν ούτε οι Beatles (στο φινάλε!). Οπότε έσκασε κι αυτή η φούσκα κάποια στιγμή, και βρέθηκαν στις 4 γωνιές του κόσμου εταιρίες που έβγαζαν σε CD από Ναμιμπιανή jazz, μέχρι Σοβιετικό garage punk, και από τους Loubogg του Μπονάτσου μέχρι τα πρώτα σινγκλάκια του Βowie – με το κανονικό του όνομα, Davy Jones. Κι όποιος ενδιαφερόταν για μουσική έκανε τη δουλειά του. Κι όποιος επίσης ενδιαφερόταν να έχει απλά βινύλια, επίσης έκανε τη δουλειά του σε πολύ πιο λογικές τιμές.

Να σας πω ποια είναι η πλάκα με τα βινύλια;

the-artwoods-art-gallery-416407Κουβαλάνε πάνω τους ιστορία. Πήρα τις προάλλες το δισκάκι των Artwoods «Art Gallery «. Αυτό όταν βγήκε, με άλλο τίτλο το ’65, ήταν σε κάτι ελάχιστα αντίτυπα, και το πάλαι ποτέ το πούλαγαν κάτι κατοστάρικα πάουντς. Σαν δισκάκι είναι ωραιότατο: ρυθμικό, βάρβαρο rhythm & blues, έξαλλο hammond οργανάκι, ό,τι πρέπει σήμερα για mod πάρτυ. (ωραιότατη φάση και οι μοντάδες!). Επίσης είναι το πρώτο δισκάκι που εμφανίστηκε ο Jon Lord των Deep Purple, ο Κeef Hartley (Keef Hartley Band παίξανε στο Woodstock) και ο Art Wood – που είναι αδερφός του Ron Wood των Rolling Stones. Όσοι ξέρουν, ξέρουν ότι πρόκειται για βαριές υπογραφές.

Η ιστορία που κουβαλάνε δεν είναι δική τους. Είναι η δική μου. Η δική σου, αυτουνού που τα μαζεύει τα δισκάκια θέλω να πω.

Δηλαδή. Ξεκινάς να ακούς π.χ. Iron Maiden. Γιατί είσαι 11 χρονών και γουστάρεις την αφίσσα του Trooper στο δισκάδικο απέναντι. Και ύστερ’ από καναδυο χρονάκια ακούς Uriah Heep γιατί σε ιντριγκάρει αυτή η κλασσικίζουσα (φτηνιάρα εδώ που τα λέμε, αλλά αξιοπρεπής σαν πρόθεση) ατμόσφαιρα του Salisbury. Και μετά «κολλάς» με τα ’70ς και βγάζεις το Λύκειο με μακριά παλτά και μαλλιά ως τους ώμους, γιατί στο μεταξύ έχεις αγχωθεί με το Nick Drake και το καραγκιοζιλίκι του Ian Anderson. Και μετά πέφτει στα χέρια σου το Hot Rats του Frank Zappa, και τίποτα πια δεν είναι το ίδιο. Όχι μόνο στο πώς ακούς μουσική. Αλλά στο πως εκτιμάς τα πράματα. 

Και μετά φτάνεις κάποια στιγμή στον Coltrane. Kαι χτυπάς τοίχο.

Και πίσω πάλι στα ’60ς και στον αισιόδοξο αλλά υποψιασμένο ήχο, των mods. Kαι στον επίσης υποψιασμένο αλλά απαισιόδοξο ήχο των Dr.Feelgood- και ενδιάμεσα Hawkwind, και Groundhogs, και Stray, και Can ( I wanna be Damo Suzuki!!) – και οι MC5, κι  ο Iggy και ο Ziggy, ο Rotten, οι Clash.

Οι Les Negresses Vertes , να σου γραπώνουν  τ’άντερα και να στα χύνουν στο πατωμα, μπροστά στη θάλασσα. Και oι Mano Negra. Και μετά οι Ojos de Brujo.Και παράλληλα οι Last Drive, oι Sound Explosion και πάλι ο Georgie Fame, και λίγο ska, και soul – πρώτης ποιότητας.

