Είναι τον τελευταίο καιρό μια περίεργη συζήτηση που πιάνουν τ’αυτιά μου κι έχει να κάνει με τη σάτιρα. Και βασικά τον Λαζόπουλο. Η οποία ξεκινάει, βεβαίως, από το ότι ο Λ.Λ. σαρώνει στις θεαματικότητες. Κάτι που φαίνεται να ενοχλεί. Διάφορους που ζηλεύουν αυτά τα νούμερα, κατ’αρχήν. Και κάποιους οι οποίοι γίνονται στόχος αυτής της σάτιρας (λογικό κι αυτό). Και, τέλος, κάποιους που θα προτιμούσαν, μάλλον, η σάτιρα του ΛΛ να είναι «αλλιώς»: ίσως να μη χτυπάει σε κέντρα εξουσίας, ίσως να μη χαρακηρίζει τους κουκουλοφόρους «ασφαλίτες», ίσως να μη στρέφεται ενάντια στους κατοίκους των Ζωνιανών π.χ. οι οποίοι «έκαναν τα στραβά μάτια» στην εκεί κατάσταση κλπ. Το χειρότερο δε είναι ότι άνοιξε και μια κουβέντα σχετικά με τα όρια της σάτιρας και πού θα πρέπει να στρέφεται.Πώς θα πρέπει να είναι. [ ξέρετε: αποφασίζωμεν και διατάσσωμεν θα γελάτε μόνο μ’αυτά και όχι μ’εκείνα] Διότι, σου λέει, αν από τη μία έχουμε την Πάνια π.χ. που ξεχαρβαλώνει διάφορους φουκαράδες για να χαζογελάν του 8ωρου οι πεσόντες (και διάφοροι επίσης εστέτ που νομίζουν ότι με το να λεν καλά λόγια για την κρεαταγορά της Πάνια γίνονται λαϊκοί – σκατά στα μούτρα τους), έχουμε από την άλλη το Λάκη που, όπως σωστά νομίζω είχε σημειώσει στην Ελευθεροτυπία ο Γ.Ξανθούλης , είναι μια ομάδα μόνος του, χορεύει, τραγουδάει, παρλάρει και έχει ρεύμα..

Το γιατί έχει ρεύμα είναι το ζήτημα. Και η κουβέντα εξηγείται απ’τ’ότι αυτό το ρεύμα πρέπει να κοπεί, να ραφεί, να λειανθεί, να μπει σε κουτάκια και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη.Γιατί πρέπει να μάθουμε, απ’ό,τι φαίνεται να γελάμε με άλλα πράγματα. 

Θυμάστε το «Όνομα του Ρόδου»; (του Έκο, ως βιβλίο. Αλλά και η ταινία του Ζαν Ζακ Ανό, με το Σων Κόννερυ ήταν πολύ καλή, γενικώς ότι από τα δύο πήρε το μάτι σας μέσα είστε). Ανάμεσα στα άλλα που αφορούσε, το έργο ήταν ένας ύμνος στο γέλιο. Το γέλιο ως άρνηση των θεσμών. 

Δηλαδή να εξηγήσω. Στο Όνομα του Ρόδου, γίνονται μια σειρά φόνοι σε ένα απομονωμένο μοναστήρι στα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα (έχει μια σημασία αυτό το «ύστερος»..). Το τρομερό μυστικό που κρύβεται πίσω από αυτά τα εγκλήματα είναι η ανάγνωση από κάποιους μοναχούς ορισμένων σελίδων από ένα σύγγραμμα του Αριστοτέλη, το οποίο αφορά στην κωμωδία, και τη σάτιρα και τον τρόπο που η τελευταία «προκαλώντας την ευχαρίστηση του αστείου, αποβλέπει στην κάθαρση».Σημειώνει μάλιστα ο Αριστοτέλης πως δεν είναι τυχαίο ότι μόνο ο άνθρωπος απ’ όλα τα πλάσματα γελάει.

