Πληροφορίαι εντός


Κάποια στιγμή και η χειρότερη θολούρα χάνεται. Τα ταβάνια σταματάνε να γυρίζουν. Τα μάλοξ πιάνουν. Γιου νόου γουάτ άϊ μην.

Νομίζω ότι δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μπάσουμε τη χρονιά με το θείο Paul κι ένα κλασσικό γαλανομάτικο soul – οι mods μόνο ξέρουν να παίζουν τη soul (..ε, ναι κι οι μάυροι).

Ευχές για καλή χρονιά σε όλους -και σ’ότι μ’αφορά καθαρότερο κεφάλι. Είναι μια ευχή που ευλαβικά κάνω κάθε χρόνο τέτοια μέρα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια .

Κάποτε θα πιάσει, πώς θα γίνει..

A. GramsciO Antonio Gramsci είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν από τους πρωτεργάτες (μαζί με τον A.Bordiga) της διάσπασης του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κι επίσης (μαζί με τον P.Togliatti) της ίδρυσης του ΚΚΙταλίας. [και ιδρυτής της Unita, μιας από τις μεγαλύτερες -κάποτε -εφημερίδες στην Ευρώπη, που τώρα ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν, κλείνoντας οριστικά τη σελίδα  της μακράς πορείας εκφυλισμού και ήττας του PCI.]. Το θεωρητικό του έργο είναι πολύ πλούσιο σε όγκο και πολυποίκιλο, καθώς καταπιάστηκε με διάφορα θέματα, από τη θεωρία του Κράτους μέχρι τη λαϊκή λογοτεχνία και την ιστορική καταγωγή των ιταλών διανοουμένων, ενώ έγραψε από παιδικά παραμύθια μέχρι επιστημονικές αναλύσεις. Με αυτό τον μαχητικό τρόπο αντιμετώπισε το μακρόχρονο εγκλεισμό του στις φυλακές του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι, όπου και τον βρήκε ο θάνατος.

Ένα από τα έργα που έγραψε στη φυλακή ήταν και το «Λογοτεχνία και εθνική ζωή», όπου καταπιάνεται με τη λογοτεχνία στην Ιταλία συνολικά: αναζητά τα λογοτεχνικά είδη που εμφανίζονται, τί διαβάζεται και τί όχι, ποια είναι και ποια θα έπρεπε να είναι μια κρατική πολιτική για τη λογοτεχνία, τί συμπεράσματα βγαίνουν και πως πρέπει να αξιοποιούνται από το επαναστατικό κίνημα. 

 Μ’αυτή την προδιάθεση καταπιάστηκε και με το ζήτημα των αστυνομικών μυθιστορημάτων, που  στη δεκαετία του ’20 είχαν πολύ πλατειά διάδοση στην Ιταλία. Για τον Gramsci η αστυνομική λογοτεχνία -μολονότι αναγνωρίζει ότι εντός της δραστηριοποιούνται και καλλιτεχνικές πένες όπως αυτή του Chesterton  – δεν ανήκει στη λογοτεχνία εκείνη που θα μπορούσε να αξιοποιήσει στην πολιτιστική – μορφωτική δουλειά του το ΚΚ.  Στέκεται κριτικά σε σύγχρονες του απόψεις απέναντι στο θέμα.  Αναφέρεται π.χ.  σε ένα σύγχρονό του Ιταλό κριτικό ο οποίος  » σκιτσάρει ένα πλαίσιο της πρωτοφανούς επιτυχίας του αστυνομικού μυθιστορήματος σ’όλες τις τάξεις της κοινωνίας και προσπαθεί να ταυτίσει την ψυχολογική καταγωγή τους: θα ήταν μια εκδήλωση ανταρσίας ενάντια στη μηχανικότητα και τη στατικότητα της σύγχρονης ζωής, ένας τρόπος να δραπετεύσει κανείς από τον καθημερινό κατακερματισμό. Αλλά αυτή η εξήγηση μπορεί να εφαρμοστεί σ’όλες τις μορφές της λογοτεχνίας λαϊκής ή έντεχνης: από την ιπποτική ποίηση( ο Δον Κιχώτης δεν προσπαθεί να δραπετεύσει κι αυτός, ακόμα και πραχτικά, από τον κατακερματισμό και τη στατικότητα της καθημερινής ζωής ενός ισπανικού χωριού;) στο μυθιστόρημα σε συνέχειες διαφόρων ειδών.Θα ήταν λοιπόν όλη η λογοτεχνία και η ποίηση ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα;». Και συνεχίζει» Το πρόβλημα γιατί είναι διαδεδομένη η αστυνομική λογοτεχνία είναι μια ειδική όψη του πιο γενικού προβλήματος γιατί είναι διαδεδομένη η μη καλλιτεχνική λογοτεχνία».

