Σεπτεμβρίου 2008


ο αδίσταχτος κομμουνιστοσυμμορίτης Trumbo λίγο πριν φάει μωρά κατ'εντολή του Στάλιν..

Νομίζω ότι ο Dalton Trumbo πρέπει να είναι από τους γνωστότερους Αμερικάνους συγγραφείς που μπήκαν στη μαύρη λίστα του χόλιγουντ κατηγορούμενοι για Αντιαμερικάνικες ενέργειες. Στην Ελλάδα τουλάχιστον σίγουρα. Το «Ο Τζόνι Πήρε Τ’Όπλο Του» είναι από τα βιβλία που βρίσκει κανείς στις  περισσότερες βιβλιοθήκες. Αντίστοιχα και η ταινία – αν και πιστεύω πως την ταινία οι περισσότεροι την γνωρίζουν από το βίντεο των Metallica για το «One» το οποίο εν πολλοίς είναι βασισμένο σε σκηνές από το φιλμ.

Ο Τrumbo οργανώθηκε στο ΚΚΗΠΑ το 1943, αν και από πολύ καιρό νωρίτερα είχε συνδέσει τη δουλειά του με το Κόμμα. Είχε αναμειχθεί στο «International Publishers» το εκδοτικό του ΚΚΗΠΑ και, μολονότι εδώ που είμαι δεν το έχω διαθέσιμο, έχω την αίσθηση πως κάποια κείμενά του από εκείνη την περίοδο έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή σε μια συλλογή με τ’όνομα «Αμερικάνικη Προλεταριακή Λογοτεχνία». (..δυνατός ο τίτλος, δυνατά και τα κείμενα. Αν σας μπρίζωσα και λίγο, ψάχ’τε επίσης τον Αμερικάνο συγγραφέα Τζον Φάντε ήταν κι αυτός εκεί γύρω εκείνα τα χρόνια. Όλ’αυτά στον αντίποδα του Bukowski: ο «Χανκ» βιώνει στο πετσί του τον καπιταλισμό, τον απορρίπτει αλλά με διάθεση αυτοκαταστροφική και αδιέξοδη. Ο Φάντε, ο Μαλτς, ο Λόντον, ο Ντος Πάσος εκείνης της περιόδου δένουν το καλλιτεχνικό τους όραμα και την προσωπική οπτική με την πάλη του αμερικάνικου προλεταριάτου για κάτι καλύτερο, το σοσιαλισμό. ). «Το Αμερικάνικο Προλεταριάτο παλεύει για το Σοσιαλισμό» να μια φράση που αμφιβάλλω αν την έχουμε δει καμιά φορά γραμμένη..

Εν πάσει περιπτώσει, το θέμα μου δεν είναι καθεαυτή η μαύρη λίστα. «Ξήνομαι» λίγο να πω ότι από αυτή τη λίστα πέρασε και βγήκε παλικάρι ο Jules Dassin. Παλικάρι ΔΕΝ βγήκε ο «πατριώτης» μας Elias Kazan. Επίσης ο κρετίνος Ronald Reagan και κάμποσοι άλλοι περισσότερο τίμιοι αλλά λιγότερο παλικάρια. Ο Trumbo βέβαια, λίστα ή όχι ήταν από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς της γενιάς του, και το γεγονός ότι δεν μπορούσε να γράφει ήταν απ’αυτές τις περιπτώσεις που λένε ότι το άδικο ούτε ο θεός ούτε ο διάολος το θέλει. Θεό στις ΗΠΑ έχουνε τα φράγκα ως γνωστόν, ο δε Διάολος διδάσκει πως όλα για τα φράγκα γίνονται. Οπότε ο δικός μας συνέχισε να γράφει με ονόματα βιτρίνες, άλλα έργα ήταν πετυχημένα άλλα όχι, κάποια στιγμή γράφει το σενάριο για το «Σπάρτακο», ταινία που παίρνει και Όσκαρ. Ο πρωταγωνιστής της Kirk Douglas «βρωμάει» πως το σενάριο το έγραψε ο Trumbo, και εν τω μεταξύ μπαίνουν τα ’60ς χιλιάδες και χιλιάδες αρχίζουν να βγαίνουν στους δρόμους, το Χόλιγουντ αναγκάζεται σε αναδίπλωση και η «μαύρη λίστα» κάποια στιγμή μπαίνει στην άκρη. Ο Trumbo κάνει στα ’71 ταινία το «Ο Τζόνι Πήρε Τ’όπλο του» και στα ’73 κάνει σενάριο για ταινία τον «Πεταλούδα».

