Οκτώβριος 2008


Κάθε που έχει μπάλα, στο καφενείο γίνεται προσκύνημα.
Πρώτον γιατί έχει οθόνες τεράστιες που βλέπεις αμα λάχει και από βάρκα στην παραλία. Και δεύτερο γιατί κανένας χαμουτζής φοιτητάκος που θέλει να δει τον Ολυμπιακό δεν κινδυνεύει να του την πέσουν οι συνδεσμίτες του ΠΑΟΚ. Δεν είναι μικρή υπόθεση: την ιστορία με τις «αθηναϊκές πινακίδες» την ξέρετε. Δεν μάθατε για ένα πέσιμο που είχε γίνει στη Μελενίκου πριν κανά δυο χρόνια με πέτρες λέει και μολότωφ – αν είχε θύματα θα το ξέρατε κι αυτό.
Το γιατί είναι το αφεντικό. Ας τον λέμε «τ’ αφεντικό».Δεν είναι ότι είναι τεράστιος -είχα ακούσει ότι στη Γερμανία στα 70ς έκανε το μπράβο, αλλά παίζει να ήταν και βιομηχανικός εργάτης – «γκασταρμπάϊτερ». Τα χωριά της Δράμας, προτού γίνουν συναρπαστικές off road εμπειρίες για μικροαστούς φυσιολάτρες του σαββατοκύριακου παρείχαν στις πόλεις τις εξής διευκολύνσεις: τραγουδιάρες των εθνικών, ποδοσφαιριστές, μπάτσους και στρατιωτικούς, νταήδες και γκασταρμπάιτερ.Η σειρά είναι τυχαία.Και ο αόριστος καταχρηστικός.
Το αφεντικό , όπως και νά’χει, έχει φάει κι έχει πουλήσει πολλά χιλιόμετρα μαγκιά, κι αυτό δε φαίνεται στη χρυσή του καδένα και το σταυρό στο στήθος αλλά στο ασάλευτο βλέμμα του. Όχι το ασάλευτο του νεκρού. Το ασάλευτο που κοζάρει.
Κακός δεν είναι. Το μαγαζί δουλεύει σε 24ωρη βάση, εκτός εξαιρέσεων. Αυτός παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία κάτι ξημερώματα που οι ζητιάνοι μένουν απ’το κρύο στην πλατεία. Σφύζει από ζωή το μέρος, πρέπει να αλλάζουν τραπέζια κάμποσες φορές τη μέρα. Η δε πελατεία ζωγραφικός πίνακας.
 Βασικά συσπειρώνονται οι συνταξιούχοι της γειτονιάς, και μια κι η γειτονιά είναι το απόλυτο downtown μιλάμε για πρώην εισαγωγείς κρεάτων από την Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας που μιλάν άπταιστα μακεδονίτικα, πρώην διευθυντές της κρατικής ασφάλειας, πρώην δικηγόρους, φτασμένους γιατρούς, κατεστραμμένους στα χαρτιά κληρονόμους γνωστών οικογενειών, ακατάστρεφτους ακόμα χρυσοχόους και γουναράδες, αλκοολικούς οινοποιούς. Επίσης τίποτα εναλλαχτικούς αναρχοέτσι που πίνουν ούζο με φυστίκι αιγίνης, κανα δυο πανκς, κάτι φοιτητικές αντροπαρέες που πίνουν Μεταξά 5άρι. Και, τέλος, τους φίλαθλοι. Δεν του λείπουν τα φράγκα σαναλέμε.
Έχει δυο παιδιά που τον έχουν θεό. Και πως όχι: τη μία την πάντρεψε από τα είκοσί της -έχει ήδη δυο εγγονάκια -και τη χαρτζιλικώνει ταχτικά. Τώρα της πήρε και σπίτι για νά’χει λεφτά από τα νοίκια.Την άλλη την έβαλε μέσω ενός γνωστού σε μια δημόσια υπηρεσία – ΔΟΥ, ΚΕΠ θα σας γελάσω. Κι αυτηνής της πήρε σπίτι. Και αυτοκίνητο.Μ’αυτά θα της πάρει και γαμπρό. Τώρα σπίτι έμεινε μόνη η γυναίκα του.Η οποία λέει έχει μια σπάνια αρρώστια – δε συγκρατώ λεπτομέρειες σε κάτι τέτοια.. – και λιποθυμάει συχνά, τα εγγονάκια κλαίνε κι αυτός τρέχει κάθε τρεις και λίγο να της κάνει ένεση και να την καθαρίσει.
Σας είπα ότι το αφεντικό θα το λέμε αφεντικό κι όχι Μπάμπη, Τάκη ή κυρ γιάννη διότι όπως όλα τα αφεντικά η έξωθεν μαρτυρία δεν είναι παρά η έξωθεν μαρτυρία. Την οικογένεια την φροντίζει όπως μαθαίνουν να κάνουν όλοι οι άντρες με Πόντιες μητέρες.Κατά τα άλλα ξηγιέται όπως μαθαίνουν να ξηγιούνται όλοι όσοι ζουν απ’το δρόμο και κοιτάν απλά η κάθε μέρα να μην είναι χειρότερη απ’την προηγούμενη. Φαίνεται ότι σκύβει αλλά στην πραγματικότητα το κάνει για να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμος να σε πιάσει απ’τ’αρχίδια.