Δηλαδή τώρα εσείς, που έχετε κόλλημα με τα δισκάκια , και αφήνετε -ή αφήσατε -ποτέ τη μουσική να καθορίσει τη μια ή την άλλη επιλογή σας (είτε έγινε έτσι, είτε νομίζετε -που νομίζετε –ότι έγινε έτσι) μάλλον έχετε καταλάβει τί λέω. Και μάλλον έχετε δει και την ταινία ΜΑΣ. Το «High Fidelity» με το John Cusack – είναι βιβλίο βασικά, και τα δυο πολύ καλά. high-fidelity-1-1024

Στην ταινία λοιπόν, όπως θυμάστε, είναι κάποια φάση ο ήρωας (άρρωστος του βινυλίου, σε σημείο που ν’ αξιολογεί τις γκόμενές του με top – 5 , και να ξεμπερδεύει – τί αναλύσεις και κουβέντες θα κάνουμε τώρα;) που κάθεται μπροστά στη δισκοθήκη του. Την οποία έχει οργανωμένη αλφαβητικά, όμως κάποτε την είχε με τη σειρά που αγόρασε τα δισκάκια. Σκέφτεται λοιπόν ότι μουσικά μεν η απόσταση από τους Deep Purple στον Howlin’ Wolf μπορεί να είναι μεγάλη, αν και στη δισκοθήκη του μεσολαβούν μόνο 12 δίσκοι. Ωστόσο οι ψυχολογικές και προσωπικές αλλαγές που κρύβονται σ’αυτή την απόσταση των 12 δίσκων είναι τέτοιες που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, μόνο ο ίδιος μπορεί να τις ξεδιαλύνει, και μόνο τον ίδιο αφορά να τις ξεδιαλύνει. Και εμείς απ’όξω μπορεί να μπερδευτούμε , και να ταλαιπωριόμαστε και στο τέλος ν’αγαναχτήσουμε μαζί του, γιατί έτσι ταχτοποιημένα που έχουμε τα πράγματα στο κεφάλι μας δεν καταλαβαίνουμε πώς γίνεται να συνυπάρχουν τα μέταλλα με τη ρέγκε ξερωγώ.       

Αλλά συνυπάρχουν. Δάτς δε μπότομ λάϊν.

Σας είπα ψέμματα βέβαια, στον τίτλο του ποστ λέω, με την καμία δεν αφορά το βινύλιο ή τα 60ς το ποστ, αλλά από την άλλη, όπως θα έλεγε κι ο Γκόρπας άμα σας θυμίζω τον Πρεβέρ να πάτε να διαβάσετε τίποτ’αλλο.

Πάρ’τε ωστόσο ένα κομμάτι των Artwoods- ευγενική προσφορά, πάντα.