Ο Steve McQueen εν τω μεταξύ ήταν από αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Εν ολίγοις καμμιά σχέση με πολιτική και κομμουνισμούς.Μέσ’το μυαλό του δεν ήμουνα βέβαια, πάντως ποτέ δεν τον είδε κανείς να διαδηλώνει, ή να εκφράζεται κριτικά για την πολιτική των ΗΠΑ. Και, μιλάμε για τη δεκαετία του ’60, όταν και το παλικάρι είχε την πιο γόνιμη καλλιτεχνική του περίοδο κι αμέτρητες επιτυχίες στο ενεργητικό του. Επίσης τη δεκαετία που το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής ήταν στους δρόμους. Αν ο Trumbo πέρασε στην ιστορία επειδή έδειξε, στο πετσί του και με το έργο του, πως ο ιμπεριαλισμός την έννοια «δημοκρατία» την έχει για στάχτη στα μάτια και δε διστάζει να τα περάσει όλα από φωτιά και σίδερο για νά’χει το κεφάλι του ήσυχο, ο Steve πέρασε στην ιστορία για την απίστευτα cool περσόνα που έβγαζε στις ταινίες του: πονηρό χαμόγελο, «αθώο» βλέμμα, απλό ντύσιμο αδιαφορία και κυνισμός. Σ’όποιον αρέσουμε με δυο λόγια. Α, και μεγάλος ηθοποιός ε;

Ο «Πεταλούδας» τώρα, είναι η ταινία στην οποία οι  2 τους συναντήθηκαν, το 1973.  Με δυο λόγια: ο «Πεταλούδας» είναι ένας Γάλλος εγκληματίας που καταδικάστηκε για κάμποσα χρόνια φυλακή. Μολονότι η δουλειά του είναι οι ληστείες, η καταδίκη του είναι στημένη για το φόνο ενός νταβατζή. Η ποινή του δε, πρόκειται να εκτιθεί όχι σε «κανονικές φυλακές» αλλά στη Γαλλική Γουϊάνα, ήτοι στη Λατινική Αμερική, κοντά στη Βενεζουέλα. Πάνω στο πλοίο των κατάδικων γνωρίζει τον Ντεγκά, ένα διαβόητο παραχαράκτη που έχει κάνει δισ. πλαστογραφόντας ομόλογα του Γαλλικού δημοσίου τον καιρό του παγκόσμιου κραχ. Επειδή ο Πεταλούδας δεν είναι κανάς λάκης εκεί, να φάει στη μάπα το κάτεργο, τού’χει καρφωθεί η απόδραση. Επειδή επίσης χρειάζεται λεφτά την πέφτει, με την καλή έννοια στο Ντεγκά, ότι θα τον «προστατεύει» από τους διάφορους ζόρικους συγκρατούμενους άμα του «πληρώσει» την απόδραση. Ο Ντεγκά (ο Ντάστιν Χόφφμαν) συμφωνεί και η ιστορία αρχίζει.

