Ο πρώτος δίσκος βινυλίου που αγόρασα ήταν το μακρυνό 1991. Πιτσιρικάς. Ήτανε το «Argus» από τους  Wishbone Ash, ένα , γενικώς, ξεχασμένο απ’το θεό συγκρότημα.Και, μάλιστα, όχι τώρα αλλά ήδη από τότε: το συγκεκριμένο δισκάκι είχε πρωτοβγεί το 1972 και τόσο σαν ήχος, όσο και σαν αισθητική ήταν ήδη ξεπερασμένο στα χρόνια τωwishboneν Nirvana και του grunge. Εγώ το «χτύπησα»  για δυο λόγους: ο ένας ήταν το καταπληχτικό του εξώφυλλο. Μια φιγούρα μεσαιωνικού πολεμιστή, σκια πές, σ’ένα τοπίο κατά το ηλιοβασίλεμα. Ο «Άργος» ο σκύλος του Οδυσσέα, ο ακοίμητος φρουρός. Και στο βάθος -μια λεπτομέρεια που δεν καλοφαίνεται αν δεν το πιάσεις στα χέρια σου -ένας ιπτάμενος δίσκος. Μπορεί να καγχάσετε αλλά εκείνα τα χρόνια μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα σκέψη – αυτός ο συμβολισμός του «μετά» που συναντιέται με το «πριν», πρωτόλεια πράγματα σύμφωνοι αλλά μιλάμε για σέβεντις έτσι; Και, κυρίως, μιλάμε για πριν το πανκ. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι πιτσιρικάς ήμουν με τα μπούνια φαν των Maiden οι οποίοι τσιτάραν τους Wishbone Ash σαν τη μεγαλύτερη επιρροή τους. Οπότε ευλόγως μπήκα στο δισκάδικο του Μιχάλη στην Προξένου Κορομηλά και το σήκωσα, και μάλιστα ούτε που του έκανε εντύπωση του τυπά – ίσως και να μην το ήξερε, αυτοί δούλευαν πολύ σύγχρονο ήχο.

Ακολούθησαν κι άλλα βινύλια τα επόμενα χρόνια. Όχι και τόσα πολλά γιατί, αν θυμάστε, τη δεκαετία του ’90 το βινύλιο βρέθηκε υπό διωγμό – όχι για κανένα άλλο λόγο μα γιατί ως παράγωγο του πετρελαίου είναι ακριβό υλικό και ευαίσθητο σε κρίσεις, πολέμους του Περσικού κλπ. Θυμάμαι μάλιστα ένα κείμενο πού’χα διαβάσει κάποτε στο – πάλαι ποτέ – Ποπ& Ροκ που συσχέτιζε την υποχώρηση του παλιοροκάδικου, «κλασσικού», progressive και techno rock ήχου στα μέσα της δεκαετίας του ’70 , ακριβώς με την πετρελαϊκή κρίση του ’73, που ακρίβυνε την τιμή του πετρελαίου και των παραγώγων του με αποτέλεσμα οι δισκογραφικές να αρχίζουν να αδειάζουν τους μη εμπορικούς καλλιτέχνες και να μην υπογράφουν τους νεώτερους. Κάτι που με τη σειρά του ανάγκασε τους νεώτερους να στήνουν δικές τους παραγωγές και δικό τους κύκλωμα διάδοσης της δουλειάς τους (με φανζιν και τέτοια), και κάπως έτσι δηλ. ξέσπασε το πανκ. (Και λόγω μιας σειράς ακόμα καταστάσεων που δεν είναι της ώρας).

