Σεπτεμβρίου 2008


ο αδίσταχτος κομμουνιστοσυμμορίτης Trumbo λίγο πριν φάει μωρά κατ'εντολή του Στάλιν..

Νομίζω ότι ο Dalton Trumbo πρέπει να είναι από τους γνωστότερους Αμερικάνους συγγραφείς που μπήκαν στη μαύρη λίστα του χόλιγουντ κατηγορούμενοι για Αντιαμερικάνικες ενέργειες. Στην Ελλάδα τουλάχιστον σίγουρα. Το «Ο Τζόνι Πήρε Τ’Όπλο Του» είναι από τα βιβλία που βρίσκει κανείς στις  περισσότερες βιβλιοθήκες. Αντίστοιχα και η ταινία – αν και πιστεύω πως την ταινία οι περισσότεροι την γνωρίζουν από το βίντεο των Metallica για το «One» το οποίο εν πολλοίς είναι βασισμένο σε σκηνές από το φιλμ.

Ο Τrumbo οργανώθηκε στο ΚΚΗΠΑ το 1943, αν και από πολύ καιρό νωρίτερα είχε συνδέσει τη δουλειά του με το Κόμμα. Είχε αναμειχθεί στο «International Publishers» το εκδοτικό του ΚΚΗΠΑ και, μολονότι εδώ που είμαι δεν το έχω διαθέσιμο, έχω την αίσθηση πως κάποια κείμενά του από εκείνη την περίοδο έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή σε μια συλλογή με τ’όνομα «Αμερικάνικη Προλεταριακή Λογοτεχνία». (..δυνατός ο τίτλος, δυνατά και τα κείμενα. Αν σας μπρίζωσα και λίγο, ψάχ’τε επίσης τον Αμερικάνο συγγραφέα Τζον Φάντε ήταν κι αυτός εκεί γύρω εκείνα τα χρόνια. Όλ’αυτά στον αντίποδα του Bukowski: ο «Χανκ» βιώνει στο πετσί του τον καπιταλισμό, τον απορρίπτει αλλά με διάθεση αυτοκαταστροφική και αδιέξοδη. Ο Φάντε, ο Μαλτς, ο Λόντον, ο Ντος Πάσος εκείνης της περιόδου δένουν το καλλιτεχνικό τους όραμα και την προσωπική οπτική με την πάλη του αμερικάνικου προλεταριάτου για κάτι καλύτερο, το σοσιαλισμό. ). «Το Αμερικάνικο Προλεταριάτο παλεύει για το Σοσιαλισμό» να μια φράση που αμφιβάλλω αν την έχουμε δει καμιά φορά γραμμένη..

Εν πάσει περιπτώσει, το θέμα μου δεν είναι καθεαυτή η μαύρη λίστα. «Ξήνομαι» λίγο να πω ότι από αυτή τη λίστα πέρασε και βγήκε παλικάρι ο Jules Dassin. Παλικάρι ΔΕΝ βγήκε ο «πατριώτης» μας Elias Kazan. Επίσης ο κρετίνος Ronald Reagan και κάμποσοι άλλοι περισσότερο τίμιοι αλλά λιγότερο παλικάρια. Ο Trumbo βέβαια, λίστα ή όχι ήταν από τους πιο ταλαντούχους συγγραφείς της γενιάς του, και το γεγονός ότι δεν μπορούσε να γράφει ήταν απ’αυτές τις περιπτώσεις που λένε ότι το άδικο ούτε ο θεός ούτε ο διάολος το θέλει. Θεό στις ΗΠΑ έχουνε τα φράγκα ως γνωστόν, ο δε Διάολος διδάσκει πως όλα για τα φράγκα γίνονται. Οπότε ο δικός μας συνέχισε να γράφει με ονόματα βιτρίνες, άλλα έργα ήταν πετυχημένα άλλα όχι, κάποια στιγμή γράφει το σενάριο για το «Σπάρτακο», ταινία που παίρνει και Όσκαρ. Ο πρωταγωνιστής της Kirk Douglas «βρωμάει» πως το σενάριο το έγραψε ο Trumbo, και εν τω μεταξύ μπαίνουν τα ’60ς χιλιάδες και χιλιάδες αρχίζουν να βγαίνουν στους δρόμους, το Χόλιγουντ αναγκάζεται σε αναδίπλωση και η «μαύρη λίστα» κάποια στιγμή μπαίνει στην άκρη. Ο Trumbo κάνει στα ’71 ταινία το «Ο Τζόνι Πήρε Τ’όπλο του» και στα ’73 κάνει σενάριο για ταινία τον «Πεταλούδα».

Ο Steve McQueen εν τω μεταξύ ήταν από αλλουνού παπά ευαγγέλιο. Εν ολίγοις καμμιά σχέση με πολιτική και κομμουνισμούς.Μέσ’το μυαλό του δεν ήμουνα βέβαια, πάντως ποτέ δεν τον είδε κανείς να διαδηλώνει, ή να εκφράζεται κριτικά για την πολιτική των ΗΠΑ. Και, μιλάμε για τη δεκαετία του ’60, όταν και το παλικάρι είχε την πιο γόνιμη καλλιτεχνική του περίοδο κι αμέτρητες επιτυχίες στο ενεργητικό του. Επίσης τη δεκαετία που το μεγαλύτερο μέρος της Αμερικής ήταν στους δρόμους. Αν ο Trumbo πέρασε στην ιστορία επειδή έδειξε, στο πετσί του και με το έργο του, πως ο ιμπεριαλισμός την έννοια «δημοκρατία» την έχει για στάχτη στα μάτια και δε διστάζει να τα περάσει όλα από φωτιά και σίδερο για νά’χει το κεφάλι του ήσυχο, ο Steve πέρασε στην ιστορία για την απίστευτα cool περσόνα που έβγαζε στις ταινίες του: πονηρό χαμόγελο, «αθώο» βλέμμα, απλό ντύσιμο αδιαφορία και κυνισμός. Σ’όποιον αρέσουμε με δυο λόγια. Α, και μεγάλος ηθοποιός ε;