Ερχόμαστε στο σήμερα τώρα. Όπου η αστυνομική λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι πλατειά διαδεδομένη, από την Agatha Kristie,τον Chesterton,τον Hammet(τους κλασσικούς), μέχρι τους συγχρόνους μας Montalban, Manchette,Izzo, Camilleri κι άλλους. Και σήμερα, σε αντίθεση με την εποχή του Ιταλού επαναστάτη όταν και η αστυνομική λογοτεχνία ήταν γενικότερα περιφρονημένη, η νουαρ λογοτεχνία αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Ορισμένοι από τους σύγχρονους νουαρίστες θεωρούνται από τους πιο διακεκριμένους συγγραφείς γενικά -όπως ο Ισπανός, που έζησε πολλά χρόνια στο Μεξικό, P.I.Taibo II- και τα σχετικά βιβλία κάθε άλλο παρά αντιμετωπίζονται συγκαταβατικά ως παραλογοτεχνία. 

Επίσης αλήθεια είναι, πως παρόλο που η παραλογοτεχνική πλευρά του θέματος μάλλον πρέπει να είναι η κυρίαρχη εμπορικά – αν και τεχνικά δεν είναι ακραιφνές αστυνομικό μυθιστόρημα, πάντως οι σαχλαμάρες του Dan Brown σαρώνουν σε πωλήσεις – εξίσου σημαντική απήχηση έχουν και οι εκδόσεις νουαρ με μεγαλύτερη αισθητική σημασία.

Μια σημαντική τάση στο χώρο του νουαρ, ανάμεσα στο «καλλιτεχνικό» ρεύμα ,  είναι αυτή των αριστερών συγγραφέων, που μέσα από τη φόρμα του μαύρου -μη λέμε νουαρ όλη την ώρα – μυθιστορήματος κάνουν τομές σε κοινωνικούς σχηματισμούς και δομές, καταγγέλουν καθεστώτα κηρύσσουν -ή υπαινίσσονται -την επανάσταση. Ή το ρεφορμισμό, συμπληρώνω για να μη δημιουργώ εντυπώσεις στο εκλεκτό κοινό μας. Ένα κείμενο που κάνει αναφορά στο θέμα δημοσιεύτηκε στο βλογ Έγκλημα και Τιμωρία, ( το βλέπετε εδώ ). Και αποτέλεσε αν θέλετε και την αφορμή και για μας, να τακτοποιήσουμε κάποιες σκέψεις πάνω στο ζήτημα.

Είναι συζητήσιμο κατά πόσο αρκετοί από αυτούς τους συγγραφείς είναι αριστεροί – με την έννοια το “μελαγχολικό κομμάτι” κυκλοφόρησε και σε κόμικ πρόσφατατουλάχιστον αν προσπαθούν με την πένα τους και μέσα από το φόρμα του αστυνομικού να κινητοποιήσουν απ’τ’αριστερά συνειδήσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πει κανείς π.χ. για έργα όπως «Οι θάλασσες του Νότου» του Montalban.Ή για τα έργα του Manchette (πάρ’τε ένα καταπληκτικό απόσπασμα, είναι οι πρώτες γραμμές, από «Το μελαγχολικό Κομμάτι της Δυτικής Ακτής» του τελευταίου:

«Ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με 145 χιλιόμετρα την ώρα. Μέσα από δύο ηχεία -ένα κάτω από το ταμπλώ, ένα στο πίσω μέρος -ακούγεται σε χαμηλή ένταση η μουσική που παίζει στο κασετόφωνο, τζαζ στο στυλ West Coast: Gerry Mulligan, Bud Shank, Chico Hamilton.

