Ορισμένες εποχές ξεκινούσαν να πιάσουν αιχμαλώτους: τον ονόμαζαν πόλεμο της άνοιξης».

Ήταν λέει οι Αζτέκοι, οι οποίοι την περίοδο της άνοιξης έκαναν επιδρομές στις κοντινές τους φυλές να μαζέψουν αιχμαλώτους για τις ανθρωποθυσίες που απαιτούσε ο θεός τους. Και οι τελετουργίες των Αζτέκων δεν ήταν δα και θέαμα περιωπής: με πέτρινα μαχαίρια οι ιερείς ξεριζώναν την καρδιά του φουκαρά του θυσιαζόμενου ενώ αυτός ακόμα ζούσε, και το αίμα κύλαγε στα σκαλοπάτια από την παλλόμενη καρδιά στην κορυφή του ζιγκουράτ μέχρι το χώμα .  Όταν οι Ισπανοί πήγαν να τους καταχτήσουν έφριξαν απ’τα μακάβρια αυτά έθιμα – άσχετο που σύντομα κι αυτοί συμβιβάστηκαν με το couleur local -και, προφανώς για να εξευμενίσουν την υπόθεση , έδωσαν το χαριτωμένο όνομα πόλεμος των λουλουδιών. Όπως και τον ωκεανό τον είπαν Ειρηνικό μπας και το πιστέψει και σταματήσει να τους ρουφάει τις καραβέλες.

Τώρα οι ντόπιοι πάλι, απ’τις φυλές που κυνηγούσαν οι Αζτέκοι προσπαθούσαν να αντισταθούν όσο μπορούν: άλλοι κρύβονταν στις ζούγκλες, και περίμεναν να ξαναγεμίσει το φεγγάρι ώστε να λήξει η περίοδος του πολέμου  – που σύμφωνα με τη θρησκεία των Αζτέκων κρατούσε από μια πανσέληνο σε άλλη. Άλλοι πιο τολμηροί προσπαθούσαν κατά μόνας να τα βάλουν με τα αποσπάσματα των κεφαλοκυνηγών, και συνήθως τρώγαν τα μούτρα τους. Δεν θυμάμαι να μας είπαν ποτέ οι Ισπανοί ότι κάπου, κάποτε ενώθηκαν οι από κάτω και σταμάτησαν τον πόλεμο των λουλουδιών. Αλλά οι Ισπανοί δεν είναι και να τους πιστεύεις,  εξάλλου αυτοί έκαναν τα ίδια για μπίζνες και όχι λόγω θρησκείας κάτι που νομίζω τους φέρνει σε υποδεέστερη θέση  -στο πρωτάθλημα της βαρβαρότητας θέλω να πω. Άλλο να σκοτώνεις επειδή πιστεύεις ότι θα «ψήσεις» το θεό να βρέξει λίγο παραπάνω για να μη καούν τα σπαρτά σου, κι άλλο να σκοτώνεις γυμνούς ιθαγενείς για νά’χεις το κεφάλι σου ήσυχο, την ώρα που γεμίζουν με χρυσάφι τα πλοία σου.

Τώρα η άνοιξη, είναι μια εντελώς διαφορετική ιστορία, συνήθως διαθλώμενη από τη λογοτεχνία και τα ποιήματα της πρώτης δημοτικού, σε τέτοια φάση που είναι κοινοτοπία να περιγράψεις πράματα και συναισθήματα  – κι ακόμα χειρότερα δεν πείθεται κανείς δηλαδή όση προσπάθεια κι αν κάνεις ότι… χρειαζόταν να κάνεις την προσπάθεια. Η άνοιξη είναι η άνοιξη, κι όποιος από μόνος του δεν το καταλαβαίνει είναι μια δυστυχισμένη ύπαρξη που τα βλογς δεν πρόκειται να τονε βοηθήσουν σε τίποτα.  

Όπως υπάρχει ένα πραγματάκι με την άνοιξη, λίγο ενοχλητικό. Είναι η συνέχεια του χειμώνα. Κανονικά. Ο καιρός ζεσταίνει, τα χρώματα ζωντανεύουν,  κάποιες μυρωδίες ανασταίνονται -ακόμα και στις πόλεις ! -τα κορίτσια ομορφαίνουν, αλλά η άνοιξη είναι συνέχεια του χειμώνα. Και ό,τι σούρνεις το χειμώνα, σούρνεις και την άνοιξη μόνο που τώρα σου φαίνεται πιο βαρύ, πιο δυσβάσταχτο, πιο πιεστικό, πιο λάθος. Πιο «λάθος». Είσαι αντιδιαλεκτικός που το βλέπεις έτσι βέβαια, αλλά δε φταίς εσύ, φταίνε τα ένστιχτα που δεν ξέρουνε από  διαλεκτικές, είναι κατάχτηση της λογικής αυτό, αλλά «λογική» και , κυρίως, «καταχτήσεις» είναι λέξεις που μαθαίνεις μόνο,  κι όχι ζωή, φταίνε τα ποιήματα της πρώτης δημοτικού και ο βουκολικός λυρισμός των Μορφωτικών Ιδρυμάτων των Τραπεζών.

