Man Controller of the Universe, Palacio de Bella Artes, Mexico City 1934

Πρόκειται για μια τοιχογραφία του Μεξικάνου Ντιέγκο Ριβέρα, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο Μουσείο Καλών Τεχνών της Πόλης του Μεξικού, που ονομάζεται «Man the controller of the universe»(o άνθρωπος ελέγχει το σύμπαν, σε δική μου μετάφραση). Η ημερομηνία επεξεργασίας της είναι το 1934, και πρόκειται για μια τοιχογραφία που κρύβει από πίσω της μια αρκετά διδακτική ιστορία.

Όσοι έχετε δει την ταινία «The Craddle Will Rock»/»Οι Αντάρτες του Μπρόντγουεϊ» μάλλον θα θυμάστε πως  την είχε παραγγείλει ο μεγιστάνας Ροκφέλλερ από τον  – κομμουνιστή – ζωγράφο προκειμένου να στολίσει το εμπορικό κέντρο που τότε έχτιζε στη Νέα Υόρκη – νομίζω είναι το γνωστό σήμερα Rockefeller Plaza. Ήθελε ο κύριος, να του φτιάξουνε μια τοιχογραφία ώστε ο κόσμος να κοντοστέκεται και να σκέφτεται..

Άνθρωπος ανοιχτόμυαλος θα λέγαμε ο Ροκφέλλερ, αλλά… όχι και τόσο.Βλέπετε (δυστυχώς ο χώρος που μου δίνει το κωλοWordpress είναι λίγος, οπότε θα πρέπει να κάνετε προσπάθεια, το αναγνωρίζω είναι δύσκολη η μελέτη του πίνακα σ’αυτή τη μορφή ) ο Μαρξ μας έλεγε ότι οι καπιταλιστές θα μας πουλήσουν και το σκοινί που θα τους κρεμάσουμε, και όχι τυχαία, γιατί αν ήταν τσάμπα δεν είναι δα και μαλάκες να μπούνε στον κόπο. Και πάντως δεν είναι μαλάκες για να μας ανοίξουν τα μάτια: ο Ροκφέλλερ ήθελε την τοιχογραφία σαν μέσο επικοινωνιακής στρατηγικής. Με μια όμορφη τοιχογραφία, πέραν του ότι στολίζεται με γούστο ένας τεράστιος χώρος, δημιουργείται κι ευχάριστη διάθεση σ΄’αυτόν που τη βλέπει. Κι έτσι, ίσως να κάνει και τα ψώνια του στο εμπορικό κέντρο. [Τί; τυχαία έγινε δισεκατομμυριούχος ο τύπος;]

Όπως βλέπετε λοιπόν, δεξιά στο κέντρο του πίνακα απεικονίζεται ο Λένιν. Κάτι που αρκούσε τότε – και αρκεί και τώρα – για να ξινίσει τα μούτρα όποιος θέλει την τέχνη μια πολυτελή χαριτωμενιά στα πόδια της μπουρζουαζίας. Προφανώς και δεν είναι κακό να απεικονίζει κανείς εργάτες. Προφανώς και είναι αποδεκτό να αποκεφαλίζεις τους θεούς (δείτε πάνω δεξιά). Χαλάλι και ο αντιμιλιταρισμός. Αλλά πρέπει να κρατάς το ίσο. Γενικώς να είσαι «ουδέτερος». Ακομμάτιστος. Ακηδεμόνευτος. Και τέτοια..

Όταν όμως από τα δεξιά του ανθρώπου (αριστερά όπως βλέπει κανείς τον πίνακα) παρουσιάζεται ένα ανθρωπομάνι που έχει ψηλά τους θεούς, έχει τα επιθετικά του στρατεύματα ( και προσέξτε τη λεπτομέρεια της αντι-ασφυξιογόνου μάσκας, σαν σύμβολο βαρβαρότητας: στις αρχές του ’30 ήταν ακόμα νωπή η ανάμνηση των χημικών που πρωτοχρησιμοποιήθηκαν στον Α’ΠΠ και σκόρπισαν δεκάδες χιλιάδες φουκαράδες φαντάρους), παίζει χαρτιά και φοράει ρούχα υψηλής ραπτικής, όταν τέλος στο βάθος βλέπει κανείς το γκλομπ της αστυνομίας να ανοίγει κεφάλια διαδηλωτών/απεργών και από τα αριστερά του ανθρώπου υπάρχει η χώρα του Λένιν,  αλλιώτικο, αλλά  ανθρωπομάνι κι από’κει, με τους εργάτες , τους αθλητές, τους αποκεφαλισμένους θεούς, το λαϊκό στρατό, τις γυναίκες στην πρώτη γραμμή της ζωής με τα κόκκινα μαντήλια αμέσως αμέσως η εικόνα γίνεται εικόνα μάχης: σε αντίθεση με μια ουδέτερη απεικόνιση , ή αφήγηση, που υποκρίνεται ότι στέκεται υπεράνω της ταξικής πάλης παρουσιάζεις τον άνθρωπο σε σταυροδρόμι. Και όταν είσαι σε σταυροδρόμια επιλέγεις: την αστική κοινωνία που έχεις στα δεξιά και την υπαρκτή κοινωνία που φτιάχνουν οι εργάτες που έχεις στ’αριστερά. 

