Το πρώτο πράγμα που θυμάμαι ήταν το φθινόπωρο του ’83. Μπόμπιρας ο R5 στις κερκίδες της Τούμπας, πάνω στους ώμους του πατέρα του, μ’ ένα ασπρόμαυρο τζόκει  -«οι αετοί του Βορρά» – να του σφίγγει το κεφάλι. Γουρλωμένα μάτια: καμμιά σαρανταριά χιλιάδες άνθρωποι – πρώτη του φορά έβλεπε τόσο κόσμο. Αν ήξερε τη λέξη θα μίλαγε για εκατομμύρια. Ούτε αυτή τη λέξη ήξερε ούτε και πολλές άλλες. Ήξερε όμως τη λέξη ΠΑΟΚ και πρέπει να τη φώναξε όντως εκατομμύρια φορές εκείνο το βράδυ.Μούτζωνε, χοροπήδαγε, κοκκίνιζε όταν άκουγε τους άλλους κυρίους να φωνάζουν «μαλάκα» και τέτοια. Κούδας, Κωστίκος, Ιωσηφίδης, Αλαβάντας, ο Χρήστος ο Δημόπουλος – ο «φονιάς». Απίστευτο πανηγύρι, τέτοιο πράγμα ποτέ ξανά: όλοι μαζί να χοροπηδάμε, να κουνάμε τα χέρια να φωνάζουμε, να γελάμε, να αγαναχτούμε – ούτε κι αυτή τη λέξη την ήξερε. Αντίπαλοι ήταν κάτι κόκκινοι, Γερμανοί. Η Μπάγερν του Ρουμενίγκε , η θρυλική Μπάγερν των τριών -ως τότε -Πρωταθλητριών. Γκολ δεν βάλαμε σ’εκείνο το ματς. Ούτε στη ρεβάνς στο Μόναχο – αποκλειστήκαμε τελικά 8 -7 στα πέναλτυ. Είχα κλάψει τότε θυμάμαι -πώς είναι δυνατό να νικάει κανένας τον ΠΑΟΚ;; «Βρωμοχιτλεράδες» έβριζα, το θυμήθηκα το ματς λίγες βδομάδες μετά που είχαμε στο σχολείο τη γιορτή της 28ης..   

Στο σχολείο τα περισσότερα πιτσιρίκια ήμασταν ΠΑΟΚ. Ο κολλητός βέβαια Άρης -Κούης, Σεμερτζίδης, Μιχαλήτσος. Αυτός περισσότερο για το Γκάλη μίλαγε, αλλά ο R5 αυτό το μπάσκετ δεν το συμπαθούσε: κλειστό γήπεδο, αποπνιχτική ατμόσφαιρα, στενή κατάσταση γενικώς. Δεν είχε πλάκα..Άσε που στην αυλή δεν είχαμε μπασκέτες. Ματώναμε τα γόνατα στο τσιμέντο μιας αυλής μήκους 20 μέτρων και πλάτους 25.Ο δάσκαλος ο κύριος Θωμάς μας έλεγε πως «πρέπει οι γονείς σας να διεκδικήσουν αθλητικούς χώρους στη γειτονιά. Αν πάτε στη Σόφια κανά Σαββατοκύριακο θα δείτε πως σε κάθε πολυκατοικία έχουν ανοιχτούς χώρους, παρκάκια κανονικά για να παίζουν τα παιδιά». Ε ναι. Κι ο ΠΑΟΚ φαίνεται γι’αυτό και παίρνει ξένους από τη Βουλγαρία, αφού έχουν γήπεδα παντού, θα είναι παιχταράδες. Κάτι μουρμουράγανε οι γονείς για τον κύριο Θωμά «Τί ν’αυτά που λέει στα παιδιά», αλλά εγώ τον πηγαινα γιατί μας έκανε και το διαιτητή όταν παίζαμε με τους μεγάλους.Θέλαμε μια μέρα να μας πάει εκδρομή στην Τούμπα, αλλά γέλασε, η μπάλα λέει ανήκει στις εταιρίες. Άλλη άγνωστη λέξη κι αυτή..