Ύστερα από κάποιες αποτυχημένες απόπειρες να «εξαγοράσουν» την έκτιση της ποινής τους στα πιο «ήπια» κρατητήρια οι δυο τους στέλνονται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Εκεί, ο Πεταλούδας οργανώνει την πρώτη απόπειρα απόδρασης, η οποία «δίνεται» από τον τύπο που πλήρωσαν για να τους βρει βάρκα. Ο δικός μας στέλνεται για δυο χρόνια σε αυστηρή απομόνωση. Είναι συγκλονιστικές οι σκηνές: ο Πεταλούδας αρχίζει σιγα σιγά να τρελλαίνεται, αρχίζει να χάνει τα δόντια του από τον υποσιτισμό, ξασπρίζει από τη συσκότιση του κελιού του.Δεν παραδίνεται ωστόσο: κάθε μέρα περπατάει τα 3 μέτρα που είναι το κελί του, μπρός πίσω και βαράει κάμψεις για να μην ατροφήσουν οι μυες. Εν τω μεταξύ, ο Ντεγκά βρίσκει τρόπο να του στέλνει ένα κομμάτι καρύδας με το συσσίτιο κάθε μέρα: αλληλεγγύη. Όταν η διετία τελειώνει, βγαίνει απ’το κελί κι ύστερα από πέντε βήματα σωριάζεται κάτω. Τον στέλνουν πίσω στο νοσοκομείο της φυλακής σηκωτό. (θυμήθηκα εδώ κάτι που είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του Φλωράκη: από τη στιγμή που τον συνέλαβαν μέχρι να ανακοινώσουν τη σύλληψή του στον τύπο, οι βασανιστές του , τώρα Πλαστήρας ήταν, Παπάγος, Καραμανλής θα σας γελάσω, τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση για κανά εξάμηνο. Στο κελί λέει, χώραγε μόνο κουλουριαστός οπότε όταν τον έβγαλαν οι μυες των ποδιών είχαν γίνει ζελές και μόνο κουβαλητός κινιόταν..).

οι ποντικοί παχαίνουν όταν τα παλικάρια σκοτώνονται

οι ποντικοί παχαίνουν όταν τα παλικάρια σκοτώνονται

Απ’το νοσοκομείο οι φίλοι βρίσκουν ένα χολυγουντιανό τρόπο να βγουν – αφού κινητοποιούν ένα συγκρατούμενο αδερφή εκεί να χαϊδευτεί με τον  συγκρατούμενο -χαφιέ. Χάνονται κάπως στη ζούγκλα, τους βοηθάει ένας περίεργος τυπάς που κυνηγά εκεί κάτι σπάνια πουλιά και παρεμπιπτόντως σκοτώνει τους κεφαλοκυνηγούς πού’χανε ξαμολυθεί από πίσω τους, και τελικά ο Πεταλούδας καταλήγει σ΄’ένα καταυλισμό ινδιάνων. Στην πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία που θά’γραφε κι ο Ενγκελς. Όσο διάστημα μένει εκεί παρουσιάζεται να ζει την απόλυτη ευτυχία. Συμμετέχει στις δουλειές του κοινού νοικοκυριού, τα βρίσκει με μια μισόγυμνη Ινδιάνα, ζει τον απόλυτο παράδεισο -σε αντίθεση με την κόλαση της απομόνωσης. Οι ινδιάνοι δεν συνεννοούνται με λέξεις μαζί του κι η αλληλεγγύη που του δείχνουν είναι καθαρά ενστιχτώδικη. Κάποια στιγμή εξαφανίζονται μυστηριωδώς από τον καταυλισμό αφήνοντας για το δικό μας ένα πουγκί μαργαριτάρια: το εισιτήριό του για τον «πολιτισμένο» κόσμο.

Φτάνει σε πολιτισμένα μέρη ο Πεταλούδας, προσπαθώντας εκεί να περάσει τα σύνορα δίνει ένα μαργαριτάρι σε μια μοναχή η οποία τον παίρνει μαζί της στην άμαξά της και τον πάει ίσαμε την Ηγουμένη του Μοναστηριού της.. Εκεί ο δικός μας πάει να την ψήσει με τα μαργαριτάρια ζητώντας άσυλο και χρόνο για να βγάλει ταξιδιωτικά έγγραφα και τέτοια και να την κοπανήσει. Η ηγουμένη τον δίνει βορά στα καρακόλια και ο δικός μας καταλήγει εκ νέου στις φυλακές αυστηρής απομόνωσης, αυτή τη φορά για 5 χρόνια. Από την απομόνωση βγαίνει μισότρελλος. Δεν μπορεί να αρθρώσει καλά λέξεις, κουτσαίνει και δεν έχει πια δόντια, παρά μόνο τσιγκινα.