Ο «Πεταλούδας» τώρα, είναι η ταινία στην οποία οι  2 τους συναντήθηκαν, το 1973.  Με δυο λόγια: ο «Πεταλούδας» είναι ένας Γάλλος εγκληματίας που καταδικάστηκε για κάμποσα χρόνια φυλακή. Μολονότι η δουλειά του είναι οι ληστείες, η καταδίκη του είναι στημένη για το φόνο ενός νταβατζή. Η ποινή του δε, πρόκειται να εκτιθεί όχι σε «κανονικές φυλακές» αλλά στη Γαλλική Γουϊάνα, ήτοι στη Λατινική Αμερική, κοντά στη Βενεζουέλα. Πάνω στο πλοίο των κατάδικων γνωρίζει τον Ντεγκά, ένα διαβόητο παραχαράκτη που έχει κάνει δισ. πλαστογραφόντας ομόλογα του Γαλλικού δημοσίου τον καιρό του παγκόσμιου κραχ. Επειδή ο Πεταλούδας δεν είναι κανάς λάκης εκεί, να φάει στη μάπα το κάτεργο, τού’χει καρφωθεί η απόδραση. Επειδή επίσης χρειάζεται λεφτά την πέφτει, με την καλή έννοια στο Ντεγκά, ότι θα τον «προστατεύει» από τους διάφορους ζόρικους συγκρατούμενους άμα του «πληρώσει» την απόδραση. Ο Ντεγκά (ο Ντάστιν Χόφφμαν) συμφωνεί και η ιστορία αρχίζει.

Ύστερα από κάποιες αποτυχημένες απόπειρες να «εξαγοράσουν» την έκτιση της ποινής τους στα πιο «ήπια» κρατητήρια οι δυο τους στέλνονται σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας. Εκεί, ο Πεταλούδας οργανώνει την πρώτη απόπειρα απόδρασης, η οποία «δίνεται» από τον τύπο που πλήρωσαν για να τους βρει βάρκα. Ο δικός μας στέλνεται για δυο χρόνια σε αυστηρή απομόνωση. Είναι συγκλονιστικές οι σκηνές: ο Πεταλούδας αρχίζει σιγα σιγά να τρελλαίνεται, αρχίζει να χάνει τα δόντια του από τον υποσιτισμό, ξασπρίζει από τη συσκότιση του κελιού του.Δεν παραδίνεται ωστόσο: κάθε μέρα περπατάει τα 3 μέτρα που είναι το κελί του, μπρός πίσω και βαράει κάμψεις για να μην ατροφήσουν οι μυες. Εν τω μεταξύ, ο Ντεγκά βρίσκει τρόπο να του στέλνει ένα κομμάτι καρύδας με το συσσίτιο κάθε μέρα: αλληλεγγύη. Όταν η διετία τελειώνει, βγαίνει απ’το κελί κι ύστερα από πέντε βήματα σωριάζεται κάτω. Τον στέλνουν πίσω στο νοσοκομείο της φυλακής σηκωτό. (θυμήθηκα εδώ κάτι που είχα διαβάσει στην αυτοβιογραφία του Φλωράκη: από τη στιγμή που τον συνέλαβαν μέχρι να ανακοινώσουν τη σύλληψή του στον τύπο, οι βασανιστές του , τώρα Πλαστήρας ήταν, Παπάγος, Καραμανλής θα σας γελάσω, τον είχαν σε αυστηρή απομόνωση για κανά εξάμηνο. Στο κελί λέει, χώραγε μόνο κουλουριαστός οπότε όταν τον έβγαλαν οι μυες των ποδιών είχαν γίνει ζελές και μόνο κουβαλητός κινιόταν..).

οι ποντικοί παχαίνουν όταν τα παλικάρια σκοτώνονται

οι ποντικοί παχαίνουν όταν τα παλικάρια σκοτώνονται

Απ’το νοσοκομείο οι φίλοι βρίσκουν ένα χολυγουντιανό τρόπο να βγουν – αφού κινητοποιούν ένα συγκρατούμενο αδερφή εκεί να χαϊδευτεί με τον  συγκρατούμενο -χαφιέ. Χάνονται κάπως στη ζούγκλα, τους βοηθάει ένας περίεργος τυπάς που κυνηγά εκεί κάτι σπάνια πουλιά και παρεμπιπτόντως σκοτώνει τους κεφαλοκυνηγούς πού’χανε ξαμολυθεί από πίσω τους, και τελικά ο Πεταλούδας καταλήγει σ΄’ένα καταυλισμό ινδιάνων. Στην πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία που θά’γραφε κι ο Ενγκελς. Όσο διάστημα μένει εκεί παρουσιάζεται να ζει την απόλυτη ευτυχία. Συμμετέχει στις δουλειές του κοινού νοικοκυριού, τα βρίσκει με μια μισόγυμνη Ινδιάνα, ζει τον απόλυτο παράδεισο -σε αντίθεση με την κόλαση της απομόνωσης. Οι ινδιάνοι δεν συνεννοούνται με λέξεις μαζί του κι η αλληλεγγύη που του δείχνουν είναι καθαρά ενστιχτώδικη. Κάποια στιγμή εξαφανίζονται μυστηριωδώς από τον καταυλισμό αφήνοντας για το δικό μας ένα πουγκί μαργαριτάρια: το εισιτήριό του για τον «πολιτισμένο» κόσμο.

Φτάνει σε πολιτισμένα μέρη ο Πεταλούδας, προσπαθώντας εκεί να περάσει τα σύνορα δίνει ένα μαργαριτάρι σε μια μοναχή η οποία τον παίρνει μαζί της στην άμαξά της και τον πάει ίσαμε την Ηγουμένη του Μοναστηριού της.. Εκεί ο δικός μας πάει να την ψήσει με τα μαργαριτάρια ζητώντας άσυλο και χρόνο για να βγάλει ταξιδιωτικά έγγραφα και τέτοια και να την κοπανήσει. Η ηγουμένη τον δίνει βορά στα καρακόλια και ο δικός μας καταλήγει εκ νέου στις φυλακές αυστηρής απομόνωσης, αυτή τη φορά για 5 χρόνια. Από την απομόνωση βγαίνει μισότρελλος. Δεν μπορεί να αρθρώσει καλά λέξεις, κουτσαίνει και δεν έχει πια δόντια, παρά μόνο τσιγκινα.