Είπα και πριν ότι είναι δύσκολη μ’αυτά τα μεγέθη η μελέτη του πίνακα αλλά κάν’τε λίγο μια προσπάθεια να δείτε κάποιες λεπτομέρειες: ο Ριβέρα στο mural του (μη γράφω όλο τοιχογραφία συμπαθάτε με) δεν παρουσιάζει την καπιταλιστική κοινωνία ενιαία. Φαίνεται στα δεξιά του ανθρώπου αρκετά καθαρά το γκλομπ του μπάτσου που χτυπάει απεργούς/διαδηλωτές/μαύρους. Στο ίδιο επίπεδο από τ’αριστερά έχουμε κοπέλες με αθλητικές εμφανίσεις. Επίσης βλέπουμε στα δεξιά και αριστερά κόσμο καθισμένο μπροστά σε οθόνες: ίσως είναι η τέχνη και η επαφή των δυο κόσμων με την τέχνη. Στα δεξιά είναι οι καλοντυμένοι κύριοι και κυρίες στ’αριστερά οι προλετάριοι. Με τα ρούχα της δουλειάς.

Όσα απεικονίζει ο Ριβέρα έχουν πολύ δυνατή προπαγανδιστική αξία. Κι επίσης αισθητικά η τοιχογραφία αιχμαλωτίζει το μάτι. Αναγκάζει να ψάξει κανείς τις λεπτομέρειες και βάζει το μυαλό σε κίνηση – να και η αξία του έργου του Ριβέρα. Και τελικά αυτή είναι η ο αγκιτάτοραςαιτία που ο Ροκφέλλερ κατέστρεψε το έργο του Ριβέρα, ο οποίος και το ξαναέστησε στη μορφή που βλέπετε στο Μεξικό.   

Μού’ρθε στο νου ο Ριβέρα απ’αφορμή το κείμενο του Γρ. Τραγγανίδα που δημοσιεύει ο Ριζοσπάστης  για το ΛΕΦ. Το «Αριστερό Μέτωπο Τέχνης» μια από τις μορφές που οργανώθηκε η επαναστατική διανόηση (άλλη ένωση εξίσου γνωστή ήταν η Προλετκουλτ)  και δραστηριοποιήθηκε στην νεαρή ΕΣΣΔ κατά τη δεκαετία του ’20 αποτελώντας τον «κυριότερο οργανωμένο εκφραστή της αντίληψης ότι τώρα η τέχνη έχει νόημα μόνο ως «κοινωνική παραγγελία.» Ίσως να θεωρήσετε ότι είναι απόλυτη κάποια τέτοια θεώρηση, από την άποψη ότι η τέχνη είναι και υπάρχει, και το τί κινητοποιεί κάποιον να κάνει τέχνη επίσης υπάρχει και μόνο αντικείμενο ερμηνείας και κριτικής μπορεί να αποτελέσει και όχι προϊόν καθ’υπόδειξη χρέωσης.

Μπορεί. Το συγκεκριμένο έργο του Ριβέρα ωστόσο δείχνει – στο σώμα του πάνω – ότι υπάρχει τέχνη που πονάει γιατί λέει αλήθεια κια τέχνη ουδέτερη – αδιάφορη. Θέλω να πω ότι η ιστορία της τοιχογραφίας αυτής αποδεικνύει πως η απόρριψη της «προσανατολισμένης» τέχνης συνιστά προσανατολισμό επίσης. Ο ακομμάτιστος καλλιτέχνης είναι εξίσου κομματικός. Το ’34 ας πούμε υπήρχε η πραγματικότητα της Σοβιετικής Ένωσης: αν πραγματεύεσαι κοινωνικά θέματα, είτε παίρνεις θέση είτε υποκρίνεσαι ότι δεν υπάρχει. Είτε συμβολικά την καταστρέφεις όπως το έκανε ο Ροκφέλλερ.