Το υπόλοιπο της ποινής του είναι να το εκτίσει ως «απελεύθερος» σα να λέμε, σ’ένα νησάκι από το σύμπλεγμα της Γουιάνας εκεί – σαν εξορία του τύπου, με δικό του σπιτάκι. Ξαναβρίσκει τον κολλητό του Ντεγκά, ο οποίος έχει βολευτεί κάπως με την έκτιση του υπολοίπου της ποινής. Σε μια βόλτα διαπιστώνει πως είναι δυνατό πέφτοντας από το βράχο ενός γκρεμού στη θάλασσα, κι αφού πρώτα ρίξεις  σακιά γεμάτα καρύδες, να κολυμπήσεις μ’αυτά τα αυτοσχέδια σωσσίβια μέχρι της απέναντι ακτές της Βενεζουέλας. Το προτείνει στο Ντεγκά, ο οποίος τον βοηθάει μεν, αλλά στο τέλος κωλώνει. Ύστερα από μια δοκιμή, κι αφού διαπιστώνει ότι το έβδομο κύμα είναι αυτό που θα σε σπρώξει στο πέλαγος κι όχι πάνω στα βράχια, το αποτολμάει. Κάνει το άλμα, ύστερα γαντζώνεται πάνω στη σχεδιά κι η ταινία τελειώνει με τις μισότρελλες φαφούτικες κραυγές του «Δεν μπορείτε να με κρατήστε μπάσταρδοι»..

Η ταινία είναι φιλοσοφική νομίζω κι όχι δράσης. Είναι ο λυσσώδης αγώνας για ελευθερία. Που παρακινεί, προδίδεται, επιμένει, αποτυγχάνει, επιμένει και νικάει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πεταλούδας αποδρά κόντρα τόσο στην καταστολή της Διεύθυνσης των φυλακών, κόντρα στις προδοσίες των διάφορων που του δίνουν το χέρι με ανταλλάγματα, κόντρα στη «φιλάνθρωπη» διάθεση της εκκλησίας, με μόνο όπλο την αλληλεγγύη.Κάποιων από τους συγκρατούμενους, των ιθαγενών, ενός ανθρώπου που επέλεξε να είναι τίμιος. Ο Πεταλούδας απέδρασε ενάντια τελικά και στη συμβιβαστική λογική του ηττημένου πια Ντεγκά, που προτίμησε το – φυλακισμένο -παρτέρι που είχε στήσει με ντοματιές.

Η ταινία είναι βασισμένη σ’ένα μυθιστόρημα. Στο βιβλίο ο Πεταλούδας παρουσιάζεται να ζει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στη Βενεζουέλα. Η ταινία τελειώνει, με το σαλεμένο θρίαμβό του πάνω στη σχεδία. Προφανές το γιατί: αυτό που ενδιαφέρει τον Trumbo είναι να δείξει τη δικαίωση του αγώνα, την υπερνίκηση όλων των εμποδίων. Για τον Τ. ο Πεταλούδας είναι θριαμβευτής μόνος του πάνω στα κύματα, αφού και να πνιγεί τελικά θα έχει πεθάνει στην πάλη του για ελευθερία κι όχι στο κελί.

Ναι.Προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις. Ίσως εγώ να είδα αυτό που ήθελα να δω. Ίσως οι προθέσεις του σκηνοθέτη να προδόθηκαν απ’τ’ότι η κόπια της ταινίας έπρεπε να είναι δίωρη -αν ήταν η ταινία ευρωπαϊκή μπορεί κάποιες ιδέες να αναπτύσσονταν πιο ολοκληρωμένα. Αλλά ο χαρακτήρας που έπλασε ο McQueen γίνεται δικός μας, ανήκει σ’οποιονδήποτε άνθρωπο θέλει να ελπίζει πως κάποια μέρα θα αρνηθεί να μείνει στη φυλακή του ποτίζοντας ντομάτες, υποκρινόμενος ότι όλα πάνε καλά. Και θα επιλέξει , μεταφορικό ή μη, το άλμα στο κενό.