Το υπόλοιπο της ποινής του είναι να το εκτίσει ως «απελεύθερος» σα να λέμε, σ’ένα νησάκι από το σύμπλεγμα της Γουιάνας εκεί – σαν εξορία του τύπου, με δικό του σπιτάκι. Ξαναβρίσκει τον κολλητό του Ντεγκά, ο οποίος έχει βολευτεί κάπως με την έκτιση του υπολοίπου της ποινής. Σε μια βόλτα διαπιστώνει πως είναι δυνατό πέφτοντας από το βράχο ενός γκρεμού στη θάλασσα, κι αφού πρώτα ρίξεις  σακιά γεμάτα καρύδες, να κολυμπήσεις μ’αυτά τα αυτοσχέδια σωσσίβια μέχρι της απέναντι ακτές της Βενεζουέλας. Το προτείνει στο Ντεγκά, ο οποίος τον βοηθάει μεν, αλλά στο τέλος κωλώνει. Ύστερα από μια δοκιμή, κι αφού διαπιστώνει ότι το έβδομο κύμα είναι αυτό που θα σε σπρώξει στο πέλαγος κι όχι πάνω στα βράχια, το αποτολμάει. Κάνει το άλμα, ύστερα γαντζώνεται πάνω στη σχεδιά κι η ταινία τελειώνει με τις μισότρελλες φαφούτικες κραυγές του «Δεν μπορείτε να με κρατήστε μπάσταρδοι»..

Η ταινία είναι φιλοσοφική νομίζω κι όχι δράσης. Είναι ο λυσσώδης αγώνας για ελευθερία. Που παρακινεί, προδίδεται, επιμένει, αποτυγχάνει, επιμένει και νικάει. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Πεταλούδας αποδρά κόντρα τόσο στην καταστολή της Διεύθυνσης των φυλακών, κόντρα στις προδοσίες των διάφορων που του δίνουν το χέρι με ανταλλάγματα, κόντρα στη «φιλάνθρωπη» διάθεση της εκκλησίας, με μόνο όπλο την αλληλεγγύη.Κάποιων από τους συγκρατούμενους, των ιθαγενών, ενός ανθρώπου που επέλεξε να είναι τίμιος. Ο Πεταλούδας απέδρασε ενάντια τελικά και στη συμβιβαστική λογική του ηττημένου πια Ντεγκά, που προτίμησε το – φυλακισμένο -παρτέρι που είχε στήσει με ντοματιές.

Η ταινία είναι βασισμένη σ’ένα μυθιστόρημα. Στο βιβλίο ο Πεταλούδας παρουσιάζεται να ζει τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του στη Βενεζουέλα. Η ταινία τελειώνει, με το σαλεμένο θρίαμβό του πάνω στη σχεδία. Προφανές το γιατί: αυτό που ενδιαφέρει τον Trumbo είναι να δείξει τη δικαίωση του αγώνα, την υπερνίκηση όλων των εμποδίων. Για τον Τ. ο Πεταλούδας είναι θριαμβευτής μόνος του πάνω στα κύματα, αφού και να πνιγεί τελικά θα έχει πεθάνει στην πάλη του για ελευθερία κι όχι στο κελί.

Ναι.Προσφέρεται για πολλές αναγνώσεις. Ίσως εγώ να είδα αυτό που ήθελα να δω. Ίσως οι προθέσεις του σκηνοθέτη να προδόθηκαν απ’τ’ότι η κόπια της ταινίας έπρεπε να είναι δίωρη -αν ήταν η ταινία ευρωπαϊκή μπορεί κάποιες ιδέες να αναπτύσσονταν πιο ολοκληρωμένα. Αλλά ο χαρακτήρας που έπλασε ο McQueen γίνεται δικός μας, ανήκει σ’οποιονδήποτε άνθρωπο θέλει να ελπίζει πως κάποια μέρα θα αρνηθεί να μείνει στη φυλακή του ποτίζοντας ντομάτες, υποκρινόμενος ότι όλα πάνε καλά. Και θα επιλέξει , μεταφορικό ή μη, το άλμα στο κενό.

Ο McQueen κατά τ’αλλα πρόσθεσε μια ακόμα καθηλωτική ερμηνεία – τα παραληρήματα της απομόνωσης τσακίζουν κάθε έννοια γόη που του έδιναν -και παράλληλα πρόσθεσε και κανα δυο εχθρούς στη χώρα της «ελευθερίας»: σε μια συνέντευξή του το ’75 δήλωσε ότι τον παρακολουθούσαν από τη CIA, και μάλιστα απόρησε γιατί γίνεται αυτό αφού ο ίδιος στηριζε το Nixon..Ίσως να μην μπορούσε να καταλάβει την πραγματική φυλακή που ζούσε ο Πεταλούδας. Ίσως πάλι απλά νά’θελε να κάνει τους πλάκα :»Δεν μπορείτε να με κρατήστε μπάσταρδοι..»

Το κομμάτι των Pogues αναφέρεται σε μια τέτοια φυλακή. Οι Ιρλανδοί punks της λαϊκής μουσικής που στήριζαν τον αγώνα του IRA κατά τα ζόρικα χρόνια της Thatcher – ίσως ο Shane McGowan να γραψε τους στίχους στο διάλειμμα της ταινίας..

αυτά που πετάνε γύρω τί είναι ρε σεις;

αυτά που πετάνε γύρω τί είναι ρε σεις;

Ειλικρινά σας μιλάω, σ/φοι και φίλοι άμα δεν έχετε ακούσει τον Jonathan Richman, ως περίπτωση έστω, έχετε χάσει ένα μεγάλο -ή και μικρό -μέρος της ζωής σας αγνοώντας μια πολύ βασική πλευρά αυτής (εμ…της ζωής): διότι αγαπητέ φίλε Τέλη οφείλεις να γνωρίζεις ότι ζούμε στην εποχή της τσίτας, του τρεξίματος, του ντεμέκ και του δήθεν, της μούρης και του μουροπουλήματος, επίσης του μυαλοπωλήματος και εν γένει μια γενικότερη ανοησία, χωρίς νόημα άμα το καλοσκεφτείς και με τα δυο πόδια σ’ένα παπούτσι παράλληλα -ένεκα που κατά τα άλλα,  αν υπάρχουν τα φράγκα όλα λύνονται όπως λέει κι ο πατέρας μου, μόνο που πρώτον ο πατέρας μου μεγάλωσε σε μια εποχή που είχε νόημα γενικώς κι άμα κατέβαινες σε καμιά διαδήλωση ο μπάτσος πίστευε ότι μπορούσες και να ρίξεις το κράτος, και σε πλάκωνε δικηολογημένα δηλαδή, και δεύτερον διότι εκτός και έχεις πατέρα δισεκατομμυριούχο, που ούτε εγώ ούτε κι ο δικός μου ο πατέρας έχουμε όπως πολύ καλά γνωρίζει εξάλλου ο φαδερ, πρέπει ν’αρχίσεις να τρέχεις για να μπεις με τα μπούνια στους ρυθμούς της τσίτας, του τρεξίματος, του ντεμέκ και του δήθεν, της μούρης και του μουροπουλήματος, επίσης του μυαλοπωλήματος και εν γένει όλης αυτής της σαχλαμάρας. Οπότε και πάλι θ’αγνοείς αυτή τη βασική πλευρά της ζωής που είναι η χαλαρότητα. Η οποία επειδή είναι σπάνια -όχι σαν στιγμή αλλά σαν κατάσταση -γι’αυτό και το λόγο είναι πολύτιμη. Θα έπρεπε τους χαλαρούς τύπους να τους προστατεύουνε με συνθήκες Ramsar ξερωγώ, οι αργυροπελεκάνοι των μεγαλουπόλεων του 21ου αιώνα ή κάτι τέτοιο. Έστω να τους σερβίρουν τζάμπα στα μπαρ.