Το ’84 πήραμε κύπελλο στο μπάσκετ απέναντι στον Άρη του φίλου..Ο διαβόητος «τελικός των ξυρισμένων κεφαλιών». Γελούσε ο πατέρας μου – «δες τις αυτάρες του Φασούλα» μου έλεγε.Εγώ πάλι γελούσα με τ’όνομα Φασούλας.. Το ίδιο βράδυ -κάπου Πάσχα πρέπει νά’ ταν – κατεβαίνουν οι ορδές του λαού μέχρι την Κορομηλά με τα πανώ τους και τα πανηγύρια τους. Απ’το μπαλκόνι ο R5 να φωνάζει κι αυτός: μ’αυτούς είμαι κι εγώ. Αυτοί είμαστε.

Κι έπειτα το ’85: μια ολόκληρη χρονιά πάρτυ. Στο μυαλό μου είναι όλα τακτοποιημένα μαγικά, σαν τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών ένα πράγμα. Η ομαδάρα του Σκότσικ, δεν χάνει πουθενά. Σε πρωτάθλημα, κύπελλο -ΠΟΥΘΕΝΑ. Κερδίσαμε τον Παναθηναϊκό μέσα στο ΟΑΚΑ με τη κεφαλιά ψαράκι του Πάπριτσα θυμάμαι – και θυμάμαι τα κορναρίσματα στο δρόμο προς Αγία Τριάδα με το που έληξε το ματς. Εκείνη τη χρονιά είχε κι εκλογές μαζί: στα εκλογικά κέντρα, δίπλα στις αφίσσες, και τα συγχαρίκια των πολιτευτών για τον ΠΑΟΚ μας. «Ο ΠΑΟΚ δεν είναι κόμμα να κατέβει στις εκλογές;» – απορούσα στον πατέρα μου. Βέβαια η ομαδάρα του Σκότσικ έχασε ένα ματς: τον τελικό του Κυπέλλου απέναντι στη Λάρισα του Βουτυρίτσα και του Παραφέστα. 4-1! είναι δυνατόν να χάνει έτσι ο ΠΑΟΚ μας; Μετά χάσαμε και το Δημόπουλο το φονιά, που τον πήρε ο Βαρδινογιάννης. («Δηλαδή όταν φωνάζαμε έξω οι ρουφιάνοι του Βαρδινογιάννη το λέγαμε για το Χρηστάρα;»..) Στα τσακίδια ο προδότης, κι είχα αγοράσει μια μαύρη μπλούζα με το 9 στην πλάτη για πάρτη του. Αλλά είχε μείνει ο Αλαβάντας κι ο Κωστίκος.

Τα χρόνια περνάν.Αργά σ’αυτές τις ηλικίες. Ο R5 μαθαίνει τη λέξη «εκατομμύρια»: καμμιά σαρανταριά είχε δώσει ο Κοσκωτάς για να πάρει στον Ολυμπιακό το Χάρη Μπανιώτη μαζί με τον προπονητή μας τον Λίμπρεχτς. «Ο ΠΑΟΚ έχει εκατομμύρια λαό δεν χρειάζεται τα φράγκα» -γνωμάτευσε η παρέα στην αυλή του δημοτικού. Και τί να τα κάνουμε εξάλλου: 6 -1 τους έσκισε η ομαδάρα στις Σέρρες. Πάντως τα εκατομμύρια με τα εκατομμύρια έχουν διαφορά. Τα μεν μπορούν να κάνουν συγκλονιστικές καταστάσεις: γεμάτη η Τούμπα το Σεπτέμβρη του ’88, παμε να κάψουμε την ομάδα του Μαραντόνα, του Καρέκα και του Αλεμάο – μας είχαν πάρει 1 -0 με πέναλτυ μέσα στη Νάπολι, ένα πέναλτυ μαϊμού (..βέβαια!). Τα δε από την άλλη μπορούν να φτιάξουν υπερομάδες. Βέβαια τον Ολυμπιακό τον κερδίσαμε μέσα στο ΟΑΚΑ μια βδομάδα πριν από τη ρεβανς με τη Νάπολι -μ’ ένα απίθανο σουτ του Μπορμπόκη.

