ναι, εγω τη φωτογραφισα, γιατι;

ναι, εγω τη φωτογραφισα, γιατι;

Άχτουνγκ άχτουνγκ λέμε..

Βασικά ότι είμαι καλός σ’ότι πραγματικά γουστάρω. Δεν είναι πολλά , κανα δυο.  Να γυρνάω στους δρόμους. Να καβαλάω τρένα.Αεροπλάνα.Πλοία. ΚΤΕΛ. Ν’ανοίγω -ή να μ’ανοίγουν , κουβέντες άγνωστοι με διάθεση διδαχτική: σαν τον τυπά πάνω στο ΛΑΤΩ που μου εξηγούσε πώς γίνεται το outsourcing, και τί τρομερή κομπίνα είναι. Αρκεί να μην είσαι εσύ ο γκαντέμης που θα τσιμπήσει η αδέκαστη δικαιοσύνη. Ή σαν το θείο του φίλου, που τρώγαμε τα κεφάλια τα κρεμμύδια σαν μήλα μαζί με φασολάδα παγωμένη και παρεξηγιότανε με τις υπόγραφές, που είναι πολλές όσες χρειάζονται, για να δώσουνε «το ρημάδι το μαγαζί» στο Ηράκλειο. «Ξέρεις φίλε τί είναι τρακόσια χιλιάρικα; Θεό θα μ’είχανε όλοι στο σπίτι…».  ‘Η το παλικάρι που μου διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια ένα φονικό στα Σφακιά που κόστισε 6 χρόνια φυλακή και μια μετανάστευση σε μια οικογένεια. Βεντέτα. Καθόλου ηρωικό αν το καλοσκεφτείς. Τον ταρίφα τέλος, στον ΟΣΕ να μου εξηγεί γιατί είναι κακό πράγμα η Ευρωπαϊκή Ένωση: «σκάνε ρε φίλε τα Βουλγαράκια με το φτωχομπινεδιάρικο συνάλλαγμά τους να κάνουν τουρισμό σου λέει..Και πού να πάνε μου λες; Ο άλλος είχε 55 ευρώ πάνω του μου λέει πάνε με Ηγουμενίτσα. Τί θες να κάνεις τον ρωτάω; Να πάω Ιταλία μου είπε.Μα το Χριστό ρε φίλε, Ιταλία.. Μα το εισιτήριο του λέω κάνει παραπάνω..Σα χαζός με κοίταζε..Τί κοιτάς ρε του λέω καθρέφτης είμαι; Τί νόμιζες είναι η ΕΟΚ; Το πηγάδι με τα φράγκα;»..

Περιφέρονται. Περιφέρομαι.Περιφερόμαστε δηλαδή. Ν’ανοίξουμε μια κουβέντα, ν’ακούσουμε καμια φράση, να μας κάτσει κανά κόλπο -όλο στραβές κάθονται πια. Όλα χύμα, κράτος ανύπαρκτο, φως πουθενά, στον δίπλα η ελπίδα. Χρειάζεται και κάτι άλλο , λέω πάντως,  για να αποκτήσει νόημα η ολη ιστορία. 

Δηλαδή κοίταξε να δεις: πες ότι έχω ζωγραφίσει τη λέξη ΠΑΟΚ ας πούμε πάνω στον πίνακα. Του σχολείου τον πίνακα. Κι εσύ ας πούμε είσαι κολλημένος με τη μούρη στον πίνακα. Η μύτη σου λέμε λερώνεται από τη κιμωλία. Άμα σου πω πες τί γράφει θα πεις; Όχι. Κάνε πέντε – δέκα βήματα πίσω. Τότε θα πεις. Μόνο τότε. 

Θέλει απόσταση δηλαδή. Για να δεις τη λέξη. Όχι ΠΑΟΚ, «καπιταλισμός». Άμα τρέχεις απ’το πρωϊ για να καλύψεις τις κάρτες είσαι με τη μούρη πάνω στον πίνακα. Σιγά μη βγάλεις άκρη. Και σιγά μη δώσεις δεκάρα για τον πιτσιρικά που πουλάει «Οδηγητή» να πούμε -το πολύ να πεις ένα χαρά στο κουράγιό του, άντε ν’αγοράσεις και κανένα, να θυμηθείς που πιτσιρικάς είχατε πάει στο φεστιβάλ με την παρέα απ’το Λύκειο, σας έσερνε εκείνη η μελαχροινή του Γ2. Και μετά το καλοκαίρι σε 10 μέρες αδειάζεις κάπως και σού’ρχονται όλα φόρα παρτίδα.