Την αιτία για την οποία ο Ζωρζ ξεχύνεται έτσι στον περιφερειακό, με αμβλυμένα αντανακλαστικά και ακούγοντας αυτή τη μουσική , θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στη θέση του Ζωρζ στο πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων. Το γεγονός ότι ο Ζωρζ σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους στη διάρκεια του έτους δεν έχει να κάνει. Αυτό που συμβαίνει τώρα συνέβαινε καμιά φορά και στο παρελθόν».

 Ας πούμε στο πιο πάνω κομμάτι, γίνεται ξεκάθαρη η σκοπιά από την οποία αναλύει το θέμα του ο συγγραφέας, όπου «θέμα» είναι «το πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων», και τί τελικά καταγγέλει μέσα από την ιστορία των δυο φόνων του Ζωρζ Ζερφώ -εξάλλου φόνοι συνέβαιναν και παλιότερα.

Δεν νομίζω ότι ευσταθεί κάτι τέτοιο για το έργο του Jean Claud Izzo από την άλλη. Αναμφίβολα ο Izzo είναι μεγάλος στυλίστας, και από τις γραμμές του βγαίνει ένας βαθύς ανθρωπισμός, αλλά η καταγγελία του πάει περίπατο: είναι κακός ο ρατσισμός, κακός ο εθνικισμός, κακώς έγινε ο εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία αλλά ο ένοχος είναι ένα γενικό και αδιόρατο κακό. Όσο για τη λύση;  Οι χαρακτήρες του Izzo είναι μεταξύ τους δεμένοι με την αλληλεγγύη του θύματος, του νικημένου, σε πλαίσιο σχεδόν θεολογικό και τελικά ηττημένοι πέφτουν στις τελευταίες σελίδες του. Είτε πεθαίνουν είτε επιβιώνουν -ηττημένοι.

Ο Gramsci πάντως έβαλε ένα ζήτημα: γιατί η αστυνομική λογοτεχνία -ανεξάρτητα τελικά από το πώς χαρακτηρίζεται πολιτικά ένας εκπρόσωπός της – , η «μη καλλιτεχνική» αυτή λογοτεχνία είναι τόσο διαδεδομένη. Η απάντηση που ο ίδιος δίνει δεν στέκεται στο ότι » είναι ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα».        

 «Στο σύγχρονο κόσμο, το ζήτημα παίρνει άλλες αποχρώσεις απ’αυτές του παρελθόντος, επειδή η καταναγκαστική ορθολογικοποίηση της ύπαρξης πλήττει πάντα περισσότερο τις μεσαίες και διανοούμενες τάξεις σε πρωτοφανή βαθμό:ακόμα όμως και γι’αυτές, δεν πρόκειται για παρακμή της περιπέτειας, αλλά για μεγάλη περιπέτεια της καθημερινής ζωής, δηλαδή για το εξαιρετικά εφήμερο της ύπαρξης, ενωμένης με την πεποίθηση ότι ενάντια σε τέτοιο εφήμερο δεν υπάρχει ατομικός τρόπος υπεράσπισης:οπότε , επιδιώκει την «ωραία» κι ενδιαφέρουσα περιπέτεια, επειδή οφείλεται στην ελεύθερη πρωτοβουλία του ενάντια στην «άσκημη» και επαναστατική περιπέτεια γιατί οφείλεται σε συνθήκες που έχουν επιβληθεί από άλλους και όχι προταθεί».

Μ’άλλα λόγια, αν η αστυνομική λογοτεχνία έχει επιτυχία, λέει ο Γκράμσι τούτο οφείλεται στις κομφορμιστικές τάσεις του κοινού: ψάχνουμε την περιπέτεια  που διαλέγουμε «μόνοι» μας, είτε τη βιώνουμε άμεσα (ταξίδια, extreme sports π.χ.) είτε από απόσταση ( αστυνομική λογοτεχνία, ταινίες ) καθώς δεν μας έλκει η περιπέτεια του άσχημου καθημερινού αγώνα για επαναστατική αλλαγή.Συνειδητοποιούμε τί συμβαίνει, αλλά προτιμάμε να απέχουμε..