«Είχα μια γκόμενα ρωσίδα παναγιά βόηθα» λέει. «22 χρονώ – κι όχι αστεία,εγώ τα έβγαλα τα χαρτιά της ξέρω.Την άλλη τη βουλγάρα την έστελνα από δω κι από κεί δεν μ’ένοιαζε αλλά τούτη δω ήταν δική μου». Εδώ,ο αόριστος έχει νόημα όπως καταλάβατε. Και, όχι όταν λέει γκόμενα αυτό εννοεί.Δεν είναι αυτός μαστρωπός – ένας πελάτης του είναι.(..άκουσα)
«Αλλά μετά μου ξεκίνησε τις μαγκιές. Την έβγαζα έξω με 200 και 300 ευρώ στην τσέπη. Μπουζούκια; Κρήνη; Σαββατοκύριακο στη Χαλκιδική; Δεν με νοιάζει ρε, τα λεφτά γι’αυτό τά’χουμε. Και τί πάει και κάνει η πουτάνα; Αρχίζει να τρίβεται με το δίπλα το μπάρμαν».Μάλλον θίχτηκε ο εγωισμός του. Γιατί, να μην ξέρει πως παν τα γράμματα με τις 22χρονες ρωσίδες δεν του τό’χω. Κι όταν ζορίζονται οι ελέφαντες με τα μυρμήγκια ξέρετε τί γίνεται..    
«Αυτός βέβαια είναι σκουπίδι. Την έμαθε στην πρέζα – 40 κιλά έμεινε. Ντεμέκ την άρχισε στη Μόσχα βέβαια, αλλά μ’εμένα ήταν καθαρή. Μετά την πήραν καναδυό ακόμα από δίπλα και όταν βρίσκονταν πατημένη μ’άρχιζε τα τηλέφωνα . Ήσουν ο άντρας της ζωής μου και τέτοια. Με το που τη βοηθάω και ξαναστήνεται στα πόδια της πάλι τα ίδια..»
«Πρέζα;» «Να παίρνεται ρε.. Τη μαζέψανε στο κλασσάτο στη γωνία απέναντι απ’το θέατρο να σηκώνει δίσκους τώρα. Αν περιμένεις λίγο θα τη δεις..».Την είδα. Κορμί και μάτια συνηθισμένα να τα βλέπουνε. Το 22 δεν μου καθότανε, αλλά είναι και η πρέζα στη μέση. Δεν είπα τίποτα, απλά κούνησα το κεφάλι κι άναψα ένα ακόμα.»Αλλά η άδειά της έληξε πριν δυο μήνες. Τώρα και να παρακαλάει δεν μπορεί να βγάλει.Μίλησα ένα φίλο πού’χω στην ΕΥΠ.Από μέρα σε μέρα θα της τη στήσουν να τη μαζέψουν..». Κρατητήριο, απέλαση. Τα γνωστά. Αλλά αυτό με την ΕΥΠ μ’ακούστηκε κάπως.
«Μπα; Και γιατί δεν έχουν έρθει ήδη;» «Τί γιατί; Αφού στο τάδε, το τάδε και το τάδε πουλάνε ναρκωτικά». Τα τρία απ’τα τέσσερα μαγαζιά γύρω απ’την πλατεία.Σαν να μπήκα στο νόημα..»Κι άμα σκάσουν οι μπάτσοι δηλαδή και πέσει στο μάτι τους το θέμα..» «..ακριβώς, θα αναγκαστούν να κάνουν και άλλες συλλήψεις. Και θα χαλάσουν τη δουλειά στους άλλους τους μπάτσους που τα παίρνουν για να πετάν χαρταετό.Άσε εκείνους που τη σπρώχνουνε..». Είπα να μου φέρουν μια μπύρα..
«Kαλά, η φάση με τα ναρκωτικά δεν ενοχλεί τους περίοικους;»
«Παλιότερα υπήρχε θέμα. Είχαν τελειώσει κανα δυό στις γύρω εξώπορτες.Μιλάμε το ’88 τώρα..Τότε κάνανε επιχειρήσεις αρετή και ξεβρώμαγε η γειτονιά. Τώρα έχουν μόνιμη την κλούβα στη Ναβαρίνου, κι οι πρεζάκηδες πάνε και τρυπιούνται αλλού.Άσε που και να γίνει τίποτα οι περισσότεροι είναι ιδιοκτήτες και δε μιλάνε»
«Γιατί δε μιλάνε;»
«Τί γιατί ρε δικηγόρε;» Ξαναμπήκα στο νόημα. Τώρα χαμογέλασα.
«Επειδή με τα ναρκωτικά τα μαγαζιά έχουν κόσμο έτσι; Και τα μισθώματα αναπροσαρμόζονται, οι ιδιοκτήτες τα παίρνουν κι όλοι είναι ευχαριστημένοι ε;»
«Όχι όλοι, οι μισοί. Οι άλλοι μισοί θέλουν να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Κι εφόσον κατά τα άλλα δεν κουνιέται φύλλο..»
Εφ’όσον δεν κουνιέται φύλλο διάγουν έντιμους βίους άπαντες.
Είναι πάρα πολύ απλά τα πράγματα τελικά. Πληρώνεις την αγάπη των παιδιών σου, πληρώνεις τα χάδια μιας κατεστραμμένης, η πρέζα συμμαζεύει τα υπόλοιπα, η πρέζα σπρώχνεται από τους μπάτσοι που κάνουν και τα στραβά μάτια (εκτός και στραβώσει η φάση) , οι ιδιοκτήτες πληρώνονται τα νοίκια κι η γειτονιά λειτουργεί με μόνο ψεγάδι τους ζητιάνους που αράζουν ενίοτε στα παγκάκια. Wild side. Τόσο φυσιολογικά όσο κι η βόλτα στο σουπερμάρκετ Σάββατο πρωί.
«Η δικιά μου βέβαια έπινε εκεί που της νοίκιαζα – τώρα να δούμε τί θα κάνει».
Ναι.Αυτή πρέπει να είναι η μόνη που θα έχει πρόβλημα τελικά..

