A. GramsciO Antonio Gramsci είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν από τους πρωτεργάτες (μαζί με τον A.Bordiga) της διάσπασης του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κι επίσης (μαζί με τον P.Togliatti) της ίδρυσης του ΚΚΙταλίας. [και ιδρυτής της Unita, μιας από τις μεγαλύτερες -κάποτε -εφημερίδες στην Ευρώπη, που τώρα ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν, κλείνoντας οριστικά τη σελίδα  της μακράς πορείας εκφυλισμού και ήττας του PCI.]. Το θεωρητικό του έργο είναι πολύ πλούσιο σε όγκο και πολυποίκιλο, καθώς καταπιάστηκε με διάφορα θέματα, από τη θεωρία του Κράτους μέχρι τη λαϊκή λογοτεχνία και την ιστορική καταγωγή των ιταλών διανοουμένων, ενώ έγραψε από παιδικά παραμύθια μέχρι επιστημονικές αναλύσεις. Με αυτό τον μαχητικό τρόπο αντιμετώπισε το μακρόχρονο εγκλεισμό του στις φυλακές του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι, όπου και τον βρήκε ο θάνατος.

Ένα από τα έργα που έγραψε στη φυλακή ήταν και το «Λογοτεχνία και εθνική ζωή», όπου καταπιάνεται με τη λογοτεχνία στην Ιταλία συνολικά: αναζητά τα λογοτεχνικά είδη που εμφανίζονται, τί διαβάζεται και τί όχι, ποια είναι και ποια θα έπρεπε να είναι μια κρατική πολιτική για τη λογοτεχνία, τί συμπεράσματα βγαίνουν και πως πρέπει να αξιοποιούνται από το επαναστατικό κίνημα. 

 Μ’αυτή την προδιάθεση καταπιάστηκε και με το ζήτημα των αστυνομικών μυθιστορημάτων, που  στη δεκαετία του ’20 είχαν πολύ πλατειά διάδοση στην Ιταλία. Για τον Gramsci η αστυνομική λογοτεχνία -μολονότι αναγνωρίζει ότι εντός της δραστηριοποιούνται και καλλιτεχνικές πένες όπως αυτή του Chesterton  – δεν ανήκει στη λογοτεχνία εκείνη που θα μπορούσε να αξιοποιήσει στην πολιτιστική – μορφωτική δουλειά του το ΚΚ.  Στέκεται κριτικά σε σύγχρονες του απόψεις απέναντι στο θέμα.  Αναφέρεται π.χ.  σε ένα σύγχρονό του Ιταλό κριτικό ο οποίος  » σκιτσάρει ένα πλαίσιο της πρωτοφανούς επιτυχίας του αστυνομικού μυθιστορήματος σ’όλες τις τάξεις της κοινωνίας και προσπαθεί να ταυτίσει την ψυχολογική καταγωγή τους: θα ήταν μια εκδήλωση ανταρσίας ενάντια στη μηχανικότητα και τη στατικότητα της σύγχρονης ζωής, ένας τρόπος να δραπετεύσει κανείς από τον καθημερινό κατακερματισμό. Αλλά αυτή η εξήγηση μπορεί να εφαρμοστεί σ’όλες τις μορφές της λογοτεχνίας λαϊκής ή έντεχνης: από την ιπποτική ποίηση( ο Δον Κιχώτης δεν προσπαθεί να δραπετεύσει κι αυτός, ακόμα και πραχτικά, από τον κατακερματισμό και τη στατικότητα της καθημερινής ζωής ενός ισπανικού χωριού;) στο μυθιστόρημα σε συνέχειες διαφόρων ειδών.Θα ήταν λοιπόν όλη η λογοτεχνία και η ποίηση ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα;». Και συνεχίζει» Το πρόβλημα γιατί είναι διαδεδομένη η αστυνομική λογοτεχνία είναι μια ειδική όψη του πιο γενικού προβλήματος γιατί είναι διαδεδομένη η μη καλλιτεχνική λογοτεχνία».