Κάθε που έχει μπάλα, στο καφενείο γίνεται προσκύνημα.
Πρώτον γιατί έχει οθόνες τεράστιες που βλέπεις αμα λάχει και από βάρκα στην παραλία. Και δεύτερο γιατί κανένας χαμουτζής φοιτητάκος που θέλει να δει τον Ολυμπιακό δεν κινδυνεύει να του την πέσουν οι συνδεσμίτες του ΠΑΟΚ. Δεν είναι μικρή υπόθεση: την ιστορία με τις «αθηναϊκές πινακίδες» την ξέρετε. Δεν μάθατε για ένα πέσιμο που είχε γίνει στη Μελενίκου πριν κανά δυο χρόνια με πέτρες λέει και μολότωφ – αν είχε θύματα θα το ξέρατε κι αυτό.
Το γιατί είναι το αφεντικό. Ας τον λέμε «τ’ αφεντικό».Δεν είναι ότι είναι τεράστιος -είχα ακούσει ότι στη Γερμανία στα 70ς έκανε το μπράβο, αλλά παίζει να ήταν και βιομηχανικός εργάτης – «γκασταρμπάϊτερ». Τα χωριά της Δράμας, προτού γίνουν συναρπαστικές off road εμπειρίες για μικροαστούς φυσιολάτρες του σαββατοκύριακου παρείχαν στις πόλεις τις εξής διευκολύνσεις: τραγουδιάρες των εθνικών, ποδοσφαιριστές, μπάτσους και στρατιωτικούς, νταήδες και γκασταρμπάιτερ.Η σειρά είναι τυχαία.Και ο αόριστος καταχρηστικός.
Το αφεντικό , όπως και νά’χει, έχει φάει κι έχει πουλήσει πολλά χιλιόμετρα μαγκιά, κι αυτό δε φαίνεται στη χρυσή του καδένα και το σταυρό στο στήθος αλλά στο ασάλευτο βλέμμα του. Όχι το ασάλευτο του νεκρού. Το ασάλευτο που κοζάρει.
Κακός δεν είναι. Το μαγαζί δουλεύει σε 24ωρη βάση, εκτός εξαιρέσεων. Αυτός παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία κάτι ξημερώματα που οι ζητιάνοι μένουν απ’το κρύο στην πλατεία. Σφύζει από ζωή το μέρος, πρέπει να αλλάζουν τραπέζια κάμποσες φορές τη μέρα. Η δε πελατεία ζωγραφικός πίνακας.
 Βασικά συσπειρώνονται οι συνταξιούχοι της γειτονιάς, και μια κι η γειτονιά είναι το απόλυτο downtown μιλάμε για πρώην εισαγωγείς κρεάτων από την Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας που μιλάν άπταιστα μακεδονίτικα, πρώην διευθυντές της κρατικής ασφάλειας, πρώην δικηγόρους, φτασμένους γιατρούς, κατεστραμμένους στα χαρτιά κληρονόμους γνωστών οικογενειών, ακατάστρεφτους ακόμα χρυσοχόους και γουναράδες, αλκοολικούς οινοποιούς. Επίσης τίποτα εναλλαχτικούς αναρχοέτσι που πίνουν ούζο με φυστίκι αιγίνης, κανα δυο πανκς, κάτι φοιτητικές αντροπαρέες που πίνουν Μεταξά 5άρι. Και, τέλος, τους φίλαθλοι. Δεν του λείπουν τα φράγκα σαναλέμε.
Έχει δυο παιδιά που τον έχουν θεό. Και πως όχι: τη μία την πάντρεψε από τα είκοσί της -έχει ήδη δυο εγγονάκια -και τη χαρτζιλικώνει ταχτικά. Τώρα της πήρε και σπίτι για νά’χει λεφτά από τα νοίκια.Την άλλη την έβαλε μέσω ενός γνωστού σε μια δημόσια υπηρεσία – ΔΟΥ, ΚΕΠ θα σας γελάσω. Κι αυτηνής της πήρε σπίτι. Και αυτοκίνητο.Μ’αυτά θα της πάρει και γαμπρό. Τώρα σπίτι έμεινε μόνη η γυναίκα του.Η οποία λέει έχει μια σπάνια αρρώστια – δε συγκρατώ λεπτομέρειες σε κάτι τέτοια.. – και λιποθυμάει συχνά, τα εγγονάκια κλαίνε κι αυτός τρέχει κάθε τρεις και λίγο να της κάνει ένεση και να την καθαρίσει.
Σας είπα ότι το αφεντικό θα το λέμε αφεντικό κι όχι Μπάμπη, Τάκη ή κυρ γιάννη διότι όπως όλα τα αφεντικά η έξωθεν μαρτυρία δεν είναι παρά η έξωθεν μαρτυρία. Την οικογένεια την φροντίζει όπως μαθαίνουν να κάνουν όλοι οι άντρες με Πόντιες μητέρες.Κατά τα άλλα ξηγιέται όπως μαθαίνουν να ξηγιούνται όλοι όσοι ζουν απ’το δρόμο και κοιτάν απλά η κάθε μέρα να μην είναι χειρότερη απ’την προηγούμενη. Φαίνεται ότι σκύβει αλλά στην πραγματικότητα το κάνει για να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να σε πιάσει απ’τ’αρχίδια.