..τώρα το ότι το έγραψε ο Gramsci δεν είναι και κανένα θέσφατο. [Κριτικά απέναντι σε όλους , αυτό δεν είναι το minimum «δόγμα» του μαρξισμού;]. Εξάλλου είπαμε ότι υπάρχουν και πολλοί συγραφείς οι οποίοι πλούτισαν τη λογοτεχνική φόρμα του νουαρ και είχαν και θεωρητική κατάρτιση τέτοια, που το έργο τους να βοηθάει στην όξυνση του κριτηρίου όποιου ζητάει την κοινωνική αλλαγή. Και αρκετοί από αυτούς είχαν με τη σειρά τους υπ’όψη την θεωρητική παραγωγή του Gramsci.

Ωστόσο συμφωνώ τελικά στον τρόπο που εκτιμάει το ζήτημα: η άνθηση αυτού του είδους της λογοτεχνίας (και άλλων λογοτεχνικών μορφών με γενικά αποκλίνουσα από την καθημερινότητα αναφορά, όπως το φανταστικό μυθιστόρημα, ή το μυθιστόρημα τρόμου) σημαίνει πως οι τάσεις συμβιβασμού με την πιεστική καθημερινότητα  – και μάλιστα  οπισθοδρομικού, «τί μπορώ να κάνω εγώ» τύπου  – μένουν ισχυρές σ’ένα κοινωνικό σχηματισμό. Και τούτο ανεξάρτητα από εκλογικά αποτελέσματα και τέτοιες συμπεριφορές.

Δεν ξέρω εσείς πως το βλέπετε βέβαια..

( ε..ναι.Κι εγώ διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα. 🙂 )       

Κατ’αρχήν μια χτεσινή ανακάλυψη: πουλιούνται σε φαρμακεία κάτι παστίλιες που λέγονται hangover drops. Και κάνουν λέει δουλειά.. Θα τις δοκιμάσουμε και θα ενημερώσουμε το εκλεκτό κοινό μας. Βεβαίως, αν είστε φαρμακοποιός/dj/μπαρμαν/δοκιμαστής κρασιών και τέτοια, μάλλον θα το ξέρετε. Οπότε ενημερώστε μας εσείς – μην πάει τσάμπα και το έξοδο δηλαδή, εποχές που διανύουμε..

Κατά τ’άλλα βγήκα χτες παραμονιάτικα και ξενέρωσα οικτρά. Κάτι που γενικά δεν μου συμβαίνει, δεν είναι του χαρακτήρος μου καταλαβαίνετε.. Και μην μ’αρχίσει κανένας τα «μα καλά τι περιμένεις Πρωτοχρονιά» παραμύθια γιατί δεν ψήνομαι με τίποτα. Πώς να πω ρε σεις έπαιζε στον αέρα χτες μια απίστευτη βαρεμάρα. Και κάτι χειρότερο: κακογουστιά. Ο άλλος έκανε πρόγραμμα με James (άντε να τον φάμε στη μάπα το Μμα πώς τα κατάφερα Ώ?σι;ήτσο, έχει γίνει πιο «εθνικός» κι από τη φέτα) το γύρναγε σε Clash (κάνεις κάπως να χαμογελάσεις ) και στη συνέχεια…ζόφος φίλε μου: 2 Unlimited, Sonique, Dj Bobo κι όλος ο eurotrash dance εμετός των αρχών των 90s. Κι όχι τίποτα αλλά στο συγκεκριμένο μαγαζί οι τύποι αυτοδιαφημίζονται σαν πρωτοπορία, και καλά με άκρες με cool ραδιοσταθμούς, «άποψη» ενάντια στα μπουζούκια και τους φραπέδες και γενικώς ιστορία με φίδια και με ουρά.