Ερχόμαστε στο σήμερα τώρα. Όπου η αστυνομική λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι πλατειά διαδεδομένη, από την Agatha Kristie,τον Chesterton,τον Hammet(τους κλασσικούς), μέχρι τους συγχρόνους μας Montalban, Manchette,Izzo, Camilleri κι άλλους. Και σήμερα, σε αντίθεση με την εποχή του Ιταλού επαναστάτη όταν και η αστυνομική λογοτεχνία ήταν γενικότερα περιφρονημένη, η νουαρ λογοτεχνία αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Ορισμένοι από τους σύγχρονους νουαρίστες θεωρούνται από τους πιο διακεκριμένους συγγραφείς γενικά -όπως ο Ισπανός, που έζησε πολλά χρόνια στο Μεξικό, P.I.Taibo II- και τα σχετικά βιβλία κάθε άλλο παρά αντιμετωπίζονται συγκαταβατικά ως παραλογοτεχνία. 

Επίσης αλήθεια είναι, πως παρόλο που η παραλογοτεχνική πλευρά του θέματος μάλλον πρέπει να είναι η κυρίαρχη εμπορικά – αν και τεχνικά δεν είναι ακραιφνές αστυνομικό μυθιστόρημα, πάντως οι σαχλαμάρες του Dan Brown σαρώνουν σε πωλήσεις – εξίσου σημαντική απήχηση έχουν και οι εκδόσεις νουαρ με μεγαλύτερη αισθητική σημασία.

Μια σημαντική τάση στο χώρο του νουαρ, ανάμεσα στο «καλλιτεχνικό» ρεύμα ,  είναι αυτή των αριστερών συγγραφέων, που μέσα από τη φόρμα του μαύρου -μη λέμε νουαρ όλη την ώρα – μυθιστορήματος κάνουν τομές σε κοινωνικούς σχηματισμούς και δομές, καταγγέλουν καθεστώτα κηρύσσουν -ή υπαινίσσονται -την επανάσταση. Ή το ρεφορμισμό, συμπληρώνω για να μη δημιουργώ εντυπώσεις στο εκλεκτό κοινό μας. Ένα κείμενο που κάνει αναφορά στο θέμα δημοσιεύτηκε στο βλογ Έγκλημα και Τιμωρία, ( το βλέπετε εδώ ). Και αποτέλεσε αν θέλετε και την αφορμή και για μας, να τακτοποιήσουμε κάποιες σκέψεις πάνω στο ζήτημα.

Είναι συζητήσιμο κατά πόσο αρκετοί από αυτούς τους συγγραφείς είναι αριστεροί – με την έννοια το “μελαγχολικό κομμάτι” κυκλοφόρησε και σε κόμικ πρόσφατατουλάχιστον αν προσπαθούν με την πένα τους και μέσα από το φόρμα του αστυνομικού να κινητοποιήσουν απ’τ’αριστερά συνειδήσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πει κανείς π.χ. για έργα όπως «Οι θάλασσες του Νότου» του Montalban.Ή για τα έργα του Manchette (πάρ’τε ένα καταπληκτικό απόσπασμα, είναι οι πρώτες γραμμές, από «Το μελαγχολικό Κομμάτι της Δυτικής Ακτής» του τελευταίου:

«Ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με 145 χιλιόμετρα την ώρα. Μέσα από δύο ηχεία -ένα κάτω από το ταμπλώ, ένα στο πίσω μέρος -ακούγεται σε χαμηλή ένταση η μουσική που παίζει στο κασετόφωνο, τζαζ στο στυλ West Coast: Gerry Mulligan, Bud Shank, Chico Hamilton.

Την αιτία για την οποία ο Ζωρζ ξεχύνεται έτσι στον περιφερειακό, με αμβλυμένα αντανακλαστικά και ακούγοντας αυτή τη μουσική , θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στη θέση του Ζωρζ στο πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων. Το γεγονός ότι ο Ζωρζ σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους στη διάρκεια του έτους δεν έχει να κάνει. Αυτό που συμβαίνει τώρα συνέβαινε καμιά φορά και στο παρελθόν».

 Ας πούμε στο πιο πάνω κομμάτι, γίνεται ξεκάθαρη η σκοπιά από την οποία αναλύει το θέμα του ο συγγραφέας, όπου «θέμα» είναι «το πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων», και τί τελικά καταγγέλει μέσα από την ιστορία των δυο φόνων του Ζωρζ Ζερφώ -εξάλλου φόνοι συνέβαιναν και παλιότερα.

