απ'τον πραγματικό ΔεκέμβρηΕγώ παιδιά σκηνοθέτης δεν είμαι. Ούτε σεναριογράφος, Κέντρο Κινηματογράφου, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης,παραγωγός, καμεραμάν ή μπουμαν. Δεν γράφω κριτικές κινηματογράφου σε περιοδικά, δεν έχω το αρχείο του «Cahiers du cinema». Ένα στοιχειώδες αισθητήριο έχω, αισθητικό εννοώ, σχετικά με το ποιά ταινία είναι καλογυρισμένη ή όχι. Υπάρχουν δεκάδες, εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες περισσότερο αξιόπιστοι να πουν ποια ταινία είναι καλή ή όχι.

Εκτός από το αισθητικό κριτήριο βέβαια υπάρχει και το πολιτικό. Πάντα και σε κάθε έργο τέχνης επιστρατεύεται και , σωστά, οφείλει να επιστρατεύεται. Κι ο Μαρξ μας τά’πε κι ο Λένιν κι ο Γκράμσι, δεκάδες , εκατοντάδες ίσως και χιλιάδες ακόμα έγραψαν τεκμηριωμένα γι’αυτό. Οποιοδήποτε πνευματικό προϊόν γεννιέται σε ανταγωνιστικές κοινωνίες έχει τη θέση του στη διαλεχτική ανάπτυξης αυτών των κοινωνιών. Με δυο λόγια από τα σουξέ του Ρουβά ως τις ταινίες του Αγγελόπουλου, τα πάντα έχουν τη θέση τους στην ταξική πάλη. Απ’την από δω μπάντα ή την από’κει.     

Αν θέλετε τη δική μου, ερασιτεχνική και «χομπίστικη» γνώμη για μια ταινία για τον εμφύλιο, αυτή θα έπρεπε να γυριστεί αλλιώς από την «Ψυχή βαθιά». Θά’πρεπε να ξεκινά από τη Σμύρνη να καίγεται. Να βλέπει τους πρόσφυγες να στοιβάζονται στις καραντίνες στον Πειραιά και την Καλαμαριά. Να χτίζουν τις παράγκες τους μόνοι τους, αποξηραίνοντας έλη, η μια τρώγλη δίπλα στην άλλη με τους κομματάρχες των βενιζελικών και των βασιλικών να υπόσχονται και να ξαναϋπόσχονται την «οριστικήν διευθέτησιν του προσφυγικού προβλήματος».  Θά’πρεπε να βλέπει τους σλαβόφωνους στα χωριά της Μακεδονίας να τρώνε βούρδουλα «στη ζούλα» από τους ενωμοτάρχες και τους αγροφύλακες. Θά’ πρεπε να δείχνει τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα, πετυχημένα και όχι, βενιζελικών κι αντιβενιζελικών τις δεκαετίες ’20 και ’30, τους «λαμπρούς» εθνάρχες πολιτικούς να ρητορεύουν δίπλα στη φτώχεια των πόλεων, με τους ξυπόλητους, τους πρεζάκηδες, τους ρεμπέτες. Να βλέπει τους αγώνες ελλήνων και τούρκων καπνεργατών στην Καβάλα και τη Δράμα,να μιλάει για το Ιδιώνυμο, να περνάει  από τη Σίκινο τη Φολέγανδρο την Ανάφη. Να βλέπει τον εμπρησμό του Κάμπελλ από παρακρατικούς της δεξιάς, και να θυμάται τον Ίντο Σενόρ και το Σαλβατόρ Ματαράσσο που έπεσαν, μάρτυρες του εβραϊκού προλεταριάτου το Μάη του ’36. Να περνάει τη διαμάχη δημοτικιστών – «καθαρών», και να μιλάει για τη λογοτεχνική γενιά του ’30. Να φωτίζει την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, και να εξηγεί την εσωτερική όπως εξελισσόταν στα πλαίσια της Αγγλικής κηδεμονίας και των εξωτερικών επενδύσεων στη χώρα μας – ιστορία που ξεκινάει ήδη από τον αγώνα του ’21. Να μας πει από που προέκυψε ο Μεταξάς δικτάτορας, τί διείσδυση είχε επιχειρήσει η Ιταλία στα χρόνια ’36 -’40 και γιατί ο φασίστας κατά τα άλλα Μεταξάς ολόψυχα μπήκε στο πλευρό των Άγγλων το ’40. Η κυβέρνηση του Καϊρου, το ΕΑΜ, οι ταγματασφαλίτες κι η κοινωνική τους βάση, ο Μιχάλαγας κι ο Τσαούς Αντόν όλοι και όλα. Γιατί.

ΓΙΑΤΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΕΓΙΝΕ ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟ 1946 -’49;

Α..καλά. Ξέρω τί θα μου πείτε. Μια τέτοια ιστορία χρειάζεται τριλογία τουλάχιστον. Πάμπολλες ώρες, γερό σενάριο κι ιδιοφυή σκηνοθέτη. Έτσι είναι. Αλλά πριν απ’όλα θέλει τόλμη. Για να πεις την αλήθεια. Κανένας εμφύλιος δε γίνεται από καπρίτσιο:ούτε ο Ζαχαριάδης την είδε επαναστάτης ενώ «οι μεγάλοι τα είχαν βρει» (ε, κι αφού τα βρήκαν το Ζέβγο γιατί τον σκότωσαν? το όργιο μετά τη Βάρκιζα τί χρησίμευε? οι δεξιοί «μας» ενώ ξέρουν να μιλάν για συμβιβασμούς επιμένουν μ’αυτό τον τρόπο να δικαιώνουν χωρίς κουβέντα το δικό τους μονοπώλιο βίας..), ούτε οι Αμερικάνοι «επέβαλαν» τη θέλησή τους στους δισταχτικούς Έλληνες αξιωματικούς και πολιτικούς. Πώς «επιβάλεις» χωρίς συναίνεση? Ήταν η Ελλάδα του Σοφούλη -του κεντρώου Σοφούλη -υπό Αμερικανική κατοχή; Πώς έφτασε η ελληνική άρχουσα τάξη να επιλέξει τη συντριβή δια όπλων του ΕΑΜικού κινήματος, και κυρίως, γιατί; Δημοκρατία σημαίνει να γίνεται ό,τι θέλει η πλειοψηφία. Ποια ανάγκη του ελληνικού κεφαλαίου, καθορισμένη από ποια σύνθεση και πιο χαρακτήρα του τελευταίου, εξυπηρέτησε το σαθρό ελληνικό κράτος του μεσοπολέμου που «αναβίωσε» -για πιο σκοπό -από τις αμερικάνικες ναπάλμ του ’49 για να ανασυγκροτηθεί με τα Μακρονήσια, τις αντιπαροχές, και το χωροφύλακα από το ’50 και δώθε?

παγιδευμένες αντάρτισσεςΗ ιστορία του ελληνικού εμφυλίου είναι η ιστορία της μαζικής εισόδου των προλεταρίων της χώρας στην πολιτική. Με σκοπό να γκρεμίσουν την αστική κυριαρχία (εντάξει, με θολούρα αν θέλετε και με κραυγαλέα λάθη ταχτικής). Αλλά, αυτό ήταν. Δεν ήταν η «έφοδος’ των καλών απέναντι στους κακούς. Δεν ήταν ένα δονκιχωτικό ρομάντσο. Δεν ήταν καουμπόίκο.Δεν ήταν απλό πράγμα.

Ένας νέος ισπανός συγγραφέας ο Isaac Rosa, σημειώνει εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του για τον τρόπο που ιστορείται στη χώρα του ο δικός τους εμφύλιος:  “δημιουργείται μια μνήμη όχι χρησιμότητας, αλλά φετιχισμού. Μια μνήμη όχι γνώσης, αλλά κουτσομπολιού. Μια μνήμη όχι λόγων, έργων και ευθυνών, αλλά ανεκδότων. Σε τελική ανάλυση μια μνήμη μάλλον συναισθηματική, παρά ιδεολογική”.