Και το χειρότερο ήταν άλλο: ότι ο κόσμος ( που πλήρωνε αβέρτα το double dot 10γιουρο  αμα λάχει και σκουπιδιαζόταν με Jameson και σφηνάκια Ursus,  god forbid!) ήταν μέσ’ την τρελλή χαρά! Χοροπηδήματα, κέφια, χαρούλες.. Θα μου πεις βγήκαν πρωτοχρονιά να ξεσκάσουν τί άλλο θέλεις να έκαναν, αλλά κι εγώ θα σου πω ότι εκτός κι αυτοί οι τύποι είναι τίποτα κρυμμένοι σε υπόγεια 364 μέρες το χρόνο υπάρχει τρόπος και τρόπος να ξεσκάς. Να το πληρώσω το double dot μίστερ αλλά το ποτάκι να είναι προς το κριθάρι κι όχι προς το οκτάνιο. Κι αν σου την έσκασε η κάβα, τουλάχιστον παίξε μουσικούλα, να γουστάρω, να κάνω το κεφάλι μου, να ευχαριστηθώ και να σε ξανατιμήσω και άλλη μέρα. Έτσι δεν πάει;

Χου λοιπόν το ένα μαγαζί. Στο άλλο τα πράγματα ήταν καλύτερα, μείον του ότι έπαιζε τρελλή πιτσιρικαρία.. Δεκαοχτάρια και βγάλε. Έχει και λίγο το χαβαλέ του αυτό -άσε που μας βλεφάριασαν και κανά δυο μικράκια και χαρήκαμε – αλλά στο μισάωρο πάνω δεν αντέχεται η τόση νεανικότητα, για να το πω κομψά: η γνωστή ατάκα με τα ζώδια έπαιξε βέβαια, κι επίσης μια πιτσιρίκα με κάτι δάκρυα ζωγραφισμένα στο μουτράκι της. Και εντάξει, δεν θα την πήγαινα την κουβέντα στο ιστορικά αδικαίωτο της ταξικής πάλης ούτε στην Αλεξάντρα Κολοντάι , μα δεν θα την πήγαινα και σπίτι της 4μιση η ώρα γιατί ο μπαμπάς φωνάζει! Πολιτισμικό σοκ θα το χαρακτήριζα, αλλά θα ήμουν ψεύτης, απλά ξέχασα ότι όλοι οι πιτσιρικάδες όλα τα χρόνια τα ίδια τραβάνε. Κάπως καλύτερα εδώ, αλλά στους τυφλούς ο μονόφθαλμος φάση – και γενικότερα όπως καταλαβαίνετε παίξαμε μεν, αλλά το γήπεδο μας δεν είναι αυτό.

Και μετά το τρίτο μαγαζί: όπου εκεί φίλος είναι οι συμμορίες της Νέας Υόρκης. Μπετοναρισμένες παρέες, οι κοπέλες δεσμευμένες έτσι ή αλλιώς, κανά δυο ποτά να φύγει η νύχτα, την επόμενη γεύμα όλοι μαζί κι έτσι. [ Απορώ ενίοτε πως μπορούν ορισμένοι, πολλοί, να κάνουν παρέα ομαδική για δέκα είκοσι χρόνια.. Όχι ότι φτύνεις παλιούς φίλους, δεν λέω αυτό. Λέω απλά, τί ενδιαφέρον μπορούν να να βρίσκουν ο ένας στους άλλους πια, ύστερα από τόσο καιρό που είναι όλοι τους μαζι?]. Στο τρίτο μαγαζί η μουσική και τα ποτά ήταν όπως έπρεπε αλλά εντάξει, κι εμείς τί τον είχαμε το μακαρίτη να τον κλάψουμε;

Και για να μη νομίσετε ότι βγήκα γυμνός στ’αγκάθια, πρέπει να σας ενημερώσω ότι ήμουν χάι από το μεσημέρι: τσίπουρα στην αγορά και μετά το παραδοσιακό πάρτυ στο μπαράκι ΜΟΥ – που τους πηγαίνω όλους και με βρίσκουν όλοι και που έγινε μάκελος για δέκατη χρονιά in a row. Διότι μπορείς να συνδυάσεις και Ramones και Sinatra και Negresses Vertes και Annita Ward και το in crowd να είναι στα ντουζένια του , με το κλασσικό υφάκι που χουν τ’ άτομα σε τούτο το δρόμο – χρόνια τώρα – και να μη σε χαλάσει το ποτό και να χαβαλεδιάσεις με τη μισή garage σκηνή των ’80ς – οικογενειάρχες οι περσότεροι, να η πλάκα γιατί.