«Είχα μια γκόμενα ρωσίδα παναγιά βόηθα» λέει. «22 χρονώ – κι όχι αστεία,εγώ τα έβγαλα τα χαρτιά της ξέρω.Την άλλη τη βουλγάρα την έστελνα από δω κι από κεί δεν μ’ένοιαζε αλλά τούτη δω ήταν δική μου». Εδώ,ο αόριστος έχει νόημα όπως καταλάβατε. Και, όχι όταν λέει γκόμενα αυτό εννοεί.Δεν είναι αυτός μαστρωπός – ένας πελάτης του είναι.(..άκουσα)
«Αλλά μετά μου ξεκίνησε τις μαγκιές. Την έβγαζα έξω με 200 και 300 ευρώ στην τσέπη. Μπουζούκια; Κρήνη; Σαββατοκύριακο στη Χαλκιδική; Δεν με νοιάζει ρε, τα λεφτά γι’αυτό τά’χουμε. Και τί πάει και κάνει η πουτάνα; Αρχίζει να τρίβεται με το δίπλα το μπάρμαν».Μάλλον θίχτηκε ο εγωισμός του. Γιατί, να μην ξέρει πως παν τα γράμματα με τις 22χρονες ρωσίδες δεν του τό’χω. Κι όταν ζορίζονται οι ελέφαντες με τα μυρμήγκια ξέρετε τί γίνεται..    
«Αυτός βέβαια είναι σκουπίδι. Την έμαθε στην πρέζα – 40 κιλά έμεινε. Ντεμέκ την άρχισε στη Μόσχα βέβαια, αλλά μ’εμένα ήταν καθαρή. Μετά την πήραν καναδυό ακόμα από δίπλα και όταν βρίσκονταν πατημένη μ’άρχιζε τα τηλέφωνα . Ήσουν ο άντρας της ζωής μου και τέτοια. Με το που τη βοηθάω και ξαναστήνεται στα πόδια της πάλι τα ίδια..»
«Πρέζα;» «Να παίρνεται ρε.. Τη μαζέψανε στο κλασσάτο στη γωνία απέναντι απ’το θέατρο να σηκώνει δίσκους τώρα. Αν περιμένεις λίγο θα τη δεις..».Την είδα. Κορμί και μάτια συνηθισμένα να τα βλέπουνε. Το 22 δεν μου καθότανε, αλλά είναι και η πρέζα στη μέση. Δεν είπα τίποτα, απλά κούνησα το κεφάλι κι άναψα ένα ακόμα.»Αλλά η άδειά της έληξε πριν δυο μήνες. Τώρα και να παρακαλάει δεν μπορεί να βγάλει.Μίλησα ένα φίλο πού’χω στην ΕΥΠ.Από μέρα σε μέρα θα της τη στήσουν να τη μαζέψουν..». Κρατητήριο, απέλαση. Τα γνωστά. Αλλά αυτό με την ΕΥΠ μ’ακούστηκε κάπως.
«Μπα; Και γιατί δεν έχουν έρθει ήδη;» «Τί γιατί; Αφού στο τάδε, το τάδε και το τάδε πουλάνε ναρκωτικά». Τα τρία απ’τα τέσσερα μαγαζιά γύρω απ’την πλατεία.Σαν να μπήκα στο νόημα..»Κι άμα σκάσουν οι μπάτσοι δηλαδή και πέσει στο μάτι τους το θέμα..» «..ακριβώς, θα αναγκαστούν να κάνουν και άλλες συλλήψεις. Και θα χαλάσουν τη δουλειά στους άλλους τους μπάτσους που τα παίρνουν για να πετάν χαρταετό.Άσε εκείνους που τη σπρώχνουνε..». Είπα να μου φέρουν μια μπύρα..
«Kαλά, η φάση με τα ναρκωτικά δεν ενοχλεί τους περίοικους;»
«Παλιότερα υπήρχε θέμα. Είχαν τελειώσει κανα δυό στις γύρω εξώπορτες.Μιλάμε το ’88 τώρα..Τότε κάνανε επιχειρήσεις αρετή και ξεβρώμαγε η γειτονιά. Τώρα έχουν μόνιμη την κλούβα στη Ναβαρίνου, κι οι πρεζάκηδες πάνε και τρυπιούνται αλλού.Άσε που και να γίνει τίποτα οι περισσότεροι είναι ιδιοκτήτες και δε μιλάνε»
«Γιατί δε μιλάνε;»
«Τί γιατί ρε δικηγόρε;» Ξαναμπήκα στο νόημα. Τώρα χαμογέλασα.
«Επειδή με τα ναρκωτικά τα μαγαζιά έχουν κόσμο έτσι; Και τα μισθώματα αναπροσαρμόζονται, οι ιδιοκτήτες τα παίρνουν κι όλοι είναι ευχαριστημένοι ε;»
«Όχι όλοι, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί θέλουν να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Κι εφόσον κατά τα άλλα δεν κουνιέται φύλλο..»
Εφ’όσον δεν κουνιέται φύλλο διάγουν έντιμους βίους άπαντες.
Είναι πάρα πολύ απλά τα πράγματα τελικά. Πληρώνεις την αγάπη των παιδιών σου, πληρώνεις τα χάδια μιας κατεστραμμένης, η πρέζα συμμαζεύει τα υπόλοιπα, η πρέζα σπρώχνεται από τους μπάτσοι που κάνουν και τα στραβά μάτια (εκτός και στραβώσει η φάση) , οι ιδιοκτήτες πληρώνονται τα νοίκια κι η γειτονιά λειτουργεί με μόνο ψεγάδι τους ζητιάνους που αράζουν ενίοτε στα παγκάκια. Wild side. Τόσο φυσιολογικά όσο κι η βόλτα στο σουπερμάρκετ Σάββατο πρωί.
«Η δικιά μου βέβαια έπινε εκεί που της νοίκιαζα – τώρα να δούμε τί θα κάνει».
Ναι.Αυτή πρέπει να είναι η μόνη που θα έχει πρόβλημα τελικά..

