Μια επαναστατική κατάσταση συνεπάγεται μια επανάσταση (βέβαια). Όπου επανάσταση δεν είναι μόνο μια πολιτική εναλλαγή – ο λαός στους δρόμους και το κράτος ανήμπορο μπορεί να φέρει απλά ένα άλλο πρωθυπουργό ή ένα άλλο σύστημα διακυβέρνησης. Η Ελλάδα το φθινόπωρο του 1922 ήταν σε επαναστατική κατάσταση, μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ωστόσο η αλλαγή που έγινε επ’ουδενί άλλαξε το σύστημα σχέσεων παραγωγής. Εδώ είναι η ουσία: αν η επαναστατική αλλαγή θα φέρει -αν όχι την επόμενη μέρα τη μεθεπόμενη πάντως – και αλλαγή στο σύστημα σχέσεων παραγωγής.από τη μάχη της Teruel

Είναι νομίζω το σημαντικότερο ζήτημα να δει κανείς που εξετάζει την ισπανική κατάσταση εκείνη την περίοδο. Στο γήπεδο της οικονομίας βγαίνουν τα ασφαλέστερα συμπεράσματα, εκεί επιβεβαιώνονται οι πετυχημένες ή μη στρατηγικές κι εκεί δικαιώνονται οι μεν ή οι δε. Αλλιώς η όποια αποτίμηση εκφυλίζεται σε γηπεδικού τύπου αναμέτρηση.

Ο E.Hobsbawm , γνωστός νομίζω στους περισσότερους αφιέρωσε ακριβώς σ’αυτή την πλευρά ένα πολύ ενδιαφέρον κείμενό του, γραμμένο το 1966 (στα ελληνικά υπάρχει στην πρόσφατη έκδοση έργων του «Επαναστάτες» εκδ. θεμέλιο). Σταχυολογούμε:

«Ο Raymond Carr (…)διατυπώνει το πρόβλημα (σημ. αναφέρεται στα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα της Ισπανίας του ’30) ως πρόβλημα της αποτυχίας του ισπανικού φιλελευθερισμού, δηλαδή μιας όυσιαστικά καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, ενός αστικού -κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος και μιας πνευματικής ανάπτυξης του γνώριμου δυτικού είδους. Θα μπορούσε το ίδιο καλά, και ίσως με περισσότερο όφελος, να διατυπωθεί σαν το πρόβλημα της αποτυχίας της ισπανικής κοινωνικής επανάστασης. Τούτο γιατί εάν, όπως παραδέχεται ο Carr , ο φιλελευθερισμός δεν είχε ποτέ σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας, τότε ίσως η κοινωνική επανάσταση ήταν, ίσως γι’αυτό ακριβώς , προοπτική πολύ σοβαρότερη». Ας μη βιαστούμε να προσάψουμε στον Hobsbawm την ταμπέλα του «ευρωκομμουνιστή». Η οποία ισχύει, με όλα όσα συνεπάγεται – μείον της έλλειψης μαρξιστικού κριτηρίου που σε αντίθεση με τους «ομοϊδεάτες» του, ΔΕΝ χαρακτηρίζει τον Ε.Η. Συνεχίζει ο Ε.Η. σχετικά με την αγροτική βασικά οικονομία της χώρας αυτής:

«(..) η Ισπανία συντήρησε ένα γοργά αυξανόμενο πληθυσμό όχι με αγροτική και βιομηχανική επανάσταση, αλλά με πελώρια αύξηση στην εκτεταμένη καλλιέργεια δημητριακών, που με τον καιρό εξάντλησε το έδαφος και μετέτρεψε την ενδοχώρα της Ισπανίας σε ημί -έρημο ακόμα φτωχότερη απ’ό,τι ήταν ήδη. (…) Η ισπανική βιομηχανία ήταν περιθωριακό φαινόμενο, μη ανταγωνιστική στην παγκόσμια αγορά, και άρα εξαρτημένη στη μικρή εγχώρια αγορά και από τα υπολείμματα της αυτοκρατορίας (ειδικά στην περίπτωση της Καταλωνίας).Η φιλελεύθερη Βαρκελώνη ήταν που αντιστάθηκε πιο άγρια στην ανεξαρτησία της Κούβας, αφού 60% των εξαγωγών της πήγαιναν εκεί. Η καταλανική και η βάσκικη αστική τάξη δεν ήταν επαρκής βάση για τον ισπανικό καπιταλισμό. (…) οι καταλανοί επιχειρηματίες απέτυχαν να συλλάβουν την κατεύθυνση της εθνικής οικονομικής πολιτικής, κι έτσι υποχώρησαν στην αμυντική στάση υπέρ της αυτονομίας, που η Δημοκρατία τελικά παραχώρησε σε αυτούς και στους Βάσκους».