Ο αποχρωματιστής Αγγελάκας , συνθέτης της μουσικής της ταινίας το βάζει πολύ όμορφα:»Δεν είχε αυτός ο πόλεμος ψυχή – αν υπήρχε ψυχή, υπήρχε απ’ τους αντάρτες που ήταν κι αυτοί παγιδευμένοι από τους σταλινιστές, αλλά και με το όνειρο να κάνουν την Ελλάδα πιο ελεύθερη· η ορμή τους ήταν ότι ήθελαν να ζήσουν σε μια πιο δίκαιη κοινωνία. Ήταν όλο παράλογο. Και τα δύο στρατόπεδα παγιδευμένα.»

 Παγιδευμένοι από τους «σταλινιστές» οι αντάρτες.. Είχαν βέβαια ένα όνειρο να κάνουν την Ελλάδα πιο δίκαιη -αλλά παγιδευμένοι και οι φαντάροι του «εθνικού στρατού». Όλοι παγιδευμένοι και όλο το θέμα παράλογο, μια παρεξήγηση, κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί αν δεν υπήρχαν οι παγίδες. Αυτοί οι «απροσδιόριστοι» κακοί που όλο τα καταφέρνουν και μας βάζουν να σκοτωνόμαστε. Προφανώς οι ‘κακοί» υπήρχαν από τις δυο μπάντες βέβαια. Οπότε απομονώνοντας τους τελευταίους μπορούμε άφοβα να οδεύσουμε στην ταξική συμφιλίωση.. 

«Ονειρεύομαι ότι θα μπορούν να βγαίνουν από το σινεμά είτε ένας δεξιός είτε ένας αριστερός δακρυσμένοι – κι αυτό είναι κάτι που ξεπερνάει την ταινία.» Και την πραγματικότητα ξεπερνάει. Το δάκρυ είναι στοιχειώδης ανθρώπινη αντίδραση σε στοιχειώδες ερέθισμα. Η λογική είναι που έχει αξία. Και η λογική θρέφεται και από την ιστορική μνήμη. Άμα σπέρνεις μνήμη λαπά θερίζεις κλάμματα, εισιτήρια στις αίθουσες και δάφνες μεγάλου κινηματογραφιστή και μεγάλου μουσικού. Ταυτόχρονα έχεις ασελγήσει στα πτώματα των ανταρτών (που ενδιαφέρουν εμένα) και των στρατιωτών (που ενδιαφέρουν και εμένα). Οι ανόητοι «εξαπατήθηκαν» από τους «ξένους» και μπλέχτηκαν σε εμφύλιο το ’49 ενώ ,αντίθετα ο «Δεκέμβρης» ήταν «ό,τι πιο ελπιδοφόρο απ’τη μεταπολίτευση». Ναι βέβαια. «Είναι παράξενη αυτή η πόλη». Σκοτώνει τ’αγόρια της τελεσίδικα κι οριστικά κύριε συνθέτα.

Βλέπω στις φιλμοκριτικές(όπως τις παραθέτουν στον  Πόντο & αριστερά)  πως αν μη τι άλλο φαίνεται οι «αρμόδιοι» να κρατάνε τις αποστάσεις τους. Ευτυχώς.

Τα σόγια των ανταρτών κύριοι δεν θέλουν τη ζωή τους σε χολυγουντιανές διαστάσεις. Οι «επικές» μάχες, τα δάκρυα, οι μουρμούρες και τα κουτσομπολιά , οι τραγικές «καθημερινές» φιγούρες είναι περιστατικά στα οποία πρωταγωνίστησαν. ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΗΣΑΝ. Δεν θα τους τα πείτε εσείς ύστερα από δεκαετίες. Το γιατί αν μπορείτε να πείτε, αυτό θα έχει αξία σήμερα. Και αύριο. Και το γιατί γυρέψατε να απαντήσετε -αλλά δυστυχώς για σας το «γιατί» το ψιλοξέρουνε όλοι σ’αυτό τον τόπο.

Ο «αριστερός» κι ο «δεξιός’ κλάψανε όντως μαζί σ’αυτό τον τόπο: στα τρένα για τη Γερμανία και στου Βελγίου τις στοές. Εκεί που τους έστειλε η νικήτρια παράταξη. Αλλά ούτε κι αυτό το είδαμε κι ούτε πρόκειται να το δούμε σε ταινίες φτηνού συναισθηματισμού με παντιέρα τη σύγχρονη «εθνικοφροσύνη» του μεταμοντέρνου.