ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..
ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..

«Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι άχρηστος. Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι απλά γεννημένος χαμένος. Προορισμένος να χάνεις.Άχρηστος για όλους.Για οτιδήποτε. Επειδή είσαι πολύ μεγάλος, ή πολύ μικρός, ή πολύ χοντρός ή πολύ αδύνατος. Πολύ άσχημος, πολύ τό’ να και τ’άλλο. Τραγούδια που σε καρφώνουν στο πάτωμα ή σε κοροϊδεύουν για την κακιά σου τύχη ή τη δύσκολη ζωή σου. Είμαι στο δρόμο για να πολεμήσω αυτά τα τραγούδια μέχρι την τελευταία μου ανάσα και την τελευταία στάλα του αίματός μου.Είμαι στο δρόμο για να τραγουδήσω τραγούδια που θα σου αποδείξουν ότι αυτός είναι ο κόσμος σου κι αυτό ακόμα κι αν σε χτύπησε πολύ σκληρά .. Θα μπορούσα να ξεπουληθώ στην άλλη πλευρά. Στα χοντρά φράγκα και να παίρνω αρκετά δολλάρια κάθε βδομάδα απλά για να σταματήσω να τραγουδάω αυτό που τραγουδάω και να τραγουδάω το είδος που σε βάζει κάτω ακόμα χειρότερα κι αυτά που σε κοροϊδεύουν ακόμα κι αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν έχεις στάλα μυαλό. »   

Γίγαντας ο Woody Guthrie. Σημείο αναφοράς για οποιονδήποτε Αμερικάνο μουσικό που θέλει να έχει «κοινωνική» άποψη. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί εγώ όσο και να στύψω το μυαλό μου σ’ένα Phil Ochs,άντε τους Fugs, ένα Charlie Haden, έναν Art Blakey σταματάει. Κι οι δυο τελευταίοι είναι τζαζίστες (πάντως ο Charlie Haden με τους Liberation Music Orchestra διασκεύασε σε φρη τζαζ, κομμάτια του ισπανικού εμφυλίου, όπως το Quinto Regimiento, το τραγούδι του Μετώπου του Hans Eisler κλπ.) , οπότε σε γενικές γραμμές μην περιμένεις προσιτές φόρμες, ή έστω στίχους.  Και μην ακούσω τώρα για τίποτα Dylan και Baez.. Σαν να συγκρίνεις το Λένιν με το Μπερτιννότι. Ή εκείνο τον απίθανο του ΓΚΚ πριν λίγα χρόνια τον Ρομπέρ Υ. (.. επίσης ίδια φάση με το Guthrie ήταν στα 60ς ο Hamilton Camp, αν κι εκεινού η καρριέρα σταμάτησε νωρίς.).
Βασικά ο Guthrie ήταν σπουδαίος για τρεις λόγους. Ο ένας γιατί είχε καταλάβει την ταξική διάρθρωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Οι εργάτες δουλεύουν και τ’αφεντικά κονομάνε. Ο δεύτερος γιατί είχε την παλικαριά να πάει με τους εργάτες. Κι ο τρίτος γιατί είχε καταλάβει επίσης ότι μπορεί μεν να «τραγουδάς» για τους εργάτες αλλά στ’ αλήθεια να τους παραμυθιάζεις όπως θέλουν οι αστοί. Να παρουσιάζεις τη ζωή τους χωρίς προοπτική , να τους διηγείσαι τη μιζέρια ως «αναγκαία» και   αναπόδραστη. Να τους γελάς με τραγούδια «ερωτιάρικα», να τους παραμυθιάζεις πως η φτώχεια έχει κάτι «αξιοπρεπές» και γοητευτικό πάνω της. Να τους δίνεις δίκηο για τα «αχ» και τα «βαχ» αλλά κουβέντα, για το ποιος ευθύνεται που η ζωή τους είναι τέτοια κι αν κάποιοι κάπως, κάποτε πάλεψαν ή παλεύουν να την αλλάξουν.Κι αν μπορεί ο εργάτης να την αλλάξει αυτή τη ζωή.