«ο αέρας ήτανε πηχτός / με τη μυρωδιά της καταπίεσης»
(Jah War – The Ruts)

ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..
ποιες άγκυρες πάνω στο κορμί σου δηλαδή..

«Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι άχρηστος. Μισώ ένα τραγούδι που σε κάνει να πιστεύεις ότι είσαι απλά γεννημένος χαμένος. Προορισμένος να χάνεις.Άχρηστος για όλους.Για οτιδήποτε. Επειδή είσαι πολύ μεγάλος, ή πολύ μικρός, ή πολύ χοντρός ή πολύ αδύνατος. Πολύ άσχημος, πολύ τό’ να και τ’άλλο. Τραγούδια που σε καρφώνουν στο πάτωμα ή σε κοροϊδεύουν για την κακιά σου τύχη ή τη δύσκολη ζωή σου. Είμαι στο δρόμο για να πολεμήσω αυτά τα τραγούδια μέχρι την τελευταία μου ανάσα και την τελευταία στάλα του αίματός μου.Είμαι στο δρόμο για να τραγουδήσω τραγούδια που θα σου αποδείξουν ότι αυτός είναι ο κόσμος σου κι αυτό ακόμα κι αν σε χτύπησε πολύ σκληρά .. Θα μπορούσα να ξεπουληθώ στην άλλη πλευρά. Στα χοντρά φράγκα και να παίρνω αρκετά δολλάρια κάθε βδομάδα απλά για να σταματήσω να τραγουδάω αυτό που τραγουδάω και να τραγουδάω το είδος που σε βάζει κάτω ακόμα χειρότερα κι αυτά που σε κοροϊδεύουν ακόμα κι αυτά που σε κάνουν να νιώθεις ότι δεν έχεις στάλα μυαλό. »   