Στη συνέχεια κάνει μια σύντομη αναδρομή στα «προνουντσιαμένα» , «τις ισπανικού τύπου επαναστάσεις» που έλεγε η Κομιντέρν, του 19ου αιώνα, ήτοι τις τοπικές εξεγέρσεις των προκρίτων που συσπείρωναν γύρω τους τις αγροτικές μάζες που «έριχναν» την κεντρική κυβέρνηση – η οποία τελικά σωζόταν από ένα «αδιάφθρο» υπουργό της. Και ούτω καθ’εξής. Το αποτέλεσμα;

«Οι αγρότες παρέμεναν για πολύ καιρό πολιτικά αναποτελεσματικοί ή καρλιστές, δηλαδή προσκολλημένοι σε άκρως αντιδραστικούς πολιτικούς και εκ πεποιθήσεως εχθρικοί προς τις πόλεις» (σημ. όπου «καρλιστές» διαβάζετε «βασιλικοί»). Η «ελπίδα» των μετριοπαθών αστών για τον Hobsbawm και τον Carr ήταν να βάλουν στην εξουσία κάποιο καθεστώς που να αφήσει τις δυνάμεις της καπιταλιστικής εξέλιξης να αναπτυχθούν. Ωστόσο το πιο συνηθισμένο τους επίτευγμα ήταν να βροίσκουν μια μεσοβέζικη λύση που εξουδετέρωνε την κοινωνική επανάσταση ή τους υπερ -αντιδραστικούς για λίγο, συνδυάζοντας τουλάχιστον δύο απόι τις «τρεις» δυνάμεις της ισπανικής επίσημης πολιτικής: το στρατό, το στέμμα και τα αστικά κόμματα. «Όπως δείχνει ο Carr ο καμβάς των ισπανικών πολιτικών πραγμάτων ήταν ο εξής: στρατός συν πολιτικοί στη δεκαετία του 1840, στέμμα συν πολιτικοί μετά το 1875, στρατός συν στέμμα επί του Πρίμο Ντε Ριβέρα τη δεκαετία του ’20, και κατάρρευση του στέμματος όταν αποξένωσε τους άλλους δύο, όπως το 1854, το 1868 και το 1931.» 

5oRegimientoΑυτά , όσο ενδιαφέροντα κι αν είναι, μέχρι στιγμής θα μπορούσαν να είναι επουσιώδη για την εξήγηση των γεγονότων. Το ’36 οι μάζες ξεχύθηκαν βίαια και μαζικά στην κεντρική πολιτική σκηνή, δεν είχαμε να κάνουμε με τοπική εξέγερση προυχόντων. Ίσως θα είχε και κάποιο νόημα, με βάση τα παραπάνω να ερμηνεύσουμε και την «αδιαφορία» των αστικών κομμάτων του Δημοκρατικού στρατοπέδου για τον κίνδυνο του πραξικοπήματος που λέγαμε πριν: ένα ακόμα σήκουελ της ίδιας ταινίας ίσως να σκέφτονταν ο πολύπειρος και παλιός πολιτικός κ. Azana όταν προγκούσε τους κομμουνιστές πως «βλέπουν παντού πραξικοπήματα και συνομωσίες».. Αλλά, όπως σημειώθηκε πιο πάνω ο Φράνκο δεν ήταν ένας τυχαίος καουντίγιο. Κι όπως ήδη είπαμε, ακόμα κι αν δεν ήταν ομόβαθμος του Κορνίλωφ, δεν εξέφραζε μια διαλυμμένη, παρηκμασμένη αριστοκρατία που αντιδρούσε ταυτόχρονα με τοην εκπνοή του ιστορικού επιθανάτιου ρόγχου της:

 «Όμως ο Φράνκο δεν είναι απλώς ο διάδοχος του Αλφόνσου. Τούτο γιατί τον 20ο αιώνα οι δυνάμεις της κοινωνικής επανάστασης έγιναν δυνατότερες απ’ό,τι ήταν κατά τον 19ο, επειδή η επανάσταση (…) απέκτησε δυο νέα και τρομερά πλεονεκτήματα: την επανάσταση των αγροτών και το εργατικό κίνημα».

Μ’άλλα λόγια το ’36 σταθεροποίηση του καθεστώτος μ’ένα επιφανειακό φιλελευθερισμό -ακόμα και με πρόγραμμα βαθειών καπιταλιστικών  αναδιαρθρώσεων  -δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί. Όχι αναίμακτα και πάντως όχι αναίμακτα σε συνθήκες οικονομικής κρίσης , όπως ήταν η μετά το ’29 περίοδος. Η συνομωσία που ανέδειξε το Φράνκο, και που συνασπίστηκε γύρω του ο ισπανικός αστισμός, σχεδόν στο σύνολό του,  ήταν η «υγιής» για την πλουτοκρατία εκδήλωση της ανάγκης να ανεβάσει την ανταγωνιστικότητα του ισπανικού καπιταλισμού, πετυχαίνοντας τους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς και παράλληλα «τελειώνοντας» μια για πάντα με το ενδεχόμενο της επανάστασης, που ήδη φαινόταν λιγότερο πιθανό το 1936.Το αντίθετο ενδεχόμενο ήταν η ανατροπή του καπιταλισμού.

Στην ανατροπή του καπιταλισμού επομένως και στο πόσο ικανοποιητικά η μή έδρασαν σ’αυτή την κατεύθυνση  εντοπίζονται και οι ευθύνες – όπως αντίστοιχα και η δικαίωση -των πολιτικών δυνάμεων που απ’την συγκυρία ήταν επιφορτισμένες να την πραγματοποίησουν: τη CNT, το PSOE και το ΚΚΙσπανίας.

Η συνέχεια αφορά αυτούς (ελπίζω να επανέλθω σύντομα..)