«ο αέρας ήτανε πηχτός / με τη μυρωδιά της καταπίεσης»
(Jah War – The Ruts)

– Όπως σου τα λέω είναι R5. Δεν πρόκειται γι’απλό

θα'ρθουν και καλύτερες, ν�ος μη σκας

Άσε και δε με ψήνουν ματιές...

συμπέρασμα αλλά για νόμο.

– ..και καλά. Ξέρεις τι νομίζω; Επειδή είσαι μπάρμαν κι έτσι πετάτε τέτοια αλανιάρικα για να ψαρώσετε τον κόσμο και να παραγγέλνει αβέρτα. Του κολλάς την ατάκα στη μάπα, ο άλλος ψάχνεται κι εν τω μεταξύ παίρνει άλλο ένα ποτάκι, ντεμέκ ότι στοχάζεται.Το κατεβάζει και σου λέει ένα «πολύ φιλοσοφημένος αδερφέ» – έκανες και το κομμάτι σου στα πέριξ. Ο μόνος νόμος εν προκειμένω είναι πως ο μπάρμαν θα πάρει ό,τι θηλυκό ξωμείνει – πατημένη –  στο κλείσιμο. Αλλά μ’εμένα έχασες: θα πάρω άλλη μια 3αρα με πάγο αλλά θα σε γράψω στ’αρχίδια μου, καθότι ούτε νόμος είν’αυτό που λες για τα μηνύματα ούτε τίποτα.

– Κατ’αρχήν το ποτό κερασμένο για να μη λες. Κι ασ’τα γελάκια, γιατί όπως ξέρεις δεν κερνάμε εδώ. Κι έπειτα πολύ ζορίκλας είσαι: επαλήθευσέ το, φίλε μου.

– ΟΚ. Στέλνω μήνυμα ευθύς..

Και έστειλα. Η κουβέντα έχει να κάνει με το εξής: ο φίλος ο Σωτήρης είναι μπαρμαν (..σας έχω ξαναπεί ιστορία μπαρμανατζίδικη κι άλλες φορές, και μπορεί να σχηματίσατε καμμιά κακή εντύπωση για το άτομό μου, αλλά σας διαβεβαιώ ότι τα πράγματα δεν έχουν όπως ακριβώς τα φαντάζεστε. Τυχαίνει απλά..). Και που λέτε, είμαστε αραγμένοι μια Τρίτη στο μαγαζί. Στο ίδιο μαγαζί είχαμε πάει και την Παρασκευή με παρέα.Άλλη παρέα. Επειδή τα μπαρ είναι ο ναός της ανδρικής ματαιοδοξίας -λέω εγώ τώρα -αρχίσαμε τα ηρωικά, οπότε κάνει ο φίλος ο Σωτήρης , ναι ρε παιδιά αλλά Πέμπτη Παρασκευή και Σάββατο δεν πιάνεται. Και γιατί δεν πιάνεται; Γιατί σου λέει, αυτές τις μέρες η άλλη είναι ψημμένη να βγει.Ένα τηλ. περιμένει και πάει παντού. Τα πράγματα είναι σοβαρά αν καταφέρεις να την ξεκουνήσεις Δευτέρα Τρίτη ή και Τετάρτη. Είναι νόμος..κλπ. διαβάσατε ήδη.