Γίγαντας ο Woody Guthrie. Σημείο αναφοράς για οποιονδήποτε Αμερικάνο μουσικό που θέλει να έχει «κοινωνική» άποψη. Στα λόγια τουλάχιστον. Γιατί εγώ όσο και να στύψω το μυαλό μου σ’ένα Phil Ochs,άντε τους Fugs, ένα Charlie Haden, έναν Art Blakey σταματάει. Κι οι δυο τελευταίοι είναι τζαζίστες (πάντως ο Charlie Haden με τους Liberation Music Orchestra διασκεύασε σε φρη τζαζ, κομμάτια του ισπανικού εμφυλίου, όπως το Quinto Regimiento, το τραγούδι του Μετώπου του Hans Eisler κλπ.) , οπότε σε γενικές γραμμές μην περιμένεις προσιτές φόρμες, ή έστω στίχους.  Και μην ακούσω τώρα για τίποτα Dylan και Baez.. Σαν να συγκρίνεις το Λένιν με το Μπερτιννότι. Ή εκείνο τον απίθανο του ΓΚΚ πριν λίγα χρόνια τον Ρομπέρ Υ. (.. επίσης ίδια φάση με το Guthrie ήταν στα 60ς ο Hamilton Camp, αν κι εκεινού η καρριέρα σταμάτησε νωρίς.).
Βασικά ο Guthrie ήταν σπουδαίος για τρεις λόγους. Ο ένας γιατί είχε καταλάβει την ταξική διάρθρωση της αμερικάνικης κοινωνίας. Οι εργάτες δουλεύουν και τ’αφεντικά κονομάνε. Ο δεύτερος γιατί είχε την παλικαριά να πάει με τους εργάτες. Κι ο τρίτος γιατί είχε καταλάβει επίσης ότι μπορεί μεν να «τραγουδάς» για τους εργάτες αλλά στ’ αλήθεια να τους παραμυθιάζεις όπως θέλουν οι αστοί. Να παρουσιάζεις τη ζωή τους χωρίς προοπτική , να τους διηγείσαι τη μιζέρια ως «αναγκαία» και   αναπόδραστη. Να τους γελάς με τραγούδια «ερωτιάρικα», να τους παραμυθιάζεις πως η φτώχεια έχει κάτι «αξιοπρεπές» και γοητευτικό πάνω της. Να τους δίνεις δίκηο για τα «αχ» και τα «βαχ» αλλά κουβέντα, για το ποιος ευθύνεται που η ζωή τους είναι τέτοια κι αν κάποιοι κάπως, κάποτε πάλεψαν ή παλεύουν να την αλλάξουν.Κι αν μπορεί ο εργάτης να την αλλάξει αυτή τη ζωή.
Γιατί βλέπετε είναι άλλο θέμα να είσαι λαϊκός τραγουδιστής κι άλλο να είσαι με το πλευρό του λαού. Εξάλλου το «λαϊκό» τί άλλο από μια φόρμα είναι κατ’αρχήν. Απαγορεύεται δηλαδή κάποιος να μιλήσει στους εργάτες με φαζαριστές κιθάρες, ή με μπίτια; Κανένας νόμος τουλάχιστον δεν το απαγορεύει. (Βέβαια το πώς τα έχουμε τακτοποιήσει στο Ελλάντα είναι ένα τεράστιο θέμα, στον πάτο του οποίου φαίνεται ότι κάποιος «απαγορεύει» τη λαϊκότητα του 21ου αιώνα να έχει κάποια άλλη μορφή: ο Καζαντζιδισμός ζει και βασιλεύει). Θα μου πείτε , δικαίως, ότι όποιος θέλει να είναι λαϊκός πρέπει να παίρνει υπ’όψη και τη φόρμα.Αν ο Θεοδωράκης δεν έγραφε κομμάτια σε μπουζούκι δεν θα έπαιζε το ρόλο που έπαιξε. Καμιά αντίρρηση μεν, αλλά φόρμα και περιεχόμενο δεν ταυτίζονται: στο ένα προοδευτικό δημιόυργημα με μπουζούκι του Θεοδωράκη αντιστοιχούν δεκάδες τσιφτετελοσκουπίδια.
Η κρίσιμη έννοια στο πως τοποθετείται κανείς δημιουργός απέναντι στο λαό (στους «από κάτω» της ταξικής διάρθρωσης ) είναι μια. Να του λες την αλήθεια.
Πάρ’τε ένα παράδειγμα απ’τον ελληνικό κινηματογράφο. Οι λαϊκές γειτονιές ζωγραφίζονται σχεδόν ειδυλλιακές στις ταινίες του Φίνου. (βοηθάει και το ασπρόμαυρο φιλμ εδώ που τα λέμε, και οι παράγκες φαίνονται κουκλόσπιτα). Όσοι απο μας – και είμαστε η πλειοψηφία πλέον στον ελληνικό πληθυσμό – δεν ζήσαμε τις γειτονιές του ’60 βλέποντας τις ταινίες του ’60 διαμορφώνουμε μια τέτοια άποψη. Φτώχεια αλλά αξιοπρέπεια. Η «Συνοικία τ’ Όνειρο» ωστόσο λέει τα σύκα σύκα ( σ’ ότι αφορά τη δεκαετία του ’60 μιλάω) … Για τα κορίτσια του λαού που εκπορνεύονται. Για τις  βρωμογειτονιές και τις παραγκουπόλεις. Για το πως ο ένας φτωχοδιάβολος κοιτάει να ρίξει τον άλλο. Για το πως ο πιο αδύναμος, μέσα στους αδύναμους, ποδοπατιέται, οδηγείται στην απελπισία και τελικά στην αυτοκτονία. Για την αθλιότητα της καθημερινής ζωής σ’αυτές τις αλάνες.