Ο McQueen κατά τ’αλλα πρόσθεσε μια ακόμα καθηλωτική ερμηνεία – τα παραληρήματα της απομόνωσης τσακίζουν κάθε έννοια γόη που του έδιναν -και παράλληλα πρόσθεσε και κανα δυο εχθρούς στη χώρα της «ελευθερίας»: σε μια συνέντευξή του το ’75 δήλωσε ότι τον παρακολουθούσαν από τη CIA, και μάλιστα απόρησε γιατί γίνεται αυτό αφού ο ίδιος στηριζε το Nixon..Ίσως να μην μπορούσε να καταλάβει την πραγματική φυλακή που ζούσε ο Πεταλούδας. Ίσως πάλι απλά νά’θελε να κάνει τους πλάκα :»Δεν μπορείτε να με κρατήστε μπάσταρδοι..»

Το κομμάτι των Pogues αναφέρεται σε μια τέτοια φυλακή. Οι Ιρλανδοί punks της λαϊκής μουσικής που στήριζαν τον αγώνα του IRA κατά τα ζόρικα χρόνια της Thatcher – ίσως ο Shane McGowan να γραψε τους στίχους στο διάλειμμα της ταινίας..

αυτά που πετάνε γύρω τί είναι ρε σεις;

αυτά που πετάνε γύρω τί είναι ρε σεις;

Ειλικρινά σας μιλάω, σ/φοι και φίλοι άμα δεν έχετε ακούσει τον Jonathan Richman, ως περίπτωση έστω, έχετε χάσει ένα μεγάλο -ή και μικρό -μέρος της ζωής σας αγνοώντας μια πολύ βασική πλευρά αυτής (εμ…της ζωής): διότι αγαπητέ φίλε Τέλη οφείλεις να γνωρίζεις ότι ζούμε στην εποχή της τσίτας, του τρεξίματος, του ντεμέκ και του δήθεν, της μούρης και του μουροπουλήματος, επίσης του μυαλοπωλήματος και εν γένει μια γενικότερη ανοησία, χωρίς νόημα άμα το καλοσκεφτείς και με τα δυο πόδια σ’ένα παπούτσι παράλληλα -ένεκα που κατά τα άλλα,  αν υπάρχουν τα φράγκα όλα λύνονται όπως λέει κι ο πατέρας μου, μόνο που πρώτον ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια εποχή που είχε νόημα γενικώς κι άμα κατέβαινες σε καμιά διαδήλωση ο μπάτσος πίστευε ότι μπορούσες και να ρίξεις το κράτος, και σε πλάκωνε δικηολογημένα δηλαδή, και δεύτερον διότι εκτός και έχεις πατέρα δισεκατομμυριούχο, που ούτε εγώ ούτε κι ο δικός μου ο πατέρας έχουμε όπως πολύ καλά γνωρίζει εξάλλου ο φαδερ, πρέπει ν’αρχίσεις να τρέχεις για να μπεις με τα μπούνια στους ρυθμούς της τσίτας, του τρεξίματος, του ντεμέκ και του δήθεν, της μούρης και του μουροπουλήματος, επίσης του μυαλοπωλήματος και εν γένει όλης αυτής της σαχλαμάρας. Οπότε και πάλι θ’αγνοείς αυτή τη βασική πλευρά της ζωής που είναι η χαλαρότητα. Η οποία επειδή είναι σπάνια -όχι σαν στιγμή αλλά σαν κατάσταση -γι’αυτό και το λόγο είναι πολύτιμη. Θα έπρεπε τους χαλαρούς τύπους να τους προστατεύουνε με συνθήκες Ramsar ξερωγώ, οι αργυροπελεκάνοι των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα ή κάτι τέτοιο. Έστω να τους σερβίρουν τζάμπα στα μπαρ.

Για την ώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γράφεις παραληρηματικά μινι-αυτοψυχογραφήματα σε βλογς και να ποστάρεις βιντεο ελπίζοντας ότι κάποιος ή κάποια θα πιάσει το νόημα.

Κατά τα άλλα κι εγώ πήγα χτες στο μαγαζί που πήγε ο Jonathan και το άσμα με καλύπτει απόλυτα.

Τσιου

για το 34 φεστιβαλ ΚΚΕ - ΚΝΕ

για το 34 φεστιβαλ ΚΚΕ - ΚΝΕ

Ξερεις..χάρηκα που σε είδα. Και χάρηκα που σε είδα εδώ..»