Έστειλα μήνυμα λοιπόν…Μετά – επειδή τα μπαρ είναι επίσης ναός και της ανδρικής βλακείας – αρχίσαμε τις κουβέντες για το γίγαντα Κοντρέρας, που όπως δήλωσε και στα Σπορ του Βορρά έχει για ίνδαλμά του τον Τσε Γκεβάρα. ( μεγάλε ΠΑΟΚ! ). Ο Σωτ. είναι αρειανός, δεξιός κι επίσης ακούει ραπ. Οπότε εδώ που τα λέμε άκρη δεν μπορούμε να βρούμε γι’αυτό κι οι κουβέντες μας είναι πολύ χαλαρές μια και δεν υπάρχει κανά σοβαρό νόημα.Ό,τι πρέπει δηλαδή.

Στα ηχεία τώρα ο Κ. είναι άλλη ιστορία: γκαράζ, new wave, τίποτα Durutti Column καμιά Anne Clarke, Human Beinz, Smiths, ωραία πράγματα ακόμα και Vanilla Fudge αν θέλετε να ξέρετε, μ’αυτόνε τα γούστα μας ταιριάζουν 100%. Αφού έχει ακόμα και κασκώλ West Ham στο  μαγαζί! Οπότε δεν έχουμε τί να πούμε. «Θα πας Fleshtones?»»Ναι.»»Σούπερ».»Εννοείται..»

– Τί έγινε; Τζίφος;

– «Τζίφος»..και γαμώ τις λέξεις

– Αυτό δεν είναι απάντηση φίλος..

Κοιτάω το ρολόϊ που μετακινήθηκε τρια τέταρτα μπροστά (προφανώς μπροστά..).Ρε λες;

– Εντάξει, μπορεί νά’χει δουλειά τώρα..

– Σε συμφέρει αν έχει δουλειά. Θα δει το μην. όπου νά’ναι και θα σ’απαντήσει. Αλλιώς..

Τι αλλιώς μωρέ…ωχού σαν πολύ ντέρμπυ να τό’χουμε κάνει το θέμα δηλαδή. Τι διάολο όπως γουστάρει κάνει ο καθένας: γιατί το αν θα έρθει η δεν θα έρθει να σημαίνει τίποτα παραπάνω απ’το δεν βαριέμαι/βαριέμαι να βγω; Πρέπει να ψάχνουμε ν’αποκρυπτογραφούμε σιωπές και τέτοια; Σαν τους παλαβούς που «ερμηνεύουν» ακατάληπτα κείμενα του Αριστοτέλη για να μας αποδείξουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είναι εξωγήινοι; Απλά και φυσιολογικά κυλάν τα πράγματα εν τέλει, όσα φέρνει η στιγμή δεν φέρνει ο χρόνος, οι ποσοτικές αλλαγές συσσωρεύονται σε ποιοτικές κλπ. και τζάμπα δίνουμε σημασία σ’ορισμένα πράγματα που δεν έχουν την παραμικρή. Μπορεί να έρχεται συνέχεια έξω και στο τέλος να σου πει «ξέρεις με τον τάδε είμαι ερωτευμένη». Ή να σ’έχει γραμμένο ολότελα και να σου πει ύστερα από κανα δυο χρόνια με μήνυμα «μ’αφησες να σου φύγω μέσ’απ’τα χέρια σου». ( Κι άντε μετά να κόψεις το κάπνισμα δηλαδή, δεν είναι αστεία πράγματα αυτά…)

– Δεν θα σε ξαναρωτήσω..Σφηνάκι να βάλω;

Είμαστε για να μη βάλεις…Αλήθεια τί δουλειά έχω εδώ πέρα; Να στέλνω μηνύματα για να αποδείξω τι; Και σε ποιόν; Όχι στο φίλο που απλά έκανε την πλάκα του. Σ’εμένα; Ότι δηλαδή τί; Ότι είτε έρθει είτε δεν έρθει δεν έχει την παραμικρή σημασία;Ή μήπως το ανάποδο; Ότι καίγομαι για νά’ρθει.. Κι ότι εδώ που τα λέμε θα ήταν προτιμότερο να ισχύει ο νόμος του Σ. παρά να αδιαφορεί εντελώς. Βρε γαμώ την καταδίκη μου πάλι.. 