Αλλά τα άλλα εκατομμύρια εξακολουθούν να είναι πιο σημαντικά. Το ’90 χάνουμε το πρωτάθλημα καναδυο αγωνιστικές πριν το τέλος – μια ισοπαλία εδώ, ένα φαλτσοσφύριγμα εκεί, κάτι άνετα διπλά του Παναθηναϊκού..Πετούσαμε βέβαια, 40000 κόσμος στην Τούμπα θυμάμαι να έχουμε κερδίσει τον ΠΑΟ στο τελευταίο ματς του α’ γύρου, 2 -1 γυρνώντας το σκορ μάλιστα στο β’ ημίχρονο και να βγαίνουμε ΠρωταθλητΓκιουλα Λόραντές χειμώνα. Κανονικοί δεν βγήκαμε βέβαια. «Του χρόνου σίγουρα», κάνω. Η παρέα των μεγαλύτερων γύρω, οι οποίοι μου λέγαν κάτι απίθανες ιστορίες για την άνοιξη του ’73, που ο ουρανός της Τούμπας ήταν λέει γεμάτος αφρολεξ κι η ΠΑΟΚάρα είχε αποκλείσει τη Λυόν και περναγε στους 8 του Κυπελλούχων απέναντι στη Μιλαν του Ριβέρα. «Κι αν θες να ξέρεις ο Ριβέρα είχε μείνει μαλάκας με το λαό μας..» Πώς αλλιώς; «Του χρόνου σίγουρα, επιμένω. Μ’ένα τερματοφύλακα θα..» «Άσε ρε συ: από το ’73 του χρόνου λέμε. Κάτσε και μέτρα πόσα «τουχρόνου» είναι αυτά..». Κάμποσα σκέφτηκα.

Το ’91 έχουμε ημιτελικό στην Τούμπα με τον Παναθηναϊκό. Έμπειρος κι ατσαλωμένος ο R5, μαζεύεται με τα μεγαλύτερα παιδιά του Γυμνασίου σε μια καφετέρια  -τεκέ στη Μικράς Ασίας.»Λοιπόν, οι κουφάλες θα σκάσουν κανά δυό ώρες πριν το ματς. Θα τους περιμένουμε..». Μαζεύουμε χαλίκια από την Αγιαβαρβάρα και τους περιμένουμε. Βροχή.Βρισίδια, τεστοστερόνη, «θα πεθάνετε ρε μουνιά!», κάνουμε να φωνάξουμε σύνθημα η ανάσα πιασμένη, «οι μπάτσοι δρόμο!», κουφάλες σας γλύτωσαν πάλι.. Κάποια δόση ο Γιωργάκης πέφτει κάτω -ένα χαλίκι τον βρήκε στο μέτωπο. Σηκώνεται -παλικάρι -μέσ’τα αίματα «τί γίνεται ρε σεις, δικοί μας ή δικοί τους είναι;». Το ματς είναι σφαγείο -Βασιλάκης λέγεται ο κομμάντο με τα μαύρα. Ο δικός μου πάει στο νοσοκομείο για ράμματα, κάτι χιλιοστά σώσανε το μάτι του. «Ρε συ, μην ξαναπάμε μ’αυτούς είναι μεγάλοι μαλάκες». Άσε που είχαμε πληρώσει κάποιους για εισιτήρια και τελικά το ματς το ακούσαμε στο ράδιο. «Ναι ρε συ Γιωργάκη, γάμησέ τους..»

Περνάν κι άλλα χρόνια. Είχαμε κάτι σουξέ στο μπάσκετ – αλλα΄όλ’αυτά μου ήταν ψιλοαδιάφορα. Μόνο για το Μπάνε κοβόμασταν που έκανε τσαμπουκάδες στο Γκάλη. Και το ’94 που τα εκατομμύρια -πλέον δισεκατομμύρια -έκοψαν κι έραψαν ένα τελικό πρωταθλήματος για τον Ολυμπιακό του Κοκκαλη, και του Φασούλα. Ουστ ρουφιάνοι!