Για την ώρα το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να γράφεις παραληρηματικά μινι-αυτοψυχογραφήματα σε βλογς και να ποστάρεις βιντεο ελπίζοντας ότι κάποιος ή κάποια θα πιάσει το νόημα.

Κατά τα άλλα κι εγώ πήγα χτες στο μαγαζί που πήγε ο Jonathan και το άσμα με καλύπτει απόλυτα.

Τσιου

για το 34 φεστιβαλ ΚΚΕ - ΚΝΕ

για το 34 φεστιβαλ ΚΚΕ - ΚΝΕ

Ξερεις..χάρηκα που σε είδα. Και χάρηκα που σε είδα εδώ..»

Την θυμάμαι εδώ και πολλά χρόνια. Δεν ξέρω πως τη λένε. Δούλεύε στα Γκούντυς στη γειτονιά μου. Παίζει να ήμουν και πολύ μικρός όταν την πρωτοείδα. Κι αυτή πιτσιρίκα θά’ταν. Μετά έπιασε δουλειά σε ένα άλλο , «σάντουιτσλαντ» και ξέρωγω.. Είκοσι χρόνια νά’ναι; Τη θυμάμαι πάντα μ’αυτά τα χαζοχαρούμενα ρούχα με τα καπελάκια που τους βάζουν να φοράνε στα φαστφουντ. Περνώ από κει καμιά φορά πηγαίνοντας στο γραφείο. Κι εγώ έχω μεγαλώσει κι εκείνη. Βλεπόμαστε, χαμογελάμε, σπάνια ψωνίζω και τίποτα από κει. «Δουλεύεις εδώ γύρω;». «Λίγο πιο κάτω..». «Σε γραφείο, κατάστημα..;» «Δικηγόρος» «Βγαίνει τίποτα η..» «Η.. συνήθως». Τέτοια. Γνωστοί άγνωστοι σε μια πόλη ενός εκατομμυρίου, τίποτα σπάνιο ή σπουδαίο.

Την είδα στο Φεστιβαλ. Με είδε μάλλον, στο τραπεζάκι, πάνω στον πανικό του Σαββάτου μ’ένα ποτήρι φραπέ στο χέρι – τσιγάρο όχι, προσπάθώ να το κόψω ξέρετε. Με μια φίλη της – δεν την ήξερα αυτή, πάντως με χαιρέτισε κι εκείνη, ίσως να μη θυμάμαι καλά. Οικειότητα απροσποίητη. Χαρά μη σας πω. Μου έλεγε πόσο της άρεσε το Φεστιβάλ, όχι δεν ερχόταν πρώτη φορά, αλλά φέτος ήταν και δίπλα στο σπίτι της «Τί, ντροπή πια..». Μου είπε ότι έψαξε το περίπτερο του ΠΑΜΕ, θ’αράξει στη Λαϊκή Σκηνή και να πω στα παιδιά να τ’αφήνουν λίγο παραπάνω τα σουβλάκια. Χαμογελούσα. Κατάλαβε γιατί. Χαμογέλασε κι εκείνη και πήρε ένα «Αλφαβητάρι της Θητείας» που είχα στον πάγκο μου – ίσως νά’χει καν’ανηψι στο στρατό, ίσως να μάζευε ό,τι μπορούσε, ίσως να θελε μ’αυτό τον τρόπο να μου δείξει αλληλεγγύη. Να υπογραμμίσει το δεσμό που είχαμε. Εδώ είμαστε.

Μετά μου είπε πως χάρηκε που με είδε. Και ειδικά ΕΔΩ. Και μετά χάθηκε στ’ανθρωπομάνι.

Κι εγώ σκέφτηκα ν’ανάψω τσιγάρο, σκέφτηκα μήπως με είχε δει καμιά φορά με το Ριζοσπάστη, σκέφτηκα πόσοι και πόσες ακόμα εκεί έξω θα χαίρονταν να μ’έβλεπαν εδώ, ντράπηκα λίγο που δεν είμαι πια τόσο σκύλος με τα εισιτήρια κι όλ’αυτά, ντράπηκα δυο φορές που βαριόμουν στο τραπεζάκι μου, σκέφτηκα το σύντροφο των Αναγνώστη το Δεληγιάννη, το μαχητή του ισπανικού εμφυλίου που κάπου εκεί γύρω τέλειωσε τη ζωή του το ’44 στ’απόσπασμα,τέτοιες ανάκατες σκέψεις μπουρδουκλώθηκαν στο κεφάλι μου, αλλά δεν ήταν ανάκατες, η συνέχεια υπάρχει κι είναι ενιαία.Όχι σε ευθεία γραμμή. Αλλά ενιαία.

Μετά τίναξα τη σκόνη απ’το παντελόνι μου, γύρισα για λίγο απ’την άλλη  κι άρχισα να ταχτοποιώ τα χαρτιά μου, δήθεν μου τα πήρε ο αέρας κι έτσι..

Καλά τα πήγαμε φέτος.

 

..πάντως, δεν λΏ? ότι είναι κι Ώ?κολο
..πάντως, δεν λέω ότι είναι κι έυκολο

«Καθημερινή».