Ξανακοιτάω το ρολόι. Τη φάγαμε τη χυλόπιτά μας. Καλά, μπορεί άυριο να βρεθούμε και να μου πεί τίποτα ήμουν πτώμα ξερωγώ κλπ. Ε και; Σού’ πα νά’ρθεις και δεν ήρθες. Σε καμιά σπηλιά ζούσες ως τώρα; Τό’χες στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι μπορεί και να με κάνεις σκουπίδι με το να μην έρθεις και τό’παιξες σαν ενδεχόμενο κανονικά. Μπορεί κάποτε να μου πεις κι εσύ πως σ’έχασα μέσ’απ’τα χέρια μου. Μπορεί να πεις σε καμιά φίλη ότι αυτός ο R5 σού’χει ζαλίσει τον έρωτα. «Τζίφος» όντως..

Ναι. Αλλά μιαν άκρη τη βγάλαμε. Θέλουμε να έρθει. Κι όσο περνάει η ώρα, αρχίζουμε να βλέπουμε φαντάσματα. Ότι είναι με το γκόμενο. Ότι κοιτάν το μήνυμα και γελάν. Ότι γίναμε βούκινο σε καμιά 15αρια άτομα ήδη.Κάτι τέτοια κομπλεξικά.

Θέλω νά’ρθει όμως ρε συ. Κι ας μην γίνουν πράγματα που γίνονται στα τραγούδια του Prince ή του Barry White. Ας μην πούμε και τίποτα συγκεκριμένο. Ας μην πούμε για μας. Ας έρθει. Σκέτα. Να κάνουμε ένα τσιγάρο χωρίς να αρθρώσουμε λέξη.

Αν είναι βέβαια να μην πει τίποτα γιατί να έρθει; Χαζή είναι;

Ε, άρα γι’αυτό δεν έρχεται. Όχι ρε συ…Κάπως έτσι θα νιωθε κι ο βασιλιάς της Γαλλίας όταν έβλεπε γύρω του τους μαχητές του να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο στη μάχη του Agincourt. Ο Σαλαδινος όταν οι Σταυροφόροι πατούσαν την Ιερουσαλήμ. Ο Πρέλεβιτς όταν πούλησε ο Φασουλας τη μπάλα στον τελικό με τη Ρεάλ.

Πλήρωσα, χαζογέλασα στα παιδιά και βγήκα. Άρχισε και το ψιλόβροχο – δηλαδή όλα τά’χαμε, τα κλισέ μας μάραναν. Δεν έχει πια σημασία. Μπορεί και να έχασα όντως ή μπορεί στο τέλος να είμαι και τυχερός. Το θέμα είναι πως συμπεράναμε ότι στα σοβαρά ζητήματα μπαίνουμε με ψυχολογία πιτσιρικά. Απ’αυτές (τις ψυχολογίες λέω|) που δεν σ’αφήνουν να διακρίνεις το σοβαρό απ’το μη.  Κι όταν στη μάχη πας για να πεθάνεις, ξέρετε τί γίνεται..

Κατεβαίνω την Αριστοτέλους, διασταυρώνομαι μ’ένα ζευγάρι. Τους κοιτάω: ο τυπάς, ψιλογεμάτος, με γλυμμένο τζελ το μαλλί, φοράει το «καλό» τζιν, ένα χαζοπέτσινο των 50 €, αθλητικά χρυσά..Η μικρή ένα τζιν μπουφάν, φόρεμα από κάτω και κάτι πέδιλα. Δεν είναι από το κέντρο, θα κατέβηκαν για κανά σινεμά ή κανά καφέ στα χαζομπαρ της παραλίας. Αισθητικά και πολιτισμικά , συμπυκνώνουν όλη τη μικροαστίλα, το «πολύ θα ήθελα να..» του γουέστ σάιντ. Αλλά κολλάω: κρατάν σφιχτά το χέρι, κι ακτινοβολούν ευτυχία..

Πλάκες κάνεις θα μας πάρουν και τα ζουμιά τώρα; Με κοιτάν τα παιδιά μ’απορία, τους προσπερνάω γρήγορα. Άσε καλύτερα, είμαι ικανός να τους πιάσω κουβέντα «πώς τα καταφέρνετε» και τέτοια, να ξεφτιλιστούμε εντελώς δηλαδή..

Έρημη γη. Σαν τον τυπά το βιομήχανο στο «Θεώρημα» του Παζολίνι.Περπατάω περπατάω περπατάω…Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα σύμφωνοι.Σήμερα τί γίνεται;