Τέλος πάντων κυνηγούσα -και κυνηγάω ακόμα, πιο αραιά οπωσδήποτε -βινύλια. Για τη φανέλα βέβαια, γιατί κατά τα άλλα ο ήχος είναι ίδιος και στο CD (αν και οι πουρίστες βινυλοκυνηγοί πέρνουν κεφάλια όταν ακούν κάτι τέτοιο ) , και, κυρίως το τσιγκάκι είναι σαφώς πιο προσιτό. Άσε που παλιότερα το εμπόριο με τα βινύλια -μέσα από τα μεταχειρισμένα, τα mail order,  τους καταλόγους του Record Collector και τα τοιαύτα – είχε καταντήσει εμετικό: το ακριβότερο freakbeat δισκάκι όλων των εποχών κόστιζε κάπου 500 λίρες Αγγλίας ( από τους Glenn Athens and the Trojans, μιλάμε 1965 τώρα..). Ένα live των Deep Purple στην Ιαπωνία το Δεκέμβρη του 1975 20.000 δρχ. Κάποιο φαγωμένο acetate των Yardbirds ας πούμε -ένα μικρό διαμέρισμα. Και, το πράγμα ήταν ξεφευγιό γιατί πλέον δεν είχες να ανταγωνιστείς μουσικόφιλους, ούτε το θέμα ήταν να βρούμε ένα δισκάκι να το ακούσουμε με την παρέα και να το χαρούμε: οι τύποι τα έπαιρναν και τα έβαζαν ξερωγώ σε προθήκες.Ή στο ψυγείο τους. Η δε μουσική αξία όλων αυτών υπερεκτιμημένη. Ό,τι και να έπαιξαν ο Glenn Athens και οι Τρώες του λέμε, ούτε κανένας Georgie Fame ήταν ούτε οι Beatles (στο φινάλε!). Οπότε έσκασε κι αυτή η φούσκα κάποια στιγμή, και βρέθηκαν στις 4 γωνιές του κόσμου εταιρίες που έβγαζαν σε CD από Ναμιμπιανή jazz, μέχρι Σοβιετικό garage punk, και από τους Loubogg του Μπονάτσου μέχρι τα πρώτα σινγκλάκια του Βowie – με το κανονικό του όνομα, Davy Jones. Κι όποιος ενδιαφερόταν για μουσική έκανε τη δουλειά του. Κι όποιος επίσης ενδιαφερόταν να έχει απλά βινύλια, επίσης έκανε τη δουλειά του σε πολύ πιο λογικές τιμές.

Να σας πω ποια είναι η πλάκα με τα βινύλια;

the-artwoods-art-gallery-416407Κουβαλάνε πάνω τους ιστορία. Πήρα τις προάλλες το δισκάκι των Artwoods «Art Gallery «. Αυτό όταν βγήκε, με άλλο τίτλο το ’65, ήταν σε κάτι ελάχιστα αντίτυπα, και το πάλαι ποτέ το πούλαγαν κάτι κατοστάρικα πάουντς. Σαν δισκάκι είναι ωραιότατο: ρυθμικό, βάρβαρο rhythm & blues, έξαλλο hammond οργανάκι, ό,τι πρέπει σήμερα για mod πάρτυ. (ωραιότατη φάση και οι μοντάδες!). Επίσης είναι το πρώτο δισκάκι που εμφανίστηκε ο Jon Lord των Deep Purple, ο Κeef Hartley (Keef Hartley Band παίξανε στο Woodstock) και ο Art Wood – που είναι αδερφός του Ron Wood των Rolling Stones. Όσοι ξέρουν, ξέρουν ότι πρόκειται για βαριές υπογραφές.

Η ιστορία που κουβαλάνε δεν είναι δική τους. Είναι η δική μου. Η δική σου, αυτουνού που τα μαζεύει τα δισκάκια θέλω να πω.

Δηλαδή. Ξεκινάς να ακούς π.χ. Iron Maiden. Γιατί είσαι 11 χρονών και γουστάρεις την αφίσσα του Trooper στο δισκάδικο απέναντι. Και ύστερ’ από καναδυο χρονάκια ακούς Uriah Heep γιατί σε ιντριγκάρει αυτή η κλασσικίζουσα (φτηνιάρα εδώ που τα λέμε, αλλά αξιοπρεπής σαν πρόθεση) ατμόσφαιρα του Salisbury. Και μετά «κολλάς» με τα ’70ς και βγάζεις το Λύκειο με μακριά παλτά και μαλλιά ως τους ώμους, γιατί στο μεταξύ έχεις αγχωθεί με το Nick Drake και το καραγκιοζιλίκι του Ian Anderson. Και μετά πέφτει στα χέρια σου το Hot Rats του Frank Zappa, και τίποτα πια δεν είναι το ίδιο. Όχι μόνο στο πώς ακούς μουσική. Αλλά στο πως εκτιμάς τα πράματα. 