Οι ταινίες του Φίνου έλεγαν ψέμματα. Η «Συνοικία Τ’όνειρο» την αλήθεια. Η τελευταία σε συγκλόνιζε, και σε συγκλονίζει. Οργίζεσαι και ψάχνεσαι. Ο «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» – που μάλιστα για να πάρεις μέρος σε ταινία έπρεπε να έχεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων – σε αποκοιμίζει. Κι ακόμα χειρότερα: σήμερα, 40 χρόνια μετά αυτά τα σκουπίδια πλήρως αυτονομημένα ως προϊόντα από την εποχή τους, εξακολουθούν να διαμορφώνουν «αισθητικό» κριτήριο: ο λεβεντομαλάκας με την «καλή καρδιά» είναι «λαϊκό» πρότυπο. Βέβαια ο λ/μ δεν ξέρει τι παναπεί απεργία, συνδικάτο, δεν έχει ακουστά για πολιτικούς κρατούμενους, δολοφονίες. Γιατί , ναι, εκτός απ’τα ναζάκια της Αλίκης ΑΥΤΗ ήταν η δεκαετία του ’60.
Ελπίζω να μην μου πείτε τί σχέση έχει ο Woody Guthrie με το ελληνικό σινεμά. Η σχέση είναι μια: το κριτήριο που ορίζουμε ένα έργο τέχνης ως προοδευτικό. Και το πως επιδρά στη συνείδηση ο καθορισμός ενός έργου ως προοδευτικού ή όχι. Ας αφήσουμε την έννοια «λαϊκό» σε δεύτερη μοίρα.
Εδώ νομίζω ότι σηκώνει πολύ συζήτηση. Μέχρι αίματος δηλαδή. Πάρ’τε για παράδειγμα τα λόγια του Guthrie. Είμαι εδώ για να πολεμήσω τα τραγούδια που σε κάνουν να νιώθεις χαμένος. Αλήθεια τί τραγούδια έλεγε ο Καζαντζίδης ας πούμε; 
Λαϊκά.Λαϊκότατα. Με σεβασμό στην παράδοση, με δουλειά από πίσω, ωραίους μουσικούς – καμμιά αντίρρηση. (εγώ δεν ακούω τέτοια, αλλά τέλος πάντων επ’αυτού δεν έχω να προσάψω τίποτα). Οι στίχοι του τί έλεγαν; ο φουκαράς ο μετανάστης στη Γερμανία όλο κλαίγεται, και δώσ’του στο σταθμό του Μονάχου, κι η μανούλα, κι η φτώχεια κι εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί. (ξέρω..από άλλο τραγούδι είναι αυτό).
Έλα όμως που οι μετανάστες στη Γερμανία μπαίναν σε σωματεία. Δίναν μάχες για την παραμονή τους εκεί, για να χτίσουν κοινότητες, σχολεία, για να κατοχυρώσουν συντάξεις.. Στα χρόνια της χούντας πάλεψαν για τη δημοκρατία και τους πολιτικούς κρατούμενους – κι εδώ στην Ελλάδα οι λαϊκοί καλλιτέχνες, κάθε είδους και μορφής, εξακολουθούσαν σε δίσκους και ταινίες να αποκοιμίζουν το λαό με κλαψουρίσματα και βαρυγκώμιες. Το πραγματικό τραγούδι του μετανάστη το είπε μετά τη χούντα ο Λάκης Χαλκιάς. Θυμηθείτε τους στίχους της «Φάμπρικας».
Ωραία. Ας πούμε ότι λύσαμε: άλλο λαϊκός κι άλλο προοδευτικός. Κι ας πούμε ότι λύσαμε και το ζήτημα της φόρμας: προοδευτικός μπορεί να είναι κι ένας που παίζει κλαρίνα, κι ένας που παίζει σκα πανκ. Εξίσου λαϊκός – από την άποψη θεματολογίας και αποδοχής -μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε.
Το πρόβλημα υπάρχει όταν μπερδεύονται οι έννοιες. Όταν το προοδευτικό ταυτίζεται με το λαϊκό. Ή με το έντεχνο. Και ξαφνικά ο οποιοσδήποτε χλιμίτζουρας κλαψουρίζει ακαταλαβίστικους στίχους που έχουν περισσότερες άγνωστες λέξεις απ’τα σουξέ της Βανδή αυτομάτως περνάει για «προοδευτικός».      
Μου βγαίνει μεγάλο, και δεν προλαβαίνω. Πάρ’τε ένα βιντεάκι του σ. (ήταν μέλος του ΚΚΗΠΑ) Woody Guthrie και θα επανέλθουμε..