Όλα τούτα συνιστούσαν έγκλημα να τα μελετάει ένας μοναχός – μην ξεχνάτε ότι εκείνα τα χρόνια οι μοναχοί ήταν οι οργανικοί διανοούμενοι των κυρίαρχων τάξεων, η απόλυτη ελίτ της γνώσης. Διότι με το γέλιο χάνεται ο σεβασμός. Εξισώνεται ο ανώτερος με τον κατώτερο, με την κίνηση της εξίσωσης να είναι καθοδική: ο – συμβατικά μιλάμε πάντα -κατώτερος κάνοντας πλάκα, μ’οποιονδήποτε τρόπο (μίμηση, χυδαιολογία, θεατρική πράξη, απλό ανέκδοτο κλπ.) με τον ανώτερο τον φέρνει στα ίσα. Ουσιαστικά τον αμφισβητεί. Προφανώς και η αμφισβήτηση από μόνη της δεν φτάνει για να φέρει τούμπα κάποια πράγματα. Χρειάζεται να μεσολαβήσουν άλλοι μηχανισμοί για να μετατραπεί σε πολιτική, και τελικά επαναστατική, συνείδηση η αυθόρμητη αρχική αμφισβήτηση. Δεν παύει όμως να είναι ένα ξεκίνημα. Το οποίο αν καναλιζαριστεί ή καλουπωθεί σε ορισμένα στερεότυπα θα παραμείνει ακίνδυνο.Γι’αυτό εξάλλου και από τα αρχαία χρόνια οι άρχοντες, κάθε λογής, φρόντιζαν για τον «πολιτισμό» των από κάτω.      

Για να μη χαθούμε, να τελειώνω λίγο με το παράδειγμα του Έκο: επειδή λοιπόν η αμφισβήτηση του γέλιου μπορεί να φτάσει σε αμφισβήτηση συνολικά του συστήματος αξιών -οι οποίες βέβαια δεν φυτρώνουν στο χώμα αλλά καλλιεργούνται μεθοδικά από τους κυρίαρχους – κι επειδή σήμερα μπορεί να μαθαίνουμε ότι το γέλιο είναι αθώο, αύριο να κοροϊδεύουμε τους μοναχούς , μεθαύριο να διακηρύξουμε ότι δεν υπάρχει θεός κι ύστερα ίσως να μπουκάρουμε με τα σπαθιά να κάψουμε τα μοναστήρια, πρέπει, κατά τη γνώμη του δολοφόνου του Έκο να πεθάνουν όσοι προσεγγίζουν αυτή τη γνώση. Τη γνώση της σημασίας του γέλιου , εννοείται.Και βέβαια, στο τέλος του βιβλίου το μυστηριώδες αυτό μοναστήρι παίρνει φωτιά όπου χιλιάδες τόμοι γνώσης καίγονται προκειμένου να μην κινδυνεύσει, κατ’ελάχιστο, η διανοητική πρωτοκαθεδρία του ιερατείου…

Ακραία κάπως τα συμβάντα του βιβλίου αλλά το νόημα σαφές. Η γνώση είναι δύναμη. Και η αμφισβήτηση δυνάμει επαναστατική. Και το γέλιο, κάτι ακριβό, μια και πρέπει να ξεσκεπάζει συναισθήματα και να απελευθερώνει σκέψεις [ να γιατί πιστεύω ότι η εκπομπή της Πάνια είναι φασιστική: σε βάζει να γελάς με τον κατώτερο. Την ανάγκη σου να εκτονωθείς και να ξεσκάσεις στην σπρώχνει σε μια κατεύθυνση που όχι μόνο δεν σε απελευθερώνει αλλά σε αναγκάζει να κυττάξεις ακόμα πιο χαμηλά. Το όποιο, ξέσπασμά σου, έχει να κάνει με τ’ότι καταλαβαίνεις πως υπάρχουν άνθρωποι πιο κάτω από εσένα. Κι όχι να ψαχτείς ότι η δική σου κατάσταση χρειάζεται να έρθει τούμπα συθέμελα, έστω να γίνει λίγο καλύτερη].

Πάμε λοιπόν στο ΛΛ. Από πριν λέμε, το αντικειμενικό είναι ότι παράγει γέλιο. Και πριν πάμε στο ότι σατιρίζει την εξουσία, ας σταθούμε λίγο στη σάτιρα ορισμένων λιγότερο ή και καθόλου σημαντικών περιπτώσεων: την κα Ρούλα ας πούμε. Ή τον Γαλάτη ξερωγώ.. Μα γιατί, έλεγε προχτές βράδυ στην εκπομπή του ο Τριανταφυλλόπουλος,θά ‘πρεπε να στέκεται στην κα Ρούλα; Δεν ασκεί και καμιά εξουσία δα η γυναίκα.. [ στην προχτεσινή μνημειακή εκπομπή δε, την ίδια άποψη μοιράζονταν ο Κακέτσης, η Σαρρή, ο ταξίαρχος Λεβένταγας κλπ. Το καταγράφω απλά.]