Την αγόρασα σήμερα για καθαρά ιδιοτελείς σκοπούς: στο εξώφυλλο υπάρχει ένα άρθρο σχετικά με την εξέλιξη του φορολογικού συστήματος των τεκμηρίων διαβίωσης από τα χρόνια του Παπάγου μέχρι σήμερα. Η ιδιοτέλεια έγκειται στο ότι σκέφτηκα πως ίσως να αναφέρονται οι αποφάσεις του ΣτΕ (μήπως και του ΑΠ;) που έβγαλαν τις σχετικές διατάξεις αντισυνταγματικές, οπότε (χο χο η πονηρή αλεπού) ίσως να άνοιγε καμιά δουλειά με προσφυγές κλπ. Αλλά τί τα θέτε, η ιδιοτέλεια δε φτουράει (στη συγκεκριμένη περίπτωση τουλάχιστον..). Πρώτον γιατί το άρθρο της καλής και έγκυρης εφημερίδας (ω! με τί ηδονή κάποτε έγραφε για τις εκτελέσεις των «κομμουνιστοσυμμοριτών» το ’47 -’49, μας τα ξανάβγαζε μάλιστα στη στήλη ‘πριν πενήντα χρόνια» για να τα εμπεδώσουμε) δεν με φώτισε καθόλου, και δεύτερον γιατί έπεσα σ’ένα κ-α-τ-α-π-λ-η-κ-τ-ι-κ-ο άρθρο του κ. Καρκαγιάννη στην δεύτερη σελίδα με τον απίστευτο τίτλο «Ψάχνοντας για το σοσιαλισμό στη ζούγκλα του Αμαζονίου» που μ’ανάγκασε να πάρω πίσω την απόφασή μου να ελαττώσω το κάπνισμα. (  βέβαια ως απόφαση δεν είναι δα και τίποτα σπουδαίο εδώ που τα λέμε ).. 

Ο Α.Κ. διάβασε λέει στο Βήμα της προηγούμενης Κυριακής ( κάποιες προηγούμενες Κυριακές λεγόταν «Ελεύθερον Βήμα» και υμνούσε την ειρηνοποιό Βέρμαχτ..) τις «ιδεολογικοπολιτικές και θεωρητικές επεξεργασίες της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ που θα τεθούν στο 18ο Συνέδριο του τον Φεβρουάριο του 2009», και τέλος πάντων κινητοποιήθηκε να μας διαφωτίσει. Με μια μικρή λεπτομέρεια που μας την ομολογεί σκανδαλιάρικα, σαν τη γηραιά κυρία που κλέβει τη θέση της Φιλιππινέζας στα ταμεία του σούπερ μάρκετ: «Να διευκρινήσω ότι πρόκειται για περίληψη και αναφορές σε κείμενο πενήντα σελίδων».  Κι εγώ να διευκρινήσω πώς – ..όπως και η εμπειρία του βλογιν’ αποδεικνύει -για ορισμένους και δυό λέξεις είναι αρκετές για να πούν τα δικά τους.

Τέλος πάντων, η γραμμή του άρθρου είναι ότι για το ΚΚΕ φταίει πως πέθανε ο Στάλιν ξερωγω κι όλα πήγαιναν μια χαρά όσο ζούσε αλλά όταν ετελέυτησε την πατήσαμε. Μπάι δε γουέι μας λέει ότι ο Στάλιν ως φυσιογνωμία όπως και η εποχή του «εξακολουθούν να προκαλούν (..) ρομαντική έλξη». Άρα, δεν καταλογίζει στους συντάχτες του κειμένου που ΔΕΝ διάβασε κάποια ανθρωποβόρα σταλινικιά διάθεση, απλά ένα ρομαντισμό δικηολογημένο μια και «συχνά αισθανόμαστε νοσταλγία για παρωχημένες μορφές ζωής και σκέψεις» .Με «εφηβικό ενθουσιασμό» λοιπόν, οι τύποι εκεί στο ΚΚΕ βγάλαν μια «επεξεργασία» όπου: «η διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού με γραφειοκρατικά προκατασκευασμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης (…) απλοποιούνται και ευτελίζονται σε μια σειρά κρατικών και κομματικών αποφάσεων». Επίσης σ’αυτές τις μορφές εντάσσεται και η «παντελής κατάργηση της «αστικής δημοκρατίας», αυτής της δημοκρατίας των πολιτικών ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων, εσαεί κατάκτηση και το «ένα το κρατούμενο» για κάθε μελλοντικό επαναστατικό ή μη μετασχηματισμό». Ακόμα ότι η αναγκαστική κολλεκτιβοποίηση κατέστρεψε ολοσχερώς κι ανεπανόρθωτα όλους τους διαύλους επικοινωνίας μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών που «διακλαδίζονται γύρω από την αγορά» – ίσως θα έπρεπε να σκεφτεί πως διακλαδίζονταν επίσης γύρω από την μαύρη αγορά, αλλά κι εδώ μας προλαβαίνει μια και η αγορά καταπιεζόταν κι αστυνομευόταν και τόσο περισσότερο καταπιέζονταν οι συνειδήσεις των ανθρώπων.

Και καταλήγει βουρκωμένος:»Και ο σοσιαλισμός; Τί γίνεται με το σοσιαλισμό;Ήταν ένα όνειρο που εξανεμίστηκε;»

Καταλαβαίνετε τη σύγχυσή μου, εξ ου και τ’απανωτά τσιγάρα.. Εξανεμίστηκε ο σοσιαλισμός; Πάει πέθανε; Να κάνω κανά επιχειρηματικό δάνειο -δυο σελίδες μετά υπάρχει ολοσέλιδη καταχώριση – να βρω την υγειά μου; Μα θα μου τα φάνε με τα τεκμήρια.. Να ψηφίσω την κ. Διαμαντοπούλου (σελ. 9) για να μην ξαναχάσει το ΠαΣοΚ που «δεν αντέχει άλλη ήττα;» Να περιμένω να βγει ο Ομπάμα (σελ. 12) για να ξαναρχίσω να ελπίζω;