Δεν νομίζω ότι ευσταθεί κάτι τέτοιο για το έργο του Jean Claud Izzo από την άλλη. Αναμφίβολα ο Izzo είναι μεγάλος στυλίστας, και από τις γραμμές του βγαίνει ένας βαθύς ανθρωπισμός, αλλά η καταγγελία του πάει περίπατο: είναι κακός ο ρατσισμός, κακός ο εθνικισμός, κακώς έγινε ο εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία αλλά ο ένοχος είναι ένα γενικό και αδιόρατο κακό. Όσο για τη λύση;  Οι χαρακτήρες του Izzo είναι μεταξύ τους δεμένοι με την αλληλεγγύη του θύματος, του νικημένου, σε πλαίσιο σχεδόν θεολογικό και τελικά ηττημένοι πέφτουν στις τελευταίες σελίδες του. Είτε πεθαίνουν είτε επιβιώνουν -ηττημένοι.

Ο Gramsci πάντως έβαλε ένα ζήτημα: γιατί η αστυνομική λογοτεχνία -ανεξάρτητα τελικά από το πώς χαρακτηρίζεται πολιτικά ένας εκπρόσωπός της – , η «μη καλλιτεχνική» αυτή λογοτεχνία είναι τόσο διαδεδομένη. Η απάντηση που ο ίδιος δίνει δεν στέκεται στο ότι » είναι ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα».        

 «Στο σύγχρονο κόσμο, το ζήτημα παίρνει άλλες αποχρώσεις απ’αυτές του παρελθόντος, επειδή η καταναγκαστική ορθολογικοποίηση της ύπαρξης πλήττει πάντα περισσότερο τις μεσαίες και διανοούμενες τάξεις σε πρωτοφανή βαθμό:ακόμα όμως και γι’αυτές, δεν πρόκειται για παρακμή της περιπέτειας, αλλά για μεγάλη περιπέτεια της καθημερινής ζωής, δηλαδή για το εξαιρετικά εφήμερο της ύπαρξης, ενωμένης με την πεποίθηση ότι ενάντια σε τέτοιο εφήμερο δεν υπάρχει ατομικός τρόπος υπεράσπισης:οπότε , επιδιώκει την «ωραία» κι ενδιαφέρουσα περιπέτεια, επειδή οφείλεται στην ελεύθερη πρωτοβουλία του ενάντια στην «άσκημη» και επαναστατική περιπέτεια γιατί οφείλεται σε συνθήκες που έχουν επιβληθεί από άλλους και όχι προταθεί».

Μ’άλλα λόγια, αν η αστυνομική λογοτεχνία έχει επιτυχία, λέει ο Γκράμσι τούτο οφείλεται στις κομφορμιστικές τάσεις του κοινού: ψάχνουμε την περιπέτεια  που διαλέγουμε «μόνοι» μας, είτε τη βιώνουμε άμεσα (ταξίδια, extreme sports π.χ.) είτε από απόσταση ( αστυνομική λογοτεχνία, ταινίες ) καθώς δεν μας έλκει η περιπέτεια του άσχημου καθημερινού αγώνα για επαναστατική αλλαγή.Συνειδητοποιούμε τί συμβαίνει, αλλά προτιμάμε να απέχουμε..

..τώρα το ότι το έγραψε ο Gramsci δεν είναι και κανένα θέσφατο. [Κριτικά απέναντι σε όλους , αυτό δεν είναι το minimum «δόγμα» του μαρξισμού;]. Εξάλλου είπαμε ότι υπάρχουν και πολλοί συγραφείς οι οποίοι πλούτισαν τη λογοτεχνική φόρμα του νουαρ και είχαν και θεωρητική κατάρτιση τέτοια, που το έργο τους να βοηθάει στην όξυνση του κριτηρίου όποιου ζητάει την κοινωνική αλλαγή. Και αρκετοί από αυτούς είχαν με τη σειρά τους υπ’όψη την θεωρητική παραγωγή του Gramsci.

Ωστόσο συμφωνώ τελικά στον τρόπο που εκτιμάει το ζήτημα: η άνθηση αυτού του είδους της λογοτεχνίας (και άλλων λογοτεχνικών μορφών με γενικά αποκλίνουσα από την καθημερινότητα αναφορά, όπως το φανταστικό μυθιστόρημα, ή το μυθιστόρημα τρόμου) σημαίνει πως οι τάσεις συμβιβασμού με την πιεστική καθημερινότητα  – και μάλιστα  οπισθοδρομικού, «τί μπορώ να κάνω εγώ» τύπου  – μένουν ισχυρές σ’ένα κοινωνικό σχηματισμό. Και τούτο ανεξάρτητα από εκλογικά αποτελέσματα και τέτοιες συμπεριφορές.

Δεν ξέρω εσείς πως το βλέπετε βέβαια..

( ε..ναι.Κι εγώ διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα. 🙂 )