Και μετά φτάνεις κάποια στιγμή στον Coltrane. Kαι χτυπάς τοίχο.

Και πίσω πάλι στα ’60ς και στον αισιόδοξο αλλά υποψιασμένο ήχο, των mods. Kαι στον επίσης υποψιασμένο αλλά απαισιόδοξο ήχο των Dr.Feelgood- και ενδιάμεσα Hawkwind, και Groundhogs, και Stray, και Can ( I wanna be Damo Suzuki!!) – και οι MC5, κι  ο Iggy και ο Ziggy, ο Rotten, οι Clash.

Οι Les Negresses Vertes , να σου γραπώνουν  τ’άντερα και να στα χύνουν στο πατωμα, μπροστά στη θάλασσα. Και oι Mano Negra. Και μετά οι Ojos de Brujo.Και παράλληλα οι Last Drive, oι Sound Explosion και πάλι ο Georgie Fame, και λίγο ska, και soul – πρώτης ποιότητας.

Δηλαδή τώρα εσείς, που έχετε κόλλημα με τα δισκάκια , και αφήνετε -ή αφήσατε -ποτέ τη μουσική να καθορίσει τη μια ή την άλλη επιλογή σας (είτε έγινε έτσι, είτε νομίζετε -που νομίζετε –ότι έγινε έτσι) μάλλον έχετε καταλάβει τί λέω. Και μάλλον έχετε δει και την ταινία ΜΑΣ. Το «High Fidelity» με το John Cusack – είναι βιβλίο βασικά, και τα δυο πολύ καλά. high-fidelity-1-1024

Στην ταινία λοιπόν, όπως θυμάστε, είναι κάποια φάση ο ήρωας (άρρωστος του βινυλίου, σε σημείο που ν’ αξιολογεί τις γκόμενές του με top – 5 , και να ξεμπερδεύει – τί αναλύσεις και κουβέντες θα κάνουμε τώρα;) που κάθεται μπροστά στη δισκοθήκη του. Την οποία έχει οργανωμένη αλφαβητικά, όμως κάποτε την είχε με τη σειρά που αγόρασε τα δισκάκια. Σκέφτεται λοιπόν ότι μουσικά μεν η απόσταση από τους Deep Purple στον Howlin’ Wolf μπορεί να είναι μεγάλη, αν και στη δισκοθήκη του μεσολαβούν μόνο 12 δίσκοι. Ωστόσο οι ψυχολογικές και προσωπικές αλλαγές που κρύβονται σ’αυτή την απόσταση των 12 δίσκων είναι τέτοιες που μόνο ο ίδιος γνωρίζει, μόνο ο ίδιος μπορεί να τις ξεδιαλύνει, και μόνο τον ίδιο αφορά να τις ξεδιαλύνει. Και εμείς απ’όξω μπορεί να μπερδευτούμε , και να ταλαιπωριόμαστε και στο τέλος ν’αγαναχτήσουμε μαζί του, γιατί έτσι ταχτοποιημένα που έχουμε τα πράγματα στο κεφάλι μας δεν καταλαβαίνουμε πώς γίνεται να συνυπάρχουν τα μέταλλα με τη ρέγκε ξερωγώ.       

Αλλά συνυπάρχουν. Δάτς δε μπότομ λάϊν.

Σας είπα ψέμματα βέβαια, στον τίτλο του ποστ λέω, με την καμία δεν αφορά το βινύλιο ή τα 60ς το ποστ, αλλά από την άλλη, όπως θα έλεγε κι ο Γκόρπας άμα σας θυμίζω τον Πρεβέρ να πάτε να διαβάσετε τίποτ’αλλο.

Πάρ’τε ωστόσο ένα κομμάτι των Artwoods- ευγενική προσφορά, πάντα.