– Όπως σου τα λέω είναι R5. Δεν πρόκειται γι’απλό

θα'ρθουν και καλύτερες, ν�ος μη σκας

Άσε και δε με ψήνουν ματιές...

συμπέρασμα αλλά για νόμο.

– ..και καλά. Ξέρεις τι νομίζω; Επειδή είσαι μπάρμαν κι έτσι πετάτε τέτοια αλανιάρικα για να ψαρώσετε τον κόσμο και να παραγγέλνει αβέρτα. Του κολλάς την ατάκα στη μάπα, ο άλλος ψάχνεται κι εν τω μεταξύ παίρνει άλλο ένα ποτάκι, ντεμέκ ότι στοχάζεται.Το κατεβάζει και σου λέει ένα «πολύ φιλοσοφημένος αδερφέ» – έκανες και το κομμάτι σου στα πέριξ. Ο μόνος νόμος εν προκειμένω είναι πως ο μπάρμαν θα πάρει ό,τι θηλυκό ξωμείνει – πατημένη –  στο κλείσιμο. Αλλά μ’εμένα έχασες: θα πάρω άλλη μια 3αρα με πάγο αλλά θα σε γράψω στ’αρχίδια μου, καθότι ούτε νόμος είν’αυτό που λες για τα μηνύματα ούτε τίποτα.

– Κατ’αρχήν το ποτό κερασμένο για να μη λες. Κι ασ’τα γελάκια, γιατί όπως ξέρεις δεν κερνάμε εδώ. Κι έπειτα πολύ ζορίκλας είσαι: επαλήθευσέ το, φίλε μου.

– ΟΚ. Στέλνω μήνυμα ευθύς..

Και έστειλα. Η κουβέντα έχει να κάνει με το εξής: ο φίλος ο Σωτήρης είναι μπαρμαν (..σας έχω ξαναπεί ιστορία μπαρμανατζίδικη κι άλλες φορές, και μπορεί να σχηματίσατε καμμιά κακή εντύπωση για το άτομό μου, αλλά σας διαβεβαιώ ότι τα πράγματα δεν έχουν όπως ακριβώς τα φαντάζεστε. Τυχαίνει απλά..). Και που λέτε, είμαστε αραγμένοι μια Τρίτη στο μαγαζί. Στο ίδιο μαγαζί είχαμε πάει και την Παρασκευή με παρέα.Άλλη παρέα. Επειδή τα μπαρ είναι ο ναός της ανδρικής ματαιοδοξίας -λέω εγώ τώρα -αρχίσαμε τα ηρωικά, οπότε κάνει ο φίλος ο Σωτήρης , ναι ρε παιδιά αλλά Πέμπτη Παρασκευή και Σάββατο δεν πιάνεται. Και γιατί δεν πιάνεται; Γιατί σου λέει, αυτές τις μέρες η άλλη είναι ψημμένη να βγει.Ένα τηλ. περιμένει και πάει παντού. Τα πράγματα είναι σοβαρά αν καταφέρεις να την ξεκουνήσεις Δευτέρα Τρίτη ή και Τετάρτη. Είναι νόμος..κλπ. διαβάσατε ήδη.