Την θυμάμαι εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ξέρω πως τη λένε. Δούλεύε στα Γκούντυς στη γειτονιά μου. Παίζει να ήμουν και πολύ μικρός όταν την πρωτοείδα. Κι αυτή πιτσιρίκα θά’ταν. Μετά έπιασε δουλειά σε ένα άλλο , «σάντουιτσλαντ» και ξέρωγω.. Είκοσι χρόνια νά’ναι; Τη θυμάμαι πάντα μ’αυτά τα χαζοχαρούμενα ρούχα με τα καπελάκια που τους βάζουν να φοράνε στα φαστφουντ. Περνώ από κει καμιά φορά πηγαίνοντας στο γραφείο. Κι εγώ έχω μεγαλώσει κι εκείνη. Βλεπόμαστε, χαμογελάμε, σπάνια ψωνίζω και τίποτα από κει. «Δουλεύεις εδώ γύρω;». «Λίγο πιο κάτω..». «Σε γραφείο, κατάστημα..;» «Δικηγόρος» «Βγαίνει τίποτα η..» «Η.. συνήθως». Τέτοια. Γνωστοί άγνωστοι σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου, τίποτα σπάνιο ή σπουδαίο.

Την είδα στο Φεστιβαλ. Με είδε μάλλον, στο τραπεζάκι, πάνω στον πανικό του Σαββάτου μ’ένα ποτήρι φραπέ στο χέρι – τσιγάρο όχι, προσπάθώ να το κόψω ξέρετε. Με μια φίλη της – δεν την ήξερα αυτή, πάντως με χαιρέτισε κι εκείνη, ίσως να μη θυμάμαι καλά. Οικειότητα απροσποίητη. Χαρά μη σας πω. Μου έλεγε πόσο της άρεσε το Φεστιβάλ, όχι δεν ερχόταν πρώτη φορά, αλλά φέτος ήταν και δίπλα στο σπίτι της «Τί, ντροπή πια..». Μου είπε ότι έψαξε το περίπτερο του ΠΑΜΕ, θ’αράξει στη Λαϊκή Σκηνή και να πω στα παιδιά να τ’αφήνουν λίγο παραπάνω τα σουβλάκια. Χαμογελούσα. Κατάλαβε γιατί. Χαμογέλασε κι εκείνη και πήρε ένα «Αλφαβητάρι της Θητείας» που είχα στον πάγκο μου – ίσως νά’χει καν’ανηψι στο στρατό, ίσως να μάζευε ό,τι μπορούσε, ίσως να θελε μ’αυτό τον τρόπο να μου δείξει αλληλεγγύη. Να υπογραμμίσει το δεσμό που είχαμε. Εδώ είμαστε.

Μετά μου είπε πως χάρηκε που με είδε. Και ειδικά ΕΔΩ. Και μετά χάθηκε στ’ανθρωπομάνι.

Κι εγώ σκέφτηκα ν’ανάψω τσιγάρο, σκέφτηκα μήπως με είχε δει καμιά φορά με το Ριζοσπάστη, σκέφτηκα πόσοι και πόσες ακόμα εκεί έξω θα χαίρονταν να μ’έβλεπαν εδώ, ντράπηκα λίγο που δεν είμαι πια τόσο σκύλος με τα εισιτήρια κι όλ’αυτά, ντράπηκα δυο φορές που βαριόμουν στο τραπεζάκι μου, σκέφτηκα το σύντροφο των Αναγνώστη το Δεληγιάννη, το μαχητή του ισπανικού εμφυλίου που κάπου εκεί γύρω τέλειωσε τη ζωή του το ’44 στ’απόσπασμα,τέτοιες ανάκατες σκέψεις μπουρδουκλώθηκαν στο κεφάλι μου, αλλά δεν ήταν ανάκατες, η συνέχεια υπάρχει κι είναι ενιαία.Όχι σε ευθεία γραμμή. Αλλά ενιαία.

Μετά τίναξα τη σκόνη απ’το παντελόνι μου, γύρισα για λίγο απ’την άλλη  κι άρχισα να ταχτοποιώ τα χαρτιά μου, δήθεν μου τα πήρε ο αέρας κι έτσι..

Καλά τα πήγαμε φέτος.

Επόμενη σελίδα: »