Γιατί βλέπετε είναι άλλο θέμα να είσαι λαϊκός τραγουδιστής κι άλλο να είσαι με το πλευρό του λαού. Εξάλλου το «λαϊκό» τί άλλο από μια φόρμα είναι κατ’αρχήν. Απαγορεύεται δηλαδή κάποιος να μιλήσει στους εργάτες με φαζαριστές κιθάρες, ή με μπίτια; Κανένας νόμος τουλάχιστον δεν το απαγορεύει. (Βέβαια το πώς τα έχουμε τακτοποιήσει στο Ελλάντα είναι ένα τεράστιο θέμα, στον πάτο του οποίου φαίνεται ότι κάποιος «απαγορεύει» τη λαϊκότητα του 21ου αιώνα να έχει κάποια άλλη μορφή: ο Καζαντζιδισμός ζει και βασιλεύει). Θα μου πείτε , δικαίως, ότι όποιος θέλει να είναι λαϊκός πρέπει να παίρνει υπ’όψη και τη φόρμα.Αν ο Θεοδωράκης δεν έγραφε κομμάτια σε μπουζούκι δεν θα έπαιζε το ρόλο που έπαιξε. Καμιά αντίρρηση μεν, αλλά φόρμα και περιεχόμενο δεν ταυτίζονται: στο ένα προοδευτικό δημιόυργημα με μπουζούκι του Θεοδωράκη αντιστοιχούν δεκάδες τσιφτετελοσκουπίδια.
Η κρίσιμη έννοια στο πως τοποθετείται κανείς δημιουργός απέναντι στο λαό (στους «από κάτω» της ταξικής διάρθρωσης ) είναι μια. Να του λες την αλήθεια.
Πάρ’τε ένα παράδειγμα απ’τον ελληνικό κινηματογράφο. Οι λαϊκές γειτονιές ζωγραφίζονται σχεδόν ειδυλλιακές στις ταινίες του Φίνου. (βοηθάει και το ασπρόμαυρο φιλμ εδώ που τα λέμε, και οι παράγκες φαίνονται κουκλόσπιτα). Όσοι απο μας – και είμαστε η πλειοψηφία πλέον στον ελληνικό πληθυσμό – δεν ζήσαμε τις γειτονιές του ’60 βλέποντας τις ταινίες του ’60 διαμορφώνουμε μια τέτοια άποψη. Φτώχεια αλλά αξιοπρέπεια. Η «Συνοικία τ’ Όνειρο» ωστόσο λέει τα σύκα σύκα ( σ’ ότι αφορά τη δεκαετία του ’60 μιλάω) … Για τα κορίτσια του λαού που εκπορνεύονται. Για τις  βρωμογειτονιές και τις παραγκουπόλεις. Για το πως ο ένας φτωχοδιάβολος κοιτάει να ρίξει τον άλλο. Για το πως ο πιο αδύναμος, μέσα στους αδύναμους, ποδοπατιέται, οδηγείται στην απελπισία και τελικά στην αυτοκτονία. Για την αθλιότητα της καθημερινής ζωής σ’αυτές τις αλάνες.
Οι ταινίες του Φίνου έλεγαν ψέμματα. Η «Συνοικία Τ’όνειρο» την αλήθεια. Η τελευταία σε συγκλόνιζε, και σε συγκλονίζει. Οργίζεσαι και ψάχνεσαι. Ο «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» – που μάλιστα για να πάρεις μέρος σε ταινία έπρεπε να έχεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων – σε αποκοιμίζει. Κι ακόμα χειρότερα: σήμερα, 40 χρόνια μετά αυτά τα σκουπίδια πλήρως αυτονομημένα ως προϊόντα από την εποχή τους, εξακολουθούν να διαμορφώνουν «αισθητικό» κριτήριο: ο λεβεντομαλάκας με την «καλή καρδιά» είναι «λαϊκό» πρότυπο. Βέβαια ο λ/μ δεν ξέρει τι παναπεί απεργία, συνδικάτο, δεν έχει ακουστά για πολιτικούς κρατούμενους, δολοφονίες. Γιατί , ναι, εκτός απ’τα ναζάκια της Αλίκης ΑΥΤΗ ήταν η δεκαετία του ’60.