Μετά ο R5 περνάει πανεπιστήμιο κάποια στιγμή. Πιο πριν είχε οργανωθεί στην ΚΝΕ. Σταμάτησε να παρακολουθεί τόσο στενά την ομαδάρα -με τις αποχές από την Τούμπα για να φύγει ο Βουλινός είχαμε ξενερώσει άσχημα. Άσε που είχε καεί και το γήπεδο το ’92 με την Παρί Σεν Ζερμαίν κι ήμασταν εκτός Ευρώπης. Και δηλαδή από πού κι ως πού με εκπροσώπουν όλοι αυτοί σαν προσωπικότητες; Άσε που εμείς θέλαμε να σηκώσουμε ασπρόμαυρο πανώ με τον Τσε Γκεβάρα κι ο Βουλινός κατέβασε την ομάδα με την Παρί με το αστέρι της Μακεδονίας απάνω. «Τί ο Μεγαλέξανδρος καβάλαγε Ζάσταβα;». Μεγαλέξαντρο εγώ τον Κούδα ήξερα να φωνάζουνε..   

Εκατομμύρια παντού.»Νά’ρθει ρε συ κανάς πακέτος να κάνει μεγάλο τον ΠΑΟΚ μας». Μπα; Αυτοί οι πακέτοι μόνο λεζάντες στα μπουζούκια ξέρουν να κάνουν είστε σοβαροί; Εμείς μετράμε το φοιτητικό καφέ για να μπούμε στην 4 με το γάβρο – τον πήραμε με 2 γκολάκια του Τουρσουνίδη το ’97 θυμάμαι, είχε κλείσει η φωνή μου. Άσε που οι πακέτοι έρχονται κατ’εντολή της κυβέρνησης. «Και τί μ’αυτό; Μην είσαι κολλημένος ρε, ο ΠΑΟΚ είναι ο λαός του».αλλαχ ου ακμπαρ

Ο ΠΑΟΚ είναι ο λαός του, όντως. Μα ο λαός δεν παίζει μπάλα.Ο λαός φωνάζει, αγανακτεί, λυπάται και χαίρεται τις Κυριακές. Ζει την ανεργία στο 20%, ζει φοβισμένος σε μια πόλη που χαίρεται ( τα περιοδικά, η διανόηση, ο δημόσιος -και καλά -λόγος της την πείθει γι’αυτό) να..βαριέται και  περιμένει τα δισεκατομμύρια που θα φτιάξουν μετρό (καλύτερο από της Αθήνας!) και θα την κάνουν Παρίσι ξερωγώ ή Βερολίνο, με ηγέτες εκτός τόπου και χρόνου -στην καλύτερη -ή λαϊκιστές φανφαρόνους στη χειρότερη. Με ηγέτες γενικώς που έχουν το λαό απέναντί τους και τον βάζουν «δίπλα τους» ποδοσφαιρικά. Αφού μας φόρτωσαν το Μπατατούδη και τα χρέη του σκίστηκαν να μας σώσουν από την «τραγική κατάσταση».

