like a bad girl should

like a bad girl should

 Ρε συ R5. Μια φορά είχα βγει με τη Bettie Page. Αλήθεια.

Έχει τώρα πέντε – έξι, ναι έξι, χρόνια. Φλεβάρης μήνας, σαλονικιώτικος, υγρασία, πέτσινα, κάμελ άφιλτρα και εξεταστική. Την πήρα τηλέφωνο κατά τις εννιά. Δεν μου απάντησε.

 Μου τηλεφώνησε ύστερα από λιγο.
«Γειά, σόρι για πριν αλλά έχει έρθει η μάνα μου, καταλαβαίνεις.. Τί γίνεται;»
«..Καλά. Σε μια ώρα στου Αλέκου, μπορείς;»
«…»
«Μπορείς;»
«..Να..Σε μια ώρα..Μιάμιση πειράζει; Πρέπει να.. δηλαδή..δεν έχω βγει απ’το σπίτι όλη μέρα και..» » Σε μιάμιση.Θα σε περιμένω»

Μπήκε. Σε μία ώρα και κάτι. Βαμμένη, στολισμένη, γελαστή.Και, άκου να δεις, κράταγε ένα λουλούδι στο χέρι. Λευκό. Γαρύφαλλο, τριαντάφυλλο θα σε γελάσω. Απ’αυτά που πουλάνε οι Μπαγκλαντέζοι.
«Εσύ δε σκέφτηκες να μου φέρεις, οπότε σού φερα εγώ».
Έπινα ένα μαύρο ουίσκι που βρωμάει γρασσίδι. Black Bush.Κάπνιζα σαν αράπης. Άκουγα Cramps. Γενικώς ήμουν έτοιμος να το βάλω στα πόδια. Ευτυχώς άρχισε να μιλάει. Ο τάδε έτσι, η δείνα αλλιώς, διαβάζω πολύ εσύ;, σου πάει το πουκάμισο, καιρό έχω νά’ρθω , δεν πολυβγαίνω κανα δυο βδομάδες τώρα, χάρηκα που με πήρες, άντε γειά μας..
«Γιατί ήρθες;». Ήδη άκουγα τη φωνή μου σαν να μίλαγε άλλος.
Χαμογέλασε. «Γιατί μου είπες…» και κοίταξε το σουβέρ. Με ξανακοίταξε. Στα μάτια, γαμώτο..
«Και γιατί σου είπα νά’ρθεις;».Μάλλον θα τό’πα με τη μεγαλύτερη διαθέσιμη φυσικότητα..
«Μα για νά’ρθω…».Το να το τόνισε. Και μετά μ’έπιασε το πρόσωπο και με ξανακοίταξε στα μάτια. «Δε σου παν οι γρίφοι ξέρεις..».
«Δεν υπάρχουν γρίφοι», είπα κι έκανα την κίνησή μου. Χύθηκε το ποτό της πάνω στο παντελόνι της, και πάνω στο δικό μου, αλλά δεν ξεκολλήσαμε. Τραβήχτηκε μετά.
«Ξέρεις.. Είναι και η…». Μμμ..ναι. «Η». Η κολλητή της. Που θέλει να είμαστε μαζί. Που θέλω να είμαστε μαζί. Που κι η ίδια η Bettie δούλεψε για να μάθουμε ότι θέλουμε να είμαστε μαζί.
«Σ’εχουν ζωγραφισμένη εδώ..» της κάνω. Απορεί -θα πρέπει να νομίζει ότι θα πω κάτι μεγαλεπήβολο. Της γνέφω με τα μάτια πάνω από τον ώμο. Γυρνάει, βλέπει τη ζωγραφιά στον τοίχο και ξεραίνεται στο γέλιο. Είναι η ίδια ναι, φοράει ένα φουρό ροκαμπίλικο και κρατάει μια σημαία – σκακιέρα. Δίνει το σήμα για μια κούρσα hot rod..
«Μα πώς σού’ρθε» γελάει ακόμα. «Τί να μού’ρθει. Εσύ δεν είσαι; Σε ήξερα πριν σε γνωρίσω. Στό’χα πει. Και να, από πού..». Σοβαρεύει. «Μιλάς σοβαρά έτσι;»
«Πολύ».
Έκλεισε τα μάτια κι έσκυψε θεατρινίστικα. Κανα δυο δευτερόλεπτα. Ή κανά δυο χρόνια. Ήμουν έτοιμος για τα πάντα. Περίπου δηλαδή. Δηλαδή, να μη σου λέω μαλακίες, δεν ήξερα τί μου γινόταν πλέον.  Σήκωσα το χέρι για να παραγγείλω.
«Ασ’το. Πάμε να φύγουμε.»
«Παμε αλλού;». «Πάμε σπίτι μου.»
Με κρατάει από το χέρι και βγαίνουμε στον κωλόκαιρο. Η ομίχλη κάνει τα φώτα κίτρινα, όχι φωτεινά, κίτρινα αυτό το αρρωστιάρικο χρώμα που’χουνε στις καρτ ποστάλ. Το πεζοδρόμιο γλιστράει. Κάνω πως σκοντάφτω και κρεμιέμαι πάνω της, αυτή με σφίγγει και κάνει πως με κρατάει.