Χωρίς πλάκα το πρόβλημα δεν είναι τί πιστεύει ο Καρκαγιάννης.Είπαμε και πιο πάνω: ορισμένοι νομίζουν ότι σοσιαλισμός σημαίνει κάτι σαν «Χαμένος Παράδεισος», μια περιπέτεια για ευαίσθητες ψυχές που συνήθως ζουν ευαίσθητα σε προάστεια με βίλες, αμάξια, επιχειρηματικά δάνεια -ό,τι φαίνεται να ενδιαφέρει το κοινό της Καθημερινής. Μόνο σαν την προσπάθεια του πεινασμένου να χορτάσει δεν το βλέπουν. Θέση στο σύστημα των σχέσεων παραγωγής το λένε, κάτι η πορεία ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, κάτι τα νέα τζάκια του ’80 του Παπατζή, κάτι η ηθική υπεροχή των κομμουνιστών όλα αυτά τα χρόνια, βάλαν την λέξη αυτή σε πολλά σαλόνια. Δεν είναι της ώρας, είναι κάτι υπαρκτό ( όπως κι ο «υπαρκτός» που ήταν επίσης υπαρκτός κι αυτό είναι το πρόβλημά τους εκεί στις Καθημερινές..) ως φαινόμενο, αλλά ψευδεπίγραφο. Εμείς λέμε σοσιαλισμό κι εννοούμε αγγούρια, αυτοί λένε σοσιαλισμό κι εννοούν πατάτες.    

Το πρόβλημα είναι ο χοντροκομμένος τρόπος που σου την πέφτουν: δεν το διάβασα ,αλλά λέει αυτά. Και καλά, ο ευαίσθητος που προείπαμε χαμπάρι δεν θα πάρει ούτε για τη λειτουργία του νόμου της αξίας στο σοσιαλισμό, ούτε για τη διατήρηση της ταξικής πάλης με νέες μορφές στη διχτατορία του προλεταριάτου , ούτε και καταλαβαίνει για ατομική ελευθερία κάτι άλλο απ’την ελευθερία του να κονομήσει περισσότερα από τον άλλο. Όποιος όμως νοιάζεται λίγο; Αυτός λέω που τ’αφεντικό του πήρε επιχειρηματικό δάνειο, το έβγαλε στας Ελβετίας, μπήκε χάρη στη δικαιοσύνη του Κράτους Δικαίου μας στη διευθέτηση του άρθρου 44 του ν.1892/’90 και τώρα του χρωστάνε μισθούς κι επιδόματα δυο τριών χρόνων που επειδής είναι μικρός δανειστής διαγράφονται; 

Ο χαμένος της ελευθερίας της αγοράς λέω τί γίνεται;

Αν ακούσει τον ΑΚ, σιγά μην ασχοληθεί.Οι θέσεις του ΚΚΕ είναι ρομαντικά ονειροπολήματα, και «σκοτεινές ιστορίες» μιας υπόθεσης που το παράμικρό πρόβλημα δεν έλυσε σε κανένα. Εγώ λέω ότι είναι λάθος αυτό βέβαια, αλλά έστω ότι τα πράγματα είναι έτσι: σε όλους αυτούς, τα εκατομμύρια που λένε στις δημοσκοπήσεις » όλοι ίδιοι είναι» , «κάτι μας είπατε για τη διαφθορά», «τα πράγματα πρόκειται να χειροτερεύσουν» και τέτοια τί προτείνει η Καθημερινή; Αν όχι σοσιαλισμό τότε τι;

Τυρί. Στην τελική ξέρετε τί με τρελλαίνει χειρότερα; Ότι οι τύποι προκαταβάλλουν τις καλές προθέσεις οποιουδήποτε. Μ’αυτές τις παπαριές που γράφουν οι έγκυροι και έγκριτοι άλλος, καμμένος από την καθημερινότητα  των δημοσιονομικών προσαρμογών, των τρυπων του προϋπολογισμού, της διεθνής κρίσης (..του καπιταλισμού για να λέμε τα σύκα σύκα) θα σου γυρνάει την πλάτη όταν του μιλάς για το όνειρο του σοσιαλισμού ( ε ναι, κάποιοι την ψάχνουνε όπως ξέρετε καλά κυρ -Αντώνη) κι άλλος θα βγάζει αφρούς για το Στάλιν, θα φωνάζει ζήτω και μπράβο, θα παρατάει το μαρξισμό στη γωνία για να «αμυνθεί» καλύτερα. Το κλίμα για την πολύ σοβαρή, για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, συζήτηση που θέλει ν’ανοίξει το ΚΚΕ θέλουν να στήσουν, ακριβώς όπως τους βολεύει για να μείνουμε όλοι – είτε έτσι θέλουμε το σοσιαλισμό είτε απλά δεν αντέχουμε στον καπιταλισμό – στο βάλτο.

Δεν ξέρω.. Μεγάλα παιδιά είστε εσείς ξέρετε τί θα κάνετε. Η πάρτη μου απλά αραδιάζει λέξεις μπας και χαλαρώσει λιγάκι..

ήπιε, αλλά ΔΕΝ ήταν ανατολικογερμανός

Μπεν Τζόνσον: ήπιε, αλλά ΔΕΝ ήταν ανατολικογερμανός

Τώρα να ξεκαθαρίσω από την αρχή ότι εμένα το θέμα «Ολυμπιάδα» μου είναι ελαφρώς αδιάφορο. Πρώτον, γιατί γίνεται καλοκαίρι -και, όπως και φέτος, ήμουν αραχτός στην παραλία εκείνες τις μέρες. Δεύτερον γιατί σπάνια μπορεί να απορροφηθώ από ένα αθλητικό γεγονός. Τί να κάνω αυτός είμαι, κρεμάστε με που λέει κι ο φίλος ο Λούβρας.

Τούτων λεχθέντων (..και γαμώ τις φράσεις έτσι;) αναγνωρίζω την μεγάλη σημασία που έχουνε σαν γεγονός. Αντικειμενικά δηλαδή, και μόνο το ότι , δισεκατομμύρια κόσμος καθηλώνεται να τους δει αρκεί για να τεκμηριώσει. Και, αρκεί για να τεκμηριώσει το τεράστιο ενδιαφέρον των πολυεθνικών που βρίσκουν την ιδεώδη αρένα για την κερδοφορία τους, από τη διαφήμιση ξεκινώντας, στην κατασκευή των υποδομών περνώντας ,και στη διαχείρισή τους καταλήγωντας. Μεγάλο ενδιαφέρον το κεφάλαιο, τόσο μεγάλο που οι θάνατοι από εργατικά ατυχήματα περνάν στα ψιλά των ψιλών του τύπου. Στην Αθήνα τουλάχιστον έτσι έγινε – βέβαια στο Πεκίνο , πρέπει να ξεκληρίστηκε μια μικρή χώρα από όσα διαβάσαμε (τί να πω, εκτός του ότι ο αντικομμουνισμός είναι για ορισμένους δεύτερη φύση, είναι και ο φόβος για μια χώρα 1,2 δις. Όχι ότι θα μας πάρουν τα παντοφλάδικα οι κακοί Κινέζοι δηλαδή, αλλά τέλος πάντων «θαυμασμός» δικαιολογείται μόνο για τις ΗΠΑ, κανείς άλλος δεν δικαιούται να κουνιέται, δημοκρατία έχουμε, τί νομίσατε;)…