Κατά τα άλλα μ’αρέσει γενικώς το στυλ του Ριβέρα, και μ’αρέσει και η επιλογή του να φτιάχνει τοιχογραφίες: ήθελε να μιλήσει με τον προλετάριο του τόπου του κι επέλεξε τον προσφορότερο τρόπο (ποιος από τους φουκαράδες θα μπορούσε να αγοράσει πίνακά του ή να πλησιάσει σε καμμιά γκαλλερί άραγε;). Και μ’αρέσει το ότι έκανε τα αδύνατα δυνατά για να πετύχει αυτή την επικοινωνία με τις  μάζες και δεν σταύρωσε τα χέρια ν’αρχίσει να λέει «α ρε παλιοσύστημα, ανάθεμα τα κυκλώματα» και τέτοια. 

Και φαντάζομαι ξέρετε τί εννοώ…         

Δεν ξέρω πόσοι από σας κει έξω ασχολείστε με τη jazz.

Καλά, όλο και κάτι θα ΄χει ακούσει και ο λιγότερο υποψιασμένος, νομίζω. Μάλλον κάμποσοι θα έχετε ακούσει ότι πρόκειται για την κατ’εξοχήν μουσική των μαύρων (θα έγραφα «νέγρων» βασικά , αλλά ακούγεται κάπως..) , την μητέρα κάθε μουσικής των μαύρων, που γεννήθηκε κατ’ευθείαν στην Αφρική (εντάξει, έτσι λένε οι μουσικολόγοι βασικά, που ψάχνουν να βρουν τη σύνδεση ανάμεσα στη σύγχρονη αυτοσχεδιαζόμενη μουσική και τους τελετουργικούς ήχους των πρωτόγονων φυλών της Αφρικής) μορφοποιήθηκε στην γιορταστική ατμόσφαιρα της Νέας Ορλεάνης, μπήκε στα καμπαρέ, τα ξενοδοχεία, τα θέατρα και τον κινηματογράφο μέσα από τις big bands, ξαναχώθηκε στα περιθωριακά στέκια με το be -bop, συνδέθηκε στο Παρίσι με τον υπαρξισμό (χάρη σε κάτι φοβερά τυπάκια όπως ο Μπορίς Βιάν), ξέφυγε με τη free jazz, τον Miles Davis και τον Coltrane, κατέληξε στη rap – και στο μεταξύ συνδέθηκε με το rock’ n ‘ roll, με κινήματα διαμαρτυρίας ή αντίστοιχα με δεξιώσεις πρέσβεων. [ Δεν είναι του θέματος αλλά να πω ότι jazz δίσκοι κυκλοφορούσαν στη Σοβιετική Ένωση από τη δεκαετία του ’30 τουλάχιστον, ενώ πολύ δυνατή jazz σκηνή υπήρχε σε όλες ανεξαιρέτως τις σοσιαλιστικές χώρες της Ευρώπης. Υπάρχουν μάλιστα τζαζίστες παιδιά Ελλήνων πολιτικών προσφύγων όπως ο Α.Λάνθιμος, αν θέλετε να ξέρετε..].

Εν πάσει περιπτώσει, κάτι απ’όλ’αυτά θα έχει πάρει τ’αυτί σας τι διάολο να πούμε..

Απ’όλα τα παραπάνω πιο περίεργη ήταν η σχέση της jazz με την πολιτική. Η οποία ήταν συχνά πολύ στενή αλλά και από τις δυο μπάντες: ξέρετε ας πούμε ότι ο – συμπαθέστατος βέβαια – Dizzy Gillespie έκανε περιοδεία τη δεκαετία του ’60 (πέρασε κι από την Ελλάδα) στην Δυτ. Ευρώπη , χρηματοδοτούμενη από το Στέητ Ντηπάρτμεντ για να βγάλει προς τα έξω το «καλό» πρόσωπο της Αμερικής; You know ότι βασικά, δεν σκοτώνουμε τους μαύρους. Όλους τους δηλαδή. Αλλά υπάρχει και η άλλη πλευρά. Αυτή του Gil Scott Heron.