Ελπίζω να μην μου πείτε τί σχέση έχει ο Woody Guthrie με το ελληνικό σινεμά. Η σχέση είναι μια: το κριτήριο που ορίζουμε ένα έργο τέχνης ως προοδευτικό. Και το πως επιδρά στη συνείδηση ο καθορισμός ενός έργου ως προοδευτικού ή όχι. Ας αφήσουμε την έννοια «λαϊκό» σε δεύτερη μοίρα.
Εδώ νομίζω ότι σηκώνει πολύ συζήτηση. Μέχρι αίματος δηλαδή. Πάρ’τε για παράδειγμα τα λόγια του Guthrie. Είμαι εδώ για να πολεμήσω τα τραγούδια που σε κάνουν να νιώθεις χαμένος. Αλήθεια τί τραγούδια έλεγε ο Καζαντζίδης ας πούμε; 
Λαϊκά.Λαϊκότατα. Με σεβασμό στην παράδοση, με δουλειά από πίσω, ωραίους μουσικούς – καμμιά αντίρρηση. (εγώ δεν ακούω τέτοια, αλλά τέλος πάντων επ’αυτού δεν έχω να προσάψω τίποτα). Οι στίχοι του τί έλεγαν; ο φουκαράς ο μετανάστης στη Γερμανία όλο κλαίγεται, και δώσ’του στο σταθμό του Μονάχου, κι η μανούλα, κι η φτώχεια κι εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. (ξέρω..από άλλο τραγούδι είναι αυτό).
Έλα όμως που οι μετανάστες στη Γερμανία μπαίναν σε σωματεία. Δίναν μάχες για την παραμονή τους εκεί, για να χτίσουν κοινότητες, σχολεία, για να κατοχυρώσουν συντάξεις.. Στα χρόνια της χούντας πάλεψαν για τη δημοκρατία και τους πολιτικούς κρατούμενους – κι εδώ στην Ελλάδα οι λαϊκοί καλλιτέχνες, κάθε είδους και μορφής, εξακολουθούσαν σε δίσκους και ταινίες να αποκοιμίζουν το λαό με κλαψουρίσματα και βαρυγκώμιες. Το πραγματικό τραγούδι του μετανάστη το είπε μετά τη χούντα ο Λάκης Χαλκιάς. Θυμηθείτε τους στίχους της «Φάμπρικας».
Ωραία. Ας πούμε ότι λύσαμε: άλλο λαϊκός κι άλλο προοδευτικός. Κι ας πούμε ότι λύσαμε και το ζήτημα της φόρμας: προοδευτικός μπορεί να είναι κι ένας που παίζει κλαρίνα, κι ένας που παίζει σκα πανκ. Εξίσου λαϊκός – από την άποψη θεματολογίας και αποδοχής -μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε.
Το πρόβλημα υπάρχει όταν μπερδεύονται οι έννοιες. Όταν το προοδευτικό ταυτίζεται με το λαϊκό. Ή με το έντεχνο. Και ξαφνικά ο οποιοσδήποτε χλιμίτζουρας κλαψουρίζει ακαταλαβίστικους στίχους που έχουν περισσότερες άγνωστες λέξεις απ’τα σουξέ της Βανδή αυτομάτως περνάει για «προοδευτικός».      
Μου βγαίνει μεγάλο, και δεν προλαβαίνω. Πάρ’τε ένα βιντεάκι του σ. (ήταν μέλος του ΚΚΗΠΑ) Woody Guthrie και θα επανέλθουμε..