Ανάποδα το ερώτημα: γιατί οι άλλοι ασχολούνται με την κα Ρούλα; Γιατί τα μεσημεριανάδικα την «παίζουν»; Γιατί ακόμα και βραδινά δελτία ασχολούνται μαζί της; Κι επίσης, γιατί τόσος (όσος) κόσμος παρακολουθεί αυτές τις εκπομπές; Θέλω να πω ποιος και γιατί έχει κάνει δημόσιο πρόσωπο την κάθε κα Ρούλα; Ποιος και γιατί θέλει , το κομμάτι αυτό του πληθυσμού που βλέπει τέτοιες εκπομπές, να ασχολείται με μια μάλλον τετριμμένη περίπτωση γεροντοκαψούρας; Ποιον συμφέρει κυρία μου να αποβλακώνεται ο κοσμάκης;

Μήπως η σάτιρα τέτοιων προσώπων ενοχλεί τελικά γιατί, ως σάτιρα, αποκαλύπτει ακριβώς το μηχανισμό που κάνει το μυαλουδάκι μας πουρέ; Βλέπω ας πούμε το Λάκη: σε αντίθεση με τη σοβαροφάνεια (και είμαι απόλυτα ακριβής στη λέξη. Αλλιώς θα έλεγα είτε «σοβαρότητα» είτε «ειρωνία», που δεν ισχύουν ούτε τό’να ούτε τ’άλλο)  που παρουσιάζουν οι «κανονικοί» δημοσιογράφοι τέτοιου είδους ζητήματα ο ΛΛ τα παρουσιάζει ως απολύτως γελοία που είναι. Δεν «συμπονά» την κα Ρούλα που κλαίγεται – όπως θα έκανε η Πάνια ή η Δρούζα ξερωγώ. Γελάει μαζί της. Και γελάς κι εσύ. Και ίσως κάπου να βάλεις και το μυαλό σου να δουλέψει και να πεις ρε φίλε εδώ μιλάμε μας παίζουνε χοντρό δούλεμα..

Να γιατί πιστεύω ότι η κουβέντα που αναφέρεται στο «καθώς πρέπει» της σάτιρας είναι αποπροσανατολιστική. Και όχι μόνο, αλλά ύποπτη. Διότι όπως είπαμε το γέλιο είναι σοβαρή υπόθεση: ξεσπάς, έρχεται δηλαδή στην επιφάνεια, κάτι που έχεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου ακατέργαστο. Θεωρείς π.χ. ότι ο πρωθυπουργός κι οι υπουργοί είναι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι: έρχεται ένας Μητσικώστας ας πούμε (έχω πιο πρόχειρο δικό του παράδειγμα) και σου βγάζει τον Καραμανλή να τρώει σάντουϊτς όλη την ώρα ή τον ΓΑΠ να μιλάει Αμερικάνικα. Ο ανομολόγητος συνειρμός σου επιβεβαιώνεται: ο Καρμανλής είναι «λίγος» δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματά σου( μας) ο δε Παπανδρέου είναι «αμερικανάκι». Άριστα 10 στον σατιρικό καλλιτέχνη. Αντίστοιχα για το Λάκη.

Γιατί ξέρετε με τη σάτιρα και το γέλιο παίζει αυτό ακριβώς: θα γελάσεις αν υπάρχει κοινός τόπος. Αν δηλαδή αυτό που σε τσιγκλάει από κάτω εφαρμόζει με την πλάκα που γίνεται. Μ’αλλα λόγια το αστείο είναι πετυχημένο ΜΟΝΟ αν είναι αληθινό. Αν αυτή είναι η κοινή αίσθηση. Η οποία κοινή αίσθηση γενικά μένει χαντακωμένη για τους πολιτικούς αναλυτές και τους μηχανισμούς της εξουσίας κάτω από την έννοια «κοινή γνώμη» ή , προσφάτως, «σιωπηλή πλειοψηφία». Η οποία σιωπηλή γίνεται φωναχτή, τρανταχτή μάλιστα όταν της ελευθερώνει τη φωνή η σάτιρα. Τί νομίζετε αυτός που έβγαλε το «Ένα γέλιο θα τους θάψει» δεν ήξερε τί έκανε;

Με το ΛΛ λοιπόν.Κάτω τα χέρια ρε!  Δεν ξέρω το άτομο τί θεο πιστεύει, κι αν αύριο το γυρίσει το δίσκο. Είναι όμως σε πλήρη αρμονία με το λαϊκό αίσθημα σήμερις και είναι τίμιος απέναντι στον κοσμάκη για πάρτη του οποίου, στο «Αλ Τσαντίρι», χοροπηδά, τραγουδά, πέφτει και ξανασηκώνεται σαν αρκουδιάρης. 

Είναι τυπάδες οι αρκουδιάρηδες: πιο λαό δεν έχει..