O   Gil – Scott Heron, γεννήθηκε το ’49 στο Σικάγο. Ξεκίνησε την ποιητική – μουσική του καριέρα με το LP «Small Talk at 125th and Lennox». Ποιητική -μουσική λέω, γιατί τούτο το πρώτο δισκάκι βασικά ήταν απαγγελίες ποιημάτων του, από τον ίδιο, πάνω σε ένα beat χαλάκι από congas και άλλα κρουστά.Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να είναι ο πρώτος rap δίσκος ever. Εξάλλου ο τύπος είναι βασικά ποιητής – κι όχι στιχουργός (μπλιάξ! τι ψωνισμένο συνάφι!). Από το 1971 και για όλη τη δεκαετία του ’70 ο τύπος ηχογραφούσε ανελλιπώς και έδινε ταχτικά συναυλίες αναμεμειγμένος ενεργά – για την ακρίβεια πρόκειται για στρατευμένο καλλιτέχνη – στο κίνημα των μαύρων για ισότητα. Είχε μάλιστα μια πιο βαθειά πολιτική συνείδηση και πιο κοφερή ματιά στα πράγματα : δεν είναι τυχαίο ότι πηγή έμπνευσης γι’αυτόν υπήρξε ο μαύρος ποιητής Langston Hughes, από τις πιο εμβληματικές μορφές της Αφρο -αμερικάνικης κουλτούρας, ο οποίος επί μακρόν σύνδεσε τη ζωή και το έργο του με το ΚΚΗΠΑ και το εκδοτικό του (International Publishers αν θυμάμαι καλά..). Ούτε είναι τυχαίο ότι συνδέθηκε πολιτικά με το Κόμμα των Μαύρων Πανθήρων και τον ηγέτη τους Huey Newton (για όσους ξέρουν εξέφραζε την πιο πολιτική και γνήσια ριζοσπαστική πτέρυγα των Μαύρων Πανθήρων, έβλεπε πιο συνολικά το θέμα της πάλης των αφρο-αμερικάνων προλετάριων μαζί με τους λευκούς και τους μετανάστες. Γι’αυτό κι έκανε φυλακή με στημένες κατηγορίες τη δεκαετία του ’70, γι’ αυτό και δολοφονήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’90).

Αλλά εγώ γράφω για πάρτη του για άλλους λόγους. Στο φινάλε για το έργο του και τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημιούργησε, και δημιουργεί, μπορείτε στο νετ να βρείτε.. Το θέμα είναι ότι ο Gil -Scott Heron υπήρξε ένας λαϊκός καλλιτέχνης , ένας άνθρωπος αφοσιωμένος να κινητοποιήσει λαϊκούς- έχει ΤΕΡΑΣΤΙΑ σημασία αυτό –  ανθρώπους στην πάλη για κάτι καλύτερο. Τόσο οι στίχοι του όσο και η μορφή της τέχνης του – jazz βέβαια, αλλά jazz προσιτή, χορευτική συχνά,  τέτοια που να αφήνει στον άλλο τα περιθώρια τόσο να ακούσει τους στίχους (τι; δεν είναι πρόβλημα να χάνονται οι στίχοι κάτω από τους ήχους;) όσο και να ευχαριστηθεί ένα τραγούδι – ήταν δογματικά προσανατολισμένοι σ’αυτό. Δεν αφήνει τον ακροατή του σε «ησυχία»: ούτε κομμάτια για έρωτες κι αγάπες (ανόητες μ’ανόητα φιλιά), ουτε γι’αυτοκίνητα και bitches απ’αυτά που λεν οι σύγχρονοι rappers, ούτε χορός για το χορό – και μάλιστα ο τύπος ήταν σκληρός κριτικός του προτύπου του μαύρου διασκεδαστή για το κοινό των λευκών μεσοαστών, τύπου James Brown κλπ., μια και όλοι αυτοί βασικά έκαναν θέαμα και καρικατούρα τη δύσκολη ζωή των γκέττο και την εξαθλίωση των μάυρων πληθυσμών. Μάκρυα από την πρέζα της εξουσίας, μακρυά από την Τέχνη του ύπνου που μας μπουκώνει το καθεστώς για να κλείνουμε τα μάτια. Και τα μυαλά.    