Σου λείπουν οι λέξεις βέβαια. Καπιταλισμός, πλέγμα σχέσεων παραγωγής, εκμετάλλευση, υπεραξία..Σου μάθανε ότι είναι «ξύλινες», αλλά ζορίζεσαι κιόλας -με το δίκιο σου δηλαδή, τόσα χρόνια «παλιός καλός ελληνικός κινηματογράφος» και «έγκυρα δελτία ειδήσεων» δεν ξεγράφονται.

«Διότι ρε φίλε..πώς σε είπαμε;» «Αρτεμίδωρο» «Ε, που λες Αρτεμίδωρε, άμα να πούμε κονομάς για κανά διάστημα , όχι πολλά δα, πες δυο τρία χιλιάρικα το μήνα, χτίζεις τη ζωή σου πάνω σ’αυτά. Και να χρεώνεσαι για σπίτι, να το παιδί σε ιδιωτικό, να το καινούργιο αμάξι, να τα ταξίδια με την κυρά.. Όμως άμα κάτσει η στραβή και πέσεις στο 1μιση την έβαψες φίλος. Πώς μαζεύονται μετά μου λες;» » Ζόρικα..» «Ρε δε μαζεύονται σου λέω.. Και γλύφεις εκεί που έφτυνες, και σέρνεσαι στα κάτουρα και λες κι ευχαριστώ από πάνω. Και κάθε τέσσερα χρόνια, το ρίχνεις αφού ρωτήσεις το αφεντικό πρώτα για νά’σαι εντάξει και νά’χεις το κεφάλι σου ήσυχο. Έτσι ήταν έτσι θα μείνουν τα πράγματα. Πώς το έλεγε το τραγουδάκι;..αυτός ο κόσμος Κεμάλ δεν αλλάζει.. Να πάρουμε καμιά μπύρα ακόμα;».

Τ’ότι αλλάζει , αλλάζει.( Και τη μπίρα θα την πάρουμε, εννοείται.) Αλλά ας μην το κάνουμε θέμα. Ένα πρωϊ ξυπνάς και νιώθεις ότι δε σε δένει τίποτα. Βγαίνεις στους δρόμους και τους βλέπεις όλους τρελλαμένους.Ένας να ρίξει το σύνθημα θέλει.  Ε, κάπως έτσι θ’αλλάξει μια κι όξω. Κι όσα βλέπουμε, λέμε και γράφουμε σήμερα θα τα διαβάσουν οι επόμενοι σαν τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Γραφικές στιγμές ενός κόσμου που έφυγε.  

Το μέχρι τότε είναι επιβίωση. Από εκεί αρχίζει η ζωή.

Τί άλλο; Για μια όμορφη έμαθα που σέρνεται σαν την τελευταία τσουλίτσα – ποιός ξέρει τί πετριά να φαγε κι αυτή -, ότι άμα πιάσεις την ξεφτίλα μετά ψάχνεις να βρεις τον πάτο, διάφορα ψιλολόγια τέτοια που στην ουσία ελάχιστους αφορούν.

Τέλος το καλοκαίρι του 2008 για κάποιους περνάει σαν το καλοκαίρι της ντόπας. Ας πρόσεχαν, τι να πω (αν και βασικά όταν είσαι με τη μούρη στον πίνακα που είπαμε, γυρεύεις να πανηγυρίσεις με την χειρότερη μαλακία που σου σερβίρουν, ψυχολογικό είναι το θέμα..), για μένα το καλοκαίρι του ’08 είναι το τελευταίο που περπατήσαμε στον ίδιο πλανήτη με το Bo Diddley.Την έκανε κι ο gunslinger , έμεινε περισσότερος χώρος για τους φλώρους.

Υπογραφή , σφραγίδα, αυτά από μένα. Δε χανόμαστε..