Εκείνο που δεν είχα καταλάβει είναι γιατί οι κυβερνήσεις τρελλαίνονται τόσο με μια Ολυμπιακή διάκριση. Ναι, εντάξει γενικά όταν ακούγεται ο εθνικός ύμνος αυτό αντανακλά στη χώρα και τρίχες κατσαρές, αλλά επί της ουσίας επιχείρημα με αρχή -μέση και τέλος δεν θυμάμαι να είχα ακούσει. Π.χ. έπαιρνε το πάλαι η Αν. Γερμανία μετάλλια. Το 1988 είχε σαρώσει, 15 μήνες μετά τη Σεούλ δεν υπήρχε. Ή ξέρωγω πήρε τόσα μετάλια η Τζαμάϊκα. Είναι δυνατό να πιστέψει κανένας ότι η χώρα αυτή έχει προοδεύσει, βελτιώθηκαν οι υποδομές της και ζουν καλύτερα οι άδελφοί ρασταφάρι Τζαμαϊκανέζοι; Ή οι Αφρικάνικες χώρες με τους σούπερ δρομείς;

΄Ωσπου ο καλός κύριος Μπίστης με φώτισε. Κυριολεχτικά μιλάω. Σε άρθρο του στο «Έθνος», νομίζω, εκείνες τις μέρες που πρωτοέσκασε το σκάνδαλο Χαλκιά επιχειρηματολόγησε ότι μια διάκριση στους Ολυμπιακούς για τις χώρες σημαίνει πως , σε γενικές γραμμές, το κράτος που διακρίνεται «λειτουργεί». Ευοδώνονται οι στόχοι του. Δηλαδή το σκεπτικό είναι ότι αφού έβγαλε χρυσό ολυμπιονίκη, σημαίνει ότι υπάρχουν αθλητικές υποδομές, για να υπάρχουν αυτές θα λειτουργούν και οι πρώτης προτεραιότητας υποδομές – έστω σε ένα  ικανοποιητικό βαθμό – και τέλος πάντων αυτό θέλουν να φαίνεται οι πολιτικοί, γι’αυτό και σπεύδουν να φωτογραφίζονται με τους ολυμπιονίκες..

Αυτό που ΔΕΝ μας είπε ο κ. Μπίστης είναι ότι ο κόσμος δεν πολυτρώει κουτόχορτο. Αν ήταν έτσι η χώρα θε έπλεε σε πελάγη ευτυχίας το διάστημα αμέσως μετά το 2004. Φροντίζουν βέβαια τα ΜΜΕ -που ανήκουν σε καπιταλιστές βέβαια – και οι κρατικοί μηχανισμοί  (οι Τράπεζες επίσης και όλο το χορηγαριό) να μας προσφέρουν απλόχερα την πρέζα του «οι Έλληνες είμαστε γεννημένοι νικητές» (..σιγά που το σκέφτηκε η Χαλκιά από μόνη της!) , ίσως προς στιγμή κάμποσοι να συγκινούνται, είναι και το βάρος της καθημερινότητας που γυρεύει κάπου να ξεσπάσει, αλλά γενικά,  το ψέμμα έχει κοντά ποδάρια.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, έστω και λίγο, έστω και χωρίς αυταπάτες, έστω και για να κερδηθεί η μία στιγμή που ο πολίτης ξεχνά τα πάντα και γυρεύει να αποθεώσει «ελληνικές ψυχές» , αξίζει τον κόπο για ένα πολιτικό να είναι εκεί γύρω. Άρα αξίζει τον κόπο να «φροντίσει» το κράτος να έχουμε μια «καλή παρουσία». Επομένως η ντόπα είναι μονόδρομος, μια και η κρατική ανοχή είναι εξασφαλισμένη.

Κάπου εκεί τελειώνει νομίζω και το παραμύθι αλλά δεν θα καθόμουν να γράφω αν δεν συνέβαινε κάτι που με παραξένεψε απίστευτα στην αρχή κι έπειτα με εξόργισε. Δηλαδή: για την ντόπα φταίει ο «κρατικοδίαιτος» αθλητισμός και η Ανατολική Γερμανία! Πώς είναι δυνατόν να συνδέονται σε άρθρα οι Θάνου κι η Χαλκιά (οι οποίες, όλοι αναγνωρίζουν ότι ήταν σκάνδαλο πρώτου μεγέθους οι επιτυχίες τους μια κι ήταν «ανύπαρκτες» στον παγκόσμιο πρωταθλητισμό για αρκετά χρόνια) με ένα κράτος που δεν υπάρχει. Και που, για να λέμε την αλήθεια έβγαλε μια ΧάΙκε Ντεσλερ και μια Κράμπε, έτσι; Που σήκωσαν τα μετάλλια το ’92 στη Βαρκελώνη με την σημαία της ενωμένης Γερμανίας και δεν έτρεξε και τίποτα.. Και που μάλιστα η Κράμπε σχετικά πρόσφατα δήλωσε ότι στην Αν. Γερμανία είχαν μαζικό λαϊκό αθλητισμό, κι αυτή ήταν η αιτία που είχαν πολλούς και καλούς αθλητές. Αν δήλωνε το αντίθετο ίσα και υφυπουργό αθλητισμού θα την είχαν κάνει…

Δεν είναι η Ανατολική Γερμανία το ζήτημα. Είναι ο αντικομμουνισμός του ’50 που περνάει μέσα από αθλητικές φυλλάδες -με το πρόσθετο ατού στα χέρια των διακινητών του, ότι εκεί ΔΕΝ υπάρχει αντίλογος. Δεν είσαι δηλαδή στην πνευματική εγρήγορση που είσαι όταν διαβάζεις ένα πολιτικό , ας πούμε άρθρο, ή μια ανάλυση : εκεί που χαλαρωμένος διαβάζεις για τις μεταγραφάρες του «Θρύλου» πέφτει το μάτι σου και στα «εγκλήματα» της Αν. Γερμανίας, τα οποία ήταν τέτοια πια που η φτωχή Ελλαδίτσα με τους γιαλαντζί Ολυμπιονίκες είναι μια παρθένα κορασίδα. Και βέβαια τα σκάνδαλα τύπου Μπεν Τζόνσον ή Μάριον Τζόουνς και τέτοια ΟΥΤΕ που ψιθυρίζονται. (Όσοι θυμάστε τη Σεούλ, ίσως να θυμάστε πως το τότε «διαστημικό» 9.78″ του Τζόνσον είχε επιτευχθεί με τον Καναδό να τερματίζει με όρθιο το χέρι, όπως ακριβώς ο Μπολτ. Όχι τυχαία, λέω εγώ..).