Έστειλα μήνυμα λοιπόν…Μετά – επειδή τα μπαρ είναι επίσης ναός και της ανδρικής βλακείας – αρχίσαμε τις κουβέντες για το γίγαντα Κοντρέρας, που όπως δήλωσε και στα Σπορ του Βορρά έχει για ίνδαλμά του τον Τσε Γκεβάρα. ( μεγάλε ΠΑΟΚ! ). Ο Σωτ. είναι αρειανός, δεξιός κι επίσης ακούει ραπ. Οπότε εδώ που τα λέμε άκρη δεν μπορούμε να βρούμε γι’αυτό κι οι κουβέντες μας είναι πολύ χαλαρές μια και δεν υπάρχει κανά σοβαρό νόημα.Ό,τι πρέπει δηλαδή.

Στα ηχεία τώρα ο Κ. είναι άλλη ιστορία: γκαράζ, new wave, τίποτα Durutti Column καμιά Anne Clarke, Human Beinz, Smiths, ωραία πράγματα ακόμα και Vanilla Fudge αν θέλετε να ξέρετε, μ’αυτόνε τα γούστα μας ταιριάζουν 100%. Αφού έχει ακόμα και κασκώλ West Ham στο  μαγαζί! Οπότε δεν έχουμε τί να πούμε. «Θα πας Fleshtones?»»Ναι.»»Σούπερ».»Εννοείται..»

– Τί έγινε; Τζίφος;

– «Τζίφος»..και γαμώ τις λέξεις

– Αυτό δεν είναι απάντηση φίλος..

Κοιτάω το ρολόϊ που μετακινήθηκε τρια τέταρτα μπροστά (προφανώς μπροστά..).Ρε λες;

– Εντάξει, μπορεί νά’χει δουλειά τώρα..

– Σε συμφέρει αν έχει δουλειά. Θα δει το μην. όπου νά’ναι και θα σ’απαντήσει. Αλλιώς..

Τι αλλιώς μωρέ…ωχού σαν πολύ ντέρμπυ να τό’χουμε κάνει το θέμα δηλαδή. Τι διάολο όπως γουστάρει κάνει ο καθένας: γιατί το αν θα έρθει η δεν θα έρθει να σημαίνει τίποτα παραπάνω απ’το δεν βαριέμαι/βαριέμαι να βγω; Πρέπει να ψάχνουμε ν’αποκρυπτογραφούμε σιωπές και τέτοια; Σαν τους παλαβούς που «ερμηνεύουν» ακατάληπτα κείμενα του Αριστοτέλη για να μας αποδείξουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες είναι εξωγήινοι; Απλά και φυσιολογικά κυλάν τα πράγματα εν τέλει, όσα φέρνει η στιγμή δεν φέρνει ο χρόνος, οι ποσοτικές αλλαγές συσσωρεύονται σε ποιοτικές κλπ. και τζάμπα δίνουμε σημασία σ’ορισμένα πράγματα που δεν έχουν την παραμικρή. Μπορεί να έρχεται συνέχεια έξω και στο τέλος να σου πει «ξέρεις με τον τάδε είμαι ερωτευμένη». Ή να σ’έχει γραμμένο ολότελα και να σου πει ύστερα από κανα δυο χρόνια με μήνυμα «μ’αφησες να σου φύγω μέσ’απ’τα χέρια σου». ( Κι άντε μετά να κόψεις το κάπνισμα δηλαδή, δεν είναι αστεία πράγματα αυτά…)

– Δεν θα σε ξαναρωτήσω..Σφηνάκι να βάλω;

Είμαστε για να μη βάλεις…Αλήθεια τί δουλειά έχω εδώ πέρα; Να στέλνω μηνύματα για να αποδείξω τι; Και σε ποιόν; Όχι στο φίλο που απλά έκανε την πλάκα του. Σ’εμένα; Ότι δηλαδή τί; Ότι είτε έρθει είτε δεν έρθει δεν έχει την παραμικρή σημασία;Ή μήπως το ανάποδο; Ότι καίγομαι για νά’ρθει.. Κι ότι εδώ που τα λέμε θα ήταν προτιμότερο να ισχύει ο νόμος του Σ. παρά να αδιαφορεί εντελώς. Βρε γαμώ την καταδίκη μου πάλι.. 

