Κάθε που έχει μπάλα, στο καφενείο γίνεται προσκύνημα.
Πρώτον γιατί έχει οθόνες τεράστιες που βλέπεις αμα λάχει και από βάρκα στην παραλία. Και δεύτερο γιατί κανένας χαμουτζής φοιτητάκος που θέλει να δει τον Ολυμπιακό δεν κινδυνεύει να του την πέσουν οι συνδεσμίτες του ΠΑΟΚ. Δεν είναι μικρή υπόθεση: την ιστορία με τις «αθηναϊκές πινακίδες» την ξέρετε. Δεν μάθατε για ένα πέσιμο που είχε γίνει στη Μελενίκου πριν κανά δυο χρόνια με πέτρες λέει και μολότωφ – αν είχε θύματα θα το ξέρατε κι αυτό.
Το γιατί είναι το αφεντικό. Ας τον λέμε «τ’ αφεντικό».Δεν είναι ότι είναι τεράστιος -είχα ακούσει ότι στη Γερμανία στα 70ς έκανε το μπράβο, αλλά παίζει να ήταν και βιομηχανικός εργάτης – «γκασταρμπάϊτερ». Τα χωριά της Δράμας, προτού γίνουν συναρπαστικές off road εμπειρίες για μικροαστούς φυσιολάτρες του σαββατοκύριακου παρείχαν στις πόλεις τις εξής διευκολύνσεις: τραγουδιάρες των εθνικών, ποδοσφαιριστές, μπάτσους και στρατιωτικούς, νταήδες και γκασταρμπάιτερ.Η σειρά είναι τυχαία.Και ο αόριστος καταχρηστικός.
Το αφεντικό , όπως και νά’χει, έχει φάει κι έχει πουλήσει πολλά χιλιόμετρα μαγκιά, κι αυτό δε φαίνεται στη χρυσή του καδένα και το σταυρό στο στήθος αλλά στο ασάλευτο βλέμμα του. Όχι το ασάλευτο του νεκρού. Το ασάλευτο που κοζάρει.
Κακός δεν είναι. Το μαγαζί δουλεύει σε 24ωρη βάση, εκτός εξαιρέσεων. Αυτός παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία κάτι ξημερώματα που οι ζητιάνοι μένουν απ’το κρύο στην πλατεία. Σφύζει από ζωή το μέρος, πρέπει να αλλάζουν τραπέζια κάμποσες φορές τη μέρα. Η δε πελατεία ζωγραφικός πίνακας.
 Βασικά συσπειρώνονται οι συνταξιούχοι της γειτονιάς, και μια κι η γειτονιά είναι το απόλυτο downtown μιλάμε για πρώην εισαγωγείς κρεάτων από την Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας που μιλάν άπταιστα μακεδονίτικα, πρώην διευθυντές της κρατικής ασφάλειας, πρώην δικηγόρους, φτασμένους γιατρούς, κατεστραμμένους στα χαρτιά κληρονόμους γνωστών οικογενειών, ακατάστρεφτους ακόμα χρυσοχόους και γουναράδες, αλκοολικούς οινοποιούς. Επίσης τίποτα εναλλαχτικούς αναρχοέτσι που πίνουν ούζο με φυστίκι αιγίνης, κανα δυο πανκς, κάτι φοιτητικές αντροπαρέες που πίνουν Μεταξά 5άρι. Και, τέλος, τους φίλαθλοι. Δεν του λείπουν τα φράγκα σαναλέμε.
Έχει δυο παιδιά που τον έχουν θεό. Και πως όχι: τη μία την πάντρεψε από τα είκοσί της -έχει ήδη δυο εγγονάκια -και τη χαρτζιλικώνει ταχτικά. Τώρα της πήρε και σπίτι για νά’χει λεφτά από τα νοίκια.Την άλλη την έβαλε μέσω ενός γνωστού σε μια δημόσια υπηρεσία – ΔΟΥ, ΚΕΠ θα σας γελάσω. Κι αυτηνής της πήρε σπίτι. Και αυτοκίνητο.Μ’αυτά θα της πάρει και γαμπρό. Τώρα σπίτι έμεινε μόνη η γυναίκα του.Η οποία λέει έχει μια σπάνια αρρώστια – δε συγκρατώ λεπτομέρειες σε κάτι τέτοια.. – και λιποθυμάει συχνά, τα εγγονάκια κλαίνε κι αυτός τρέχει κάθε τρεις και λίγο να της κάνει ένεση και να την καθαρίσει.
Σας είπα ότι το αφεντικό θα το λέμε αφεντικό κι όχι Μπάμπη, Τάκη ή κυρ γιάννη διότι όπως όλα τα αφεντικά η έξωθεν μαρτυρία δεν είναι παρά η έξωθεν μαρτυρία. Την οικογένεια την φροντίζει όπως μαθαίνουν να κάνουν όλοι οι άντρες με Πόντιες μητέρες.Κατά τα άλλα ξηγιέται όπως μαθαίνουν να ξηγιούνται όλοι όσοι ζουν απ’το δρόμο και κοιτάν απλά η κάθε μέρα να μην είναι χειρότερη απ’την προηγούμενη. Φαίνεται ότι σκύβει αλλά στην πραγματικότητα το κάνει για να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να σε πιάσει απ’τ’αρχίδια.