Γράφω για πάρτη του γιατί υπήρξε (θα.. εξηγήσω τον αόριστο) ένας καλλιτέχνης με τα δυο του πόδια γερά γειωμένα στο σήμερα, και στον κοινωνικό χώρο που τον γέννησε. Κάτι πολύ σημαντικό, για κάθε καλλιτέχνη και κάθε διανοούμενο ευρύτερα. Δηλαδή λέω, κι αστός να είναι τον πάω πραγματικά αν γράφει κι απευθύνεται στους αστούς.[Το αντίθετο αν συμβαίνει είναι μεγάλη ξεφτίλα βέβαια, και πρέπει να έχει κανείς πολύ μεγάλο ταλέντο και ουμπαλα που λένε για να είναι κανείς αστός και να αφοσιώνεται στους εργάτες. Όχι να υποκρίνεται ότι αφοσιώνεται. Μόνο ο Βισκόντι δηλαδή εμένα μού’ ρχεται στο μυαλό..] Μολονότι , στα καλλιτεχνικά στέκια της Νέας Υόρκης, του Παρισιού και του Λονδίνου αντιμετωπίζεται σαν γίγαντας της jazz και θα μπορούσε ήσυχα να ζει τη ζωή του «αριστερού» διανοουμένου να λέει χασμουριάρικες ατάκες για τον «κακό Πρόεδρο Μπους» και να «θλίβεται» απ’το ρετιρέ του για τα παιδιά των μαύρων. Κι επίσης θα μπορούσε να ανακυκλώνει τον πεθαμένο καλλιτεχνικά εαυτό του παίζοντας τα ίδια και τα ίδια τραγούδια 30 και 40 χρόνια μετά, μηρυκάζοντας  ένα κλίμα που κάποτε στηνόταν πάνω σε συγκρούσεις, και σήμαινε αγώνα ενώ  σήμερα δεν εγγυάται παρά ένα ευχάριστο βραδάκι που καλμάρει τύψεις συμβιβασμών. 

Μην ψάχνετε τέτοια εδώ. Ο τύπος δεν χαρίζεται σε κανένα. Ούτε ακόμα και στους νεότερους rapper – τους πιο πολιτικοποιημένους εννοείται -που κάνουν samples από τα τραγούδια του και πίνουν νερό στ’ονομά του. Ούτε σ’ όλους αυτούς τους εστέτ και καλά «ανήσυχους» που στην πραγματικότητα ξεγελάν τις «άδειες ζωές τους» ακούγοντας, σνομπίστικα,  την  jazz των «Lady Day & John Coltrane». Ούτε σ’αυτούς που στριμώχνονται πίσω από τους Δημοκρατικούς των ΗΠΑ (ή στα καθ’ ημάς τους ΠαΣοΚους, ΣυΡιζΑίους κλπ.) την ώρα που «ο λαός γνωρίζει ότι στην Αμερική χειμώνιασε»(«Winter in America» , το κομμάτι..).

Πάρ’τε για παράδειγμα και το βιντεάκι από πάνω. Το κομμάτι λέγεται «The Bottle» και οι στίχοι παίζουν με την λέξη αυτή παραλληλίζοντας τη ζωή στα γκέττο με τη ζωή σε μπουκάλι – αλλά κάνοντας και σχόλιο για τις εξαρτήσεις και την καταστροφή που φέρνουν στους brothers τα μπουκάλια, η πρέζα κλπ. Δεν είναι στυλ, δεν είναι freedom, είναι ταχτική τους να μας αφανίσουν.

Δυστυχώς ο δικός μας είναι άνθρωπος. Και οι άνθρωποι σπάνε. Το ηθικό του παράδειγμα όχι βέβαια, σε καμμιά περίπτωση. Αλλά ο Gil – Scott Heron έπεσε τελικά στο λούκι που τον ήθελε το καθεστώς. Ο φουκαράς είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών και εξαρτημένος, τα τελευταία δε χρόνια μπαινοβγαίνει στις φυλακές – παίρνει μάλιστα «άδειες» για να δίνει συναυλίες στις γειτονιές του ή να κάνει ομιλίες. Η τελευταία φορά που τον συνέλαβαν είναι πριν ενάμιση μήνα περίπου. 

Όμως οι άνθρωποι, όλη η ζωή βασικά, είναι ύλη που κινείται. Τα φαινόμενα είναι διαφορετικές όψεις της κινούμενης ύλης. Στην αντίφασή του αυτή o Heron φαίνεται για την ώρα να έχει πάρει για τα καλά την κάτω βόλτα. Δεν νομίζω ότι μειώνει ούτε το αισθητικό ούτε το πολιτικό μέρος του έργου του. Αυτό είναι τόσο τεράστιο που το τρέμει το σύστημα διαμόρφωσης μαζικής κουλτούρας και όλοι όσοι ασχολούνται με τη jazz. Αν όχι, θα τον γνωρίζαμε αρκετά καλά.

Αυτά. Πάρ’τε και κάποια link:

http://en.wikipedia.org/wiki/Gil_Scott_Heron  (γενικές πληροφορίες)

http://gilscottheron.free.fr/ (στα γαλλικά)

http://www.gilscottheron.com/GILINTRO.htm