Ξανακοιτάω το ρολόι. Τη φάγαμε τη χυλόπιτά μας. Καλά, μπορεί άυριο να βρεθούμε και να μου πεί τίποτα ήμουν πτώμα ξερωγώ κλπ. Ε και; Σού’ πα νά’ρθεις και δεν ήρθες. Σε καμιά σπηλιά ζούσες ως τώρα; Τό’χες στο πίσω μέρος του μυαλού σου ότι μπορεί και να με κάνεις σκουπίδι με το να μην έρθεις και τό’παιξες σαν ενδεχόμενο κανονικά. Μπορεί κάποτε να μου πεις κι εσύ πως σ’έχασα μέσ’απ’τα χέρια μου. Μπορεί να πεις σε καμιά φίλη ότι αυτός ο R5 σού’χει ζαλίσει τον έρωτα. «Τζίφος» όντως..

Ναι. Αλλά μιαν άκρη τη βγάλαμε. Θέλουμε να έρθει. Κι όσο περνάει η ώρα, αρχίζουμε να βλέπουμε φαντάσματα. Ότι είναι με το γκόμενο. Ότι κοιτάν το μήνυμα και γελάν. Ότι γίναμε βούκινο σε καμιά 15αρια άτομα ήδη.Κάτι τέτοια κομπλεξικά.

Θέλω νά’ρθει όμως ρε συ. Κι ας μην γίνουν πράγματα που γίνονται στα τραγούδια του Prince ή του Barry White. Ας μην πούμε και τίποτα συγκεκριμένο. Ας μην πούμε για μας. Ας έρθει. Σκέτα. Να κάνουμε ένα τσιγάρο χωρίς να αρθρώσουμε λέξη.

Αν είναι βέβαια να μην πει τίποτα γιατί να έρθει; Χαζή είναι;

Ε, άρα γι’αυτό δεν έρχεται. Όχι ρε συ…Κάπως έτσι θα νιωθε κι ο βασιλιάς της Γαλλίας όταν έβλεπε γύρω του τους μαχητές του να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλο στη μάχη του Agincourt. Ο Σαλαδινος όταν οι Σταυροφόροι πατούσαν την Ιερουσαλήμ. Ο Πρέλεβιτς όταν πούλησε ο Φασουλας τη μπάλα στον τελικό με τη Ρεάλ.

Πλήρωσα, χαζογέλασα στα παιδιά και βγήκα. Άρχισε και το ψιλόβροχο – δηλαδή όλα τά’χαμε, τα κλισέ μας μάραναν. Δεν έχει πια σημασία. Μπορεί και να έχασα όντως ή μπορεί στο τέλος να είμαι και τυχερός. Το θέμα είναι πως συμπεράναμε ότι στα σοβαρά ζητήματα μπαίνουμε με ψυχολογία πιτσιρικά. Απ’αυτές (τις ψυχολογίες λέω|) που δεν σ’αφήνουν να διακρίνεις το σοβαρό απ’το μη.  Κι όταν στη μάχη πας για να πεθάνεις, ξέρετε τί γίνεται..

Κατεβαίνω την Αριστοτέλους, διασταυρώνομαι μ’ένα ζευγάρι. Τους κοιτάω: ο τυπάς, ψιλογεμάτος, με γλυμμένο τζελ το μαλλί, φοράει το «καλό» τζιν, ένα χαζοπέτσινο των 50 €, αθλητικά χρυσά..Η μικρή ένα τζιν μπουφάν, φόρεμα από κάτω και κάτι πέδιλα. Δεν είναι από το κέντρο, θα κατέβηκαν για κανά σινεμά ή κανά καφέ στα χαζομπαρ της παραλίας. Αισθητικά και πολιτισμικά , συμπυκνώνουν όλη τη μικροαστίλα, το «πολύ θα ήθελα να..» του γουέστ σάιντ. Αλλά κολλάω: κρατάν σφιχτά το χέρι, κι ακτινοβολούν ευτυχία..

Πλάκες κάνεις θα μας πάρουν και τα ζουμιά τώρα; Με κοιτάν τα παιδιά μ’απορία, τους προσπερνάω γρήγορα. Άσε καλύτερα, είμαι ικανός να τους πιάσω κουβέντα «πώς τα καταφέρνετε» και τέτοια, να ξεφτιλιστούμε εντελώς δηλαδή..

Έρημη γη. Σαν τον τυπά το βιομήχανο στο «Θεώρημα» του Παζολίνι.Περπατάω περπατάω περπατάω…Αύριο θα είναι μια άλλη μέρα σύμφωνοι.Σήμερα τί γίνεται;