Μας την έχουνε στημένη δηλαδή να μας βγαίνει μελαγχολία. Τα καθάρματα οι καπιταλιστές λέω.

Εντάξει. Δε βγήκε δα και κανένας να μας κυνηγήσει να μας ξεριζώσει την καρδιά για χάρη του θεού Ουιτσιλιπότλι , του θεού Ήλιου παναπεί. Κάτι να δουλεύουμε τρεις και τέσσερις μέρες την εβδομάδα, κάτι μειώσεις μισθών οι οποίες θα εκτιμηθούν στο μέλλον αν τις δεχτούμε μας ζητάνε, κάτι μαύρα μισομεροκάματα όταν και για όσο μας χρειαστούν, κάτι 6μηνα κι 7μηνα απλήρωτα – κάντε υπομονή ρε παιδιά, επιτελείτε λειτούργημα εσεις οι ψυχολόγοι/γιατροί/νοσηλευτές. Την υγεία μας την έχουμε δε την έχουμε, πάντως επαναλαμβάνω καμιά ανθρωποθυσία δεν διακρίνεται στον ορίζοντα κάτι που είναι σημάδι του ανώτερου πολιτισμού που έχουν οι δικοί μας Αζτέκοι από εκείνους. Τους παλιούς.

Δεν τη γουστάρεις την άνοιξη όμως έτσι. Δεν υπάρχει άνοιξη έτσι. Περιφέρεσαι απλά σαν φαντάρος σε άδεια, πανικόβλητος κατά βάθος,  σε γεμάτους δρόμους, κοιτάς βιτρίνες, αφίσες,πρωτοσέλιδα εφημερίδων,  ακούς τους λόγους , μιλάς λίγο, ατάκες κυρίως, η μέρα περνάει και κοιμάσαι, με λαχτάρα περιμένεις την ώρα να κοιμηθείς , ο ύπνος, η τελευταία έξοδος για τους χαμένους,  the last exit for the lost.

Διαβάζω μια συλλογή διηγημάτων του Cortazar τον τελευταίο καιρό, η επιμελήτρια της έκδοσης μας εξηγεί ότι ο παλιόφιλος ο Julio μας καλεί να συναρμολογήσουμε εκ νέου τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Μόνο που η κυρία τα λέει ανάποδα: να επιστρατεύσουμε τη φαντασία για να ξαναβρούμε την ικανότητα να νιώσουμε έκπληξη. Τί ωραίο πράγμα να καθοδηγείς τη λογική του αναγνώστη! Τι σιχαμένο πράγμα ο βιασμός της τέχνης, στις μυλόπετρες του συμβιβασμού με τη μιζέρια! (έπρεπε να το είχα φανταστεί βέβαια: ο εκδοτικός της οίκος εξέδωσε και τα «αριστουργήματα» του Σολζενίτσιν..).

Εν ολίγοις, τη γνώμη μου λέω, η άνοιξη -κι ο χειμώνας βέβαια – είναι ζωή όχι περιγραφές. Οι μυγδαλιές ανθίζουν μακρυά σου αν η πραγματικότητα σε πλακώνει, και κανένα παραμύθι δε σε παρηγορεί αν σου στερούνε τη ζωή σου. Και για να ζήσεις τελικά πρέπει να πολεμήσεις και να πολεμάς, γιατί τα συμφραζόμενα της βαρβαρότητας άλλαξαν ενδεχομένως ( είναι ραφινάτη έκφραση η «δημοσιονομική κρίση») αλλά εκείνη παραμένει, και το χειρότερο μας ρίχνεται συνέχεια. Κι όσο να κρύβεσαι, τα ταμπούρλα σιγά σιγά πλησιάζουν.

Υ.Γ. εντάξει, αν νοιάζεται κανείς δηλαδή, είχα καιρό να γράψω αλλά άμα διαβάζεις Cortazar πώς να τολμήσεις να αραδιάσεις λέξη χάμω μου λέτε?

(το κομμάτι , νομίζω σαν ήχος ταιριάζει ..)