Βλέπω τη Μητροπόλεως Sans Elysee. Τα ταξί λιμουζίνες. Σταματάμε. Την αγκαλιάζω.Με φιλάει και γελάει. » Αύριο δεν θα θυμάσαι τίποτα, σε πάω στοίχημα..». Μούγκρισα. Θα το χάσεις.
Ο ταξιτζής παίζει μια εκπομπή για μπάλλα. Εμείς ακούμε το ντουετάκι του Marvin Gaye με την Tammi Terrel «Ain’t No Mountain High Enough». Πιάνω να το τραγουδίσω , μου κλείνει το στόμα «φτάσαμε , σκάσε..».Ανεβαίνουμε στο σπίτι της…

Τ’αλλο πρωί, ξύπνησα κατά τις έντεκα. Βρώμαγα οινόπνευμα, το κεφάλι μου έβραζε, και ήμουν ολομόναχος. Σύρθηκα στο μπάνιο, μετά στην κουζίνα, πάνω στο ψυγείο βρήκα ένα σημείωμα «Καλημέρα. Είμαι σχολή. Όταν φύγεις κλείσε καλά την εξώπορτα -φιλιά!».
Είχε καφέ έτοιμο. Ήπια μια γουλιά και ξανασύρθηκα στο δωμάτιό της να ντυθώ. Ένα κουκλίστικο δωμάτιο. Τα βιβλία τακτοποιημένα με σειρά αλατιέρας: απ’το ψηλότερο στο χαμηλότερο. Φωτογραφίες με τις φίλες της (ναι..και μ’ «εκείνη»..). Με τους γονείς. Κάτι κουκλάκια -ένας καραγκιόζης κρεμασμένος στο πάνω ντουλάπι. «Δώρο για ένα πρώην» – θυμήθηκα που μου είπε. Γαλάζια σεντόνια, μπλε μαξιλαροθήκες. Ένας Λένιν στο γραφείο..
Ακόμα και τα ρούχα μου ήταν διπλωμένα πάνω σε καρέκλα.( Πόσες ώρες κοιμάμαι);
Ντύνομαι. Δεν έχω τσιγάρα. Ρίχνω μια ματιά βλέπω ένα πακέτο GR τ’αρπάζω. Λες να το σκέφτηκε κι αυτό;
«Η Bettie Page διαβάζει Λένιν» μονολόγησα. Χαμογέλασα κι έψαξα τη δισκοθήκη της. Κάτι Λοϊζοι, συλλογές rave, κάτι κλαρίνα, μια Βανδή.
Θα την περιμένω το μεσημέρι. Δεν θα κουνήσω ρούπι. Δεν θα ξανακαπνίσω. Δεν θα ξαναπιώ. Θα πάρω πτυχίο. Θα πάρω δίπλωμα. Θα γίνω πλούσιος, θα την πάω ταξίδι -Ιταλία, Γένοβα. Ή Φλωρεντία. Θα ζητήσω συγγνώμη από «την» , θα ζητήσω συγγνώμη απ’όλο τον κόσμο, θα γίνω ένας καλύτερος άνθρωπος.
…Βγήκα να πάρω τσιγάρα. Κι εφημερίδα.Έκλεισα καλά την πόρτα πίσω μου. Ήπια ένα καφέ ακόμα και πήγα για φαγητό. Πήρα κανα δυο τηλέφωνα βρήκα τους άλλους «τί έκανες χτες;» , «Κοιμήθηκα νωρίς..». «Άσε ρε, αφού πέρασα απ’τον Άλεξ, κι είπε ότι ήσουνα με γκομενάκι. Την ξέρουμε;» «Ναι ρε..η Bettie ήτανε..». «Για δε λες ρε;», «Ωχού, είπα: κοιμήθηκα νωρίς…»
Πέρασε κανάς χρόνος. Δύο. Μου έστειλε μήνυμα ένα ξημέρωμα. «Στό’χα πει ότι θα το ξεχάσεις…». Αυτό και μόνο. Δεν έχει δίκιο. Αλλά άντε τώρα να εξηγείς…».

(Υ.Γ. Για την Bettie Page της φωτογραφίας διαβάστε εδώ )