«Είχα μια γκόμενα ρωσίδα παναγιά βόηθα» λέει. «22 χρονώ – κι όχι αστεία,εγώ τα έβγαλα τα χαρτιά της ξέρω.Την άλλη τη βουλγάρα την έστελνα από δω κι από κεί δεν μ’ένοιαζε αλλά τούτη δω ήταν δική μου». Εδώ,ο αόριστος έχει νόημα όπως καταλάβατε. Και, όχι όταν λέει γκόμενα αυτό εννοεί.Δεν είναι αυτός μαστρωπός – ένας πελάτης του είναι.(..άκουσα)
«Αλλά μετά μου ξεκίνησε τις μαγκιές. Την έβγαζα έξω με 200 και 300 ευρώ στην τσέπη. Μπουζούκια; Κρήνη; Σαββατοκύριακο στη Χαλκιδική; Δεν με νοιάζει ρε, τα λεφτά γι’αυτό τά’χουμε. Και τί πάει και κάνει η πουτάνα; Αρχίζει να τρίβεται με το δίπλα το μπάρμαν».Μάλλον θίχτηκε ο εγωισμός του. Γιατί, να μην ξέρει πως παν τα γράμματα με τις 22χρονες ρωσίδες δεν του τό’χω. Κι όταν ζορίζονται οι ελέφαντες με τα μυρμήγκια ξέρετε τί γίνεται..    
«Αυτός βέβαια είναι σκουπίδι. Την έμαθε στην πρέζα – 40 κιλά έμεινε. Ντεμέκ την άρχισε στη Μόσχα βέβαια, αλλά μ’εμένα ήταν καθαρή. Μετά την πήραν καναδυό ακόμα από δίπλα και όταν βρίσκονταν πατημένη μ’άρχιζε τα τηλέφωνα . Ήσουν ο άντρας της ζωής μου και τέτοια. Με το που τη βοηθάω και ξαναστήνεται στα πόδια της πάλι τα ίδια..»
«Πρέζα;» «Να παίρνεται ρε.. Τη μαζέψανε στο κλασσάτο στη γωνία απέναντι απ’το θέατρο να σηκώνει δίσκους τώρα. Αν περιμένεις λίγο θα τη δεις..».Την είδα. Κορμί και μάτια συνηθισμένα να τα βλέπουνε. Το 22 δεν μου καθότανε, αλλά είναι και η πρέζα στη μέση. Δεν είπα τίποτα, απλά κούνησα το κεφάλι κι άναψα ένα ακόμα.»Αλλά η άδειά της έληξε πριν δυο μήνες. Τώρα και να παρακαλάει δεν μπορεί να βγάλει.Μίλησα ένα φίλο πού’χω στην ΕΥΠ.Από μέρα σε μέρα θα της τη στήσουν να τη μαζέψουν..». Κρατητήριο, απέλαση. Τα γνωστά. Αλλά αυτό με την ΕΥΠ μ’ακούστηκε κάπως.
«Μπα; Και γιατί δεν έχουν έρθει ήδη;» «Τί γιατί; Αφού στο τάδε, το τάδε και το τάδε πουλάνε ναρκωτικά». Τα τρία απ’τα τέσσερα μαγαζιά γύρω απ’την πλατεία.Σαν να μπήκα στο νόημα..»Κι άμα σκάσουν οι μπάτσοι δηλαδή και πέσει στο μάτι τους το θέμα..» «..ακριβώς, θα αναγκαστούν να κάνουν και άλλες συλλήψεις. Και θα χαλάσουν τη δουλειά στους άλλους τους μπάτσους που τα παίρνουν για να πετάν χαρταετό.Άσε εκείνους που τη σπρώχνουνε..». Είπα να μου φέρουν μια μπύρα..
«Kαλά, η φάση με τα ναρκωτικά δεν ενοχλεί τους περίοικους;»
«Παλιότερα υπήρχε θέμα. Είχαν τελειώσει κανα δυό στις γύρω εξώπορτες.Μιλάμε το ’88 τώρα..Τότε κάνανε επιχειρήσεις αρετή και ξεβρώμαγε η γειτονιά. Τώρα έχουν μόνιμη την κλούβα στη Ναβαρίνου, κι οι πρεζάκηδες πάνε και τρυπιούνται αλλού.Άσε που και να γίνει τίποτα οι περισσότεροι είναι ιδιοκτήτες και δε μιλάνε»
«Γιατί δε μιλάνε;»
«Τί γιατί ρε δικηγόρε;» Ξαναμπήκα στο νόημα. Τώρα χαμογέλασα.
«Επειδή με τα ναρκωτικά τα μαγαζιά έχουν κόσμο έτσι; Και τα μισθώματα αναπροσαρμόζονται, οι ιδιοκτήτες τα παίρνουν κι όλοι είναι ευχαριστημένοι ε;»
«Όχι όλοι, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί θέλουν να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Κι εφόσον κατά τα άλλα δεν κουνιέται φύλλο..»
Εφ’όσον δεν κουνιέται φύλλο διάγουν έντιμους βίους άπαντες.
Είναι πάρα πολύ απλά τα πράγματα τελικά. Πληρώνεις την αγάπη των παιδιών σου, πληρώνεις τα χάδια μιας κατεστραμμένης, η πρέζα συμμαζεύει τα υπόλοιπα, η πρέζα σπρώχνεται από τους μπάτσοι που κάνουν και τα στραβά μάτια (εκτός και στραβώσει η φάση) , οι ιδιοκτήτες πληρώνονται τα νοίκια κι η γειτονιά λειτουργεί με μόνο ψεγάδι τους ζητιάνους που αράζουν ενίοτε στα παγκάκια. Wild side. Τόσο φυσιολογικά όσο κι η βόλτα στο σουπερμάρκετ Σάββατο πρωί.
«Η δικιά μου βέβαια έπινε εκεί που της νοίκιαζα – τώρα να δούμε τί θα κάνει».
Ναι.Αυτή πρέπει να είναι η μόνη που θα έχει πρόβλημα τελικά..

«ο αέρας ήτανε πηχτός / με τη μυρωδιά της καταπίεσης»
(Jah War – The Ruts)