Αλλά, όσο καλή προδιάθεση να είχα να τα σπάσω, κι όσο κι αν δεν χαμπάριαζα από κρυοκωλιές και ξενεροπαγίδες, τα κατάφερα να ξενερώσω πίνοντας. Τόση βαρεμάρα ούτε στο στρατό ρε σεις..

Πάντως, όπως σας είπα έμαθα για τις hangover drops.  Και φιλοσοφικά να το δεις τ’ ότι φτιάχνουν τέτοιες σημαίνει πως κάποιος τους  σκέφτεται κι αυτούς που έχουν τον ασυμμάζευτο. Αφού δεν μας σκέφτονται αυτοί πό’ χουν τα μαγαζά και μας πίνουνε το αίμα, ας μας σκεφτούν οι φαρμακοβιομήχανοι. Ούτως ή άλλως ολώνων οι μέρες τους μετρήθηκαν πια..   

Τί άλλο, οδηγίες χρήσης για το 2008 είπα να γράψω αλλά τις ξέχασα στην πορεία. Λέω να διαβάσω τον «Εκκλησιαστή» της ομάδας Luther Blisset – πρώην ομάδας Luther Blisset- οι οποίοι μάλλον είναι ό,τι πιο μπροστά υπάρχει στο λογοτεχνικό χώρο της Ευρώπης. Θα γράψω κι εγώ με τη σειρά μου κάτι – ‘εχουν ήδη γράψει τα παιδιά από το Μαύρο Χάλι . Επίσης λέω να περιορίσω το κάπνισμα και να περνάω τις γριούλες στο δρόμο. Α, ναι: και να είμαι λιγότερο κυνικός. Και μετά να πάρω το βεσπάκι επιτέλους- ή ανοιχτό κόκκινο, ή πράσινο σαν το λικερ Chartreuse, ή μαύρο, μάλλον μαύρο θα βάλω να ζωγραφίσουν και μια σκακιέρα επάνω. Α, και να μεταφράσω επίσης το υλικό για τον Ισπανικό εμφύλιο, μια και έχω ανοίξει γραμμάτια με κάποιους και περιμένουν. Και μια σειρά ακόμα πράγματα, που εδώ θα είμαι κι εδώ θα είστε θα τα βλέπετε και θα τα βλέπουμε.

Καλή χρονιά σε όλους. Υγεία, ευτυχία κι άντε να γυρίσουν οι στρόφφιγες της ιστορίας και να βρεθούμε έτσι για αλλαγή  a las barricadas!   

Πάρ’τε κι ένα γλυκούλικο τραγουδάκι από τους Saint Ettiene, αν δεν βρίσκετε hangover drops κάνει την ίδια δουλειά και καλύτερα

Είναι οι Bell Rays,και το κομμάτι λέγεται «Have a little faith in me». Ψάχ’τε επίσης να το ακούσετε σε studio version , o ήχοs είναι πιο γεμάτος, σε στυλ Curtis Mayfield, Isaac Hayes, 70’s soul γενικά αλλά η μπάντα είναι ροκ. Καμιά φορά γάτε, το περιεχόμενο καθορίζει αποκλειστικά τη μορφή.

Βασικά οι στίχοι μιλάν μόνοι τους, και, όπως καταλαβαίνετε αυτή είναι η φάση που το yours truly βρίσκεται τη συγκεκριμένη ώρα, οπότε μη με πολυακουμπάτε γιατί πέφτω εύκολα..

Αλλά ακόμα κι αν δεν φτάσει ποτέ εκεί που πρέπει, οι Bell Rays είναι, όπως και νά’ χει,  απ’τις σπουδαιότερες μπάντες που κυκλοφορούν εκεί έξω, οπότε partez sur les routes  και spread the cult! 

Διαβάστε, διαδώστε τους Bell Rays!