Αλλά.. ο ΠΑΟΚ είναι άλλη ιστορία. Είναι το άγαλμα του Γιώργου Κούδα μέσα στην Τούμπα. Είναι η αφίσσα της ομάδας του ’76 στα καφενεία. Ο κουρέας που κυνήγαγε, λέει, με τα ψαλίδια τον Ηλία στη Λαμπράκη επειδή φόραγε κασκώλ ερυθρόλευκο. Ο θρυλικός Les Shannon – «ΠΑΟΚ Σάννον Κύπελλο» το ’72 – που έντυσε την ομαδάρα Νιουκαστλ κι έφερε για φιλικό στην Τούμπα τον Άγιαξ του Κρόιφ. Τρακόσια κωλοφάνταρα στο Κιλκίς να τρέχουνε στο ΚΨΜ να δούνε την ομαδάρα που ήταν στο 0 -2 με τον Ιωνικό.Το τζανκι στα Εξάρχεια, κάτι ξημερώματα , μόλις είχαμε κατέβει ΚΟΑ για μια δουλειά να μας την πέφτει «κι από που είστε ρε μόρτες;»»Σαλονίκη», «ΠΑΟΚ;»»Τί άλλο;» (ένας αυτός – τέσσερις εμείς, σκέφτηκα) «Είστε μάγκες ρε, έμένα που με βλέπεις μ’έχουν δείρει δυο τρεις φορές στην Τούμπα, χώρια οι μπάτσοι», και κάνει μια και βγάζει κάτι κουμπιά «πάρ’τε ρε, κερνάω..». ΠΑΟΚ είναι ο Στράτος ο Διονυσίου, πού ‘χε κάνει και Μακρονήσι. Η αφίσσα του Κούδα, να τον κάνει πλονζόν ο Καψής δίπλα στη φώτο του Καζαντζίδη. Ο Λόραντ, από την χρυσή Ουγγαρία των ’50ς που ΔΕΝ την άφησε μετά το ’56, να πεθαίνει στο πάγκο της Τούμπας το ’81. Είναι οι ιστορίες για την εκστρατεία στο Αιγάλεω -που οι ντόπιοι λέει πετάγανε στους δικούς μας γλάστρες. Είναι ο Αρίσταρχος Φουντουκίδης, ο Παρίδης που τραγούδαγε τα ποντιακά, ο Κώστας ο Λαγωνίδης που ήταν μέλος της Θ4 όταν έκανε επαγγελματικό συμβόλαιο και πήγε μ’αυτούς στη Φιλαδέλφεια το 2001 να δει τον τελικό. Είναι ο Άγγελος ο Αναστασιάδης που έπεισε κάτι 20χρονα ότι επειδή είστε ΠΑΟΚ θα αποκλείσετε την Άρσεναλ. Είναι οι Ρωσοπόντιοι (οι..Ρ/Π) στο Κορδελιό που είναι ΠΑΟΚ επειδή «είναι κι αυτός πρόσφυγας.» Ο Σαλπιγγίδης κι ο Οκκάς όταν ντρέπονται να πανηγυρίσουν. Ο Φιλώτας ο Πέλλιος που ήταν οργανωμένος , όπως κι ο Κούδας, στους Λαμπράκηδες. Ο Χουαντορένα, αμήχανος, να δέχεται ένα έμβλημα με το Δικέφαλο σε μια επίσκεψή του στη Θεσσαλονίκη.

Δεν μ’ενδιαφέρει πια καμμιά κουβέντα για τη μπάλα. Άλλες φορές έχεις καλή ομάδα, άλλες όχι. Άλλοτε κερδάς άλλοτε χάνεις. Συνήθως αισθάνεσαι ότι σε αδικούν -που συμβαίνει γιατί είσαι μονίμως από κάτω. Στην πραγματική ζωή, όχι απλά στη συμβολική την ασπρόμαυρη. Απλά στην ασπρόμαυρη σπάει ο διάλος το ποδάρι και νικάς κάποτε.Και κλείνει η Τσιμισκή, η παραλία, η Εγνατία, οι πλατεϊτσες, κι ανεβαίνουν τα παλικάρια πάνω στο Λευκό τον Πύργο και κοιμάσαι ένα βράδυ στον ουρανό.

Και σκέφτεσαι όταν εσύ θα πέρνεις ένα μπόμπιρα στην Τούμπα και θα του μιλάς για τίτλους, νίκες, αδικίες, θριάμβους ή συντριβές. Και θα του λες την ιστορία για το πώς η χούντα, ΜΑΣ φοβήθηκε και γύρισε τον Κούδα πίσω στην Τούμπα από τον βρωμοολυμπιακό.Ή για το σύνδεσμο της Νεάπολης που τον έκλεισαν το ’67 γιατί ήταν λέει γιάφκα. Ή για τους παππούδες που έχτισαν λέει μόνοι τους την Τούμπα το ’59.Ή τους απίθανους τύπους που βλέπεις καμμιά Κυριακή, πάνω στο αγροτικό να έρχονται από το Δενδροπόταμο, ή κάτι άλλους «παράτησα το γερανό από τις 1.30 για νά’ μαι στην ώρα μου».

Θα του πεις όμως και κάτι ακόμα: καμιά εμπιστοσύνη στους πακέτους. Αυτοί δεν ανήκουν στο «μας» του ΠΑΟΚ μας.           

(βάλ’τε το δυνατά: και για ΜΑΣ τό γραψε ο Philo)