η Τζόινερ, "ολυμπιονίκης" στη Σεούλ

Και τέλος πάντων ο «εχθρός» που ευθύνεται για το ντόπινγκ ποιος είναι κατά τη λογική τους; Το ότι οι αθλητές περνάν στα ΑΕΙ χωρίς εξετάσεις; Δηλαδή τώρα η Χαλκιά πήρε ό,τι πήρε για να περάσει κούτρα ξερωγώ στη Νομική; Ή μήπως για να τ’αρπάξει από χορηγούς, να κάνει διαφημίσεις, κι άμα αποσυρθεί ευδοκίμως να έχει μια θέση σε Ολυμπιακές Επιτροπές και τέτοια -απ’αυτές τις κρατικοδίαιτες που είναι Πρόεδρος ο Κυριακού (αθλητικότατη φυσιογνωμία..).Πώς είναι δυνατόν να διακινείται τέτοια βλακεία δηλαδή; «Κρατικό αθλητισμό» είχε ο Μπεν Τζόνσον; Ή η Τζόουνς που – ακούστε να δείτε -δεν πιανόταν  λέει όχι γιατί δεν έπαιρνε τίποτα αλλά γιατί έπαιρνε αναβολικά της δεκαετίας του ’50, που είχαν καταργηθεί από τους καταλόγους ελέγχου. Νομικό ήταν το ζήτημα (το ότι πεθαίνεις καμιά φορά από τούτα βέβαια, όπως η Τζόινερ  δεν είναι καθόλου «νομικό» ζήτημα  , αλλά είπαμε αυτά δε συφέρουν να τα λέμε, δημοκρατία έχουμε…). Τα κράτη τους βέβαια έκαναν τα στραβά μάτια, για το λόγο που είπαμε. Για τις φωτογραφίες, τη «δόξα» το όλα βαίνουν καλώς, τις χάντρες γενικώς και τα καθρεφτάκια που πουλάνε στους ιθαγενείς τους. Αλλά τόσο τα κράτη, όσο και οι αθλητές για τους χορηγούς τους δουλεύανε.. 

Και ο κ. Λιάπης με τον κ. Ιωαννίδη βγήκαν προχτές και μας ανακοίνωσαν το ν/σ που πρόκειται να «γιατρέψει» τον αθλητισμό. Ανάμεσα στα άλλα καθορίζονται και πιο αυστηρά κριτήρια για την εισαγωγή των αθλητών στα ΑΕΙ κλπ. Πιάσαν τον παπά απ’τα γένια τ’άτομα..

Μ΄όλη αυτή την προπαγάνδα, τα μέτρα, τις κατάρες για την Αν. Γερμανία κλπ. τί σκατά πετυχαίνουν άραγε; Μια σκέψη είναι να μη λερωθούν οι κυβερνήσεις που «καμάρωναν» τις επιτυχίες του αθλητισμού «μας».Ναι μεν νομοθέτησαν «ατυχώς» αλλα ρε αδερφέ τί φταίει τώρα ο Σημίτης ή ο Καραμανλής που έκαναν κατάχρηση των κινήτρων οι άμυαλοι αθλητές μας; (Δεν μου λέτε, άσχετο: το «Αίολος Κεντέρης» ήταν κρατικό πλοίο;). Μια δεύτερη είναι να μη λερωθεί ο καπιταλισμός. Δηλαδή τώρα που δεν θα περνάνε στα Πανεπιστήμια δεν θα ντοπαρονται οι πρωταθλητές, γιατί προφανώς αυτό τους «έκαιγε» και όχι κάποια ζεστα εκατομμυριάκια. Μια τρίτη είναι να σώσουν την κατάσταση: να κρατήσουν το παραμύθι του αθλητισμού – δείκτης της προόδου μιας χώρας (όπως άριστα μας το είπε ο Μπίστης)  ζωντανό, για να γίνουν τα ίδια και χειρότερα σε επόμενη συγκυρία που θα τα έχουμε πιο καλά με τη WADA κλπ. και να ξανατουμπάρουν το πόπολο.

Ίσως και όλα τα παραπάνω νά’ναι σωστά. Κι ίσως και κάτι ακόμα: ότι ο αθλητισμός, επειδή είναι φόρα παρτίδα προσφέρεται για πολλά συμπεράσματα. Γενικότερου περιεχομένου. Λέει ο άλλος αυτό το βρώμικο σύστημα που στήνει Ολυμπιακούς της ντόπας είναι το ίδιο που δίνει βασικό μισθό 600 €, που σε ξεφτιλίζει για ένα ράντσο σε νοσοκομεία, που απαιτεί 13 μισθούς για να σπουδάσει το παιδί σου κλπ. Πάει να δει «ρε λες να υπάρχει κάτι άλλο;» και εκεί του ρίχνεις τις κατάρες για την ανατολική Γερμανία και «καθάρισες». Τίποτε άλλο δεν υπάρχει, κάνε μούγκα γιατί από βδομάδα περιμένει η δόση της κάρτας..

Οπότε καταλήγω εκεί που άρχισα: η Ολυμπιάδα μου είναι ελαφρώς αδιάφορη, τα πανηγύρια γαι τις επιτυχίες είναι θέαμα τύπου αρένας με λιοντάρια, το πλέγμα σχέσεων παραγωγής έχει σημασία και το ξεμασκάρεμά του ακόμα περισσότερο.

Αυτά τα βαθυστόχαστα και παλιοκαιρισμένα ήδη, μπήκε ο Σεπτέμβρης κι αρχίσαμε τα βαριά πολιτικά..