καπου εκει πισω..

καπου εκει πισω..

«Το άλλο το ξέρεις;»

«Φυσικά»

«Άντε ρε μαλάκα..»

«Λέγε μωρέ…»

«Είναι λοιπόν ο Μάλαμας. Κι έχει πεθάνει. Πάει λοιπόν στον Παράδεισο , γεια χαρά είμαι ο Σωκράτης Μάλαμας, είχα ένα αυτοκινητιστικό πριν κανά τέταρτο και σας ήρθα. Του κάνει η «πόρτα», τί επαγγέλεστε; Τραγουδοποιός απαντά.»

«Τί παναπεί «τραγουδοποιός»;»

«Μπουζουκτσής με όραμα για την ελληνική μουσική. Φχαριστήθηκες;»

«Σαν τη Ζαν Ντ’Άρκ του τύπου..»

«Μάλιστα. Λοιπόν, τραγουδοποιός λέει ο Μάλαμας, όπα του κάνει η «πόρτα» δεν μπαίνεις μέσα. Γιατί; Τραγουδιστές, ηθοποιοί και πολιτικοί απαγορεύεται να μπουν στον Παράδεισο.Μα, ρε φίλε, είμαι ο Μάλαμας έγραψα τραγούδια για το αδιέξοδο του έρωτα, για την απόγνωση, τη μοναξιά, όλα για τους ανθρώπους . Ούτε για τα γκαφρά ούτε .. – Δεν ξέρω τίποτα φιλαράκι, έχω εδώ τον κανονισμό που λέει τραγουδιστές μέσα γιοκ».

«Τέτοια τραγούδια γράφει ο Μάλαμας;»

«Και χειρότερα. Οπότε που λες, πάνω κει στα κομπρεμί σκάει από μέσα ο Νταλάρας, χτυπά την «πόρτα» στον ώμο, «πάω κατά κόλαση να πάρω τσιγάρα» του λέει, τονε βλέπει ο Μάλαμας φρικάρει, «και δηλαδή ο Νταλάρας τι δουλειά έχει στον Παράδεισο; Τραγουδιστής δεν είναι;» Έλα ρε πού’ναι τραγουδιστής ο Νταλάρας…»

«Και μετά;»

«ωχού χέσε μας ρε R5 φέρε να σε ξαναγεμίσω, σκέτη μουρμούρα είσαι απόψε..»

Πρώτον δεν ήμουν σκέτη μουρμούρα. Αντιθέτως είχα τρρρρρομερή όρεξη για χαζοκουβέντες πάνω στη μπάρα -εξάλλου σ’όλη την πόλη είναι ζήτημα νά’μαστε 20 άτομα στους δρόμους, πρέπει νά’μαστε αλληλέγγυοι. Κάτι εύκολο δηλαδή, για τις μεταγραφές του ΠΑΟΚ, το καινούργιο δισκάκι των Ladytron, καμια ιστορία απ’την κρύπτη των ’80ς , τέτοια..Έπειτα το ανέκδοτο ήταν αστείο μόνο άμα προσηλωθείς στο πώς το διηγείται ο φίλος ο Ηρας: κουνάει τα χέρια κάπως, χαμογελάει διαρκώς, κάνει γκριμάτσες. Αλλά αυτά τα έχω συνηθίσει.

Το ποτό τώρα είναι άλλη υπόθεση: βάζεις που λέτε βότκα σ’ένα ποτήρι χάϊ μπολ ( μπαρμανατζίδικη ορολογία, δεν εξηγώ) και μαζί δυόσμο, παγάκια, ζάχαρη αν θέλετε, και λάϊμ -οπωσδήποτε. Χτυπάς με το γουδοχέρι κι από πάνω τιγκάρεις με τσάϊ λεμόνι. Προχτές μας ήρθε να το βαφτίσουμε electrohead.

«Ρε συ, «electrohead» είναι όνομα για μπάντα, όχι για ποτό»

«Ναι.Να το πούμε αλλιώς έτσι, πιο εξωτικό κάπως»

«Unter den Linden», κάνω.

«?»

«Είναι στο Βερολίνο, ο δρόμος..»

«Α, κουλτούρα κι έτσι. Μπα ρε συ, μεγάλη λέξη..»

«Τρεις λέξεις»

«Ναι ναι τρεις λέξεις, σε μια αν σου βρίσκεται κύριε φιλόσοφε»

«Κοτμπους»

«Χα! Φέρνει σε Bauhaus, γότθους, Στοκχάουζεν..καλό!»

«Είναι και Ανατολικογερμανέζικο..»

«Α καλά..»

Μπαίνει μέσα μια παρέα όλο πιτσιρίκια. Τα μαλλιά όρθια, οι μικρές pret a porter -το εναλλαχτικό ξέρετε.. – ήμασταν τρεις γίναμε δεκατρείς. Άντε και χίλιοιδεκατρείς. Έρχεται απ’τη μπάρα ο Λάκης

«Τί ζήτησαν;»

«Μπουκάλι Ούρσους». Χαμογελάω. Ξέρω τί έγινε..

«Ε, τους είπα δεν έχουμε» κλείνει το μάτι κι αυτός. «Πιάσε μπύρες. 3 Άμστελ, 1 Παουλάνερ..»

Τό’χουμε αναλύσει με άλλη αφορμή: ΔΕΝ γίνεται να είσαι στάλα αξιοπρεπής όταν μπαίνεις σε μπαρ και παραγγέλνεις τέτοια. Είναι ντροπή το ότι κυκλοφορούν και πράξη αντίστασης το ότι δεν σερβίρουμε. Πιάνουμε μια κουβέντα για το καινούργιο των Bauhaus, είναι λέω συγκλονιστικά βαρετό -και συνειδητοποιώ ότι κι εγώ βαριέμαι. Τους το λέω.

«Γιατί ξώμεινες σήμερα;»

«Δουλειά»

«Η μικρή;»

«Δουλειά»

«Τόσα λεφτά τί θα τα κάνεις ρε;»

«Θα τα κάνω ταπετσαρία στο γραφείο. Ή θ’αγοράσω το μέρος και θα δουλεύεις για μένα»

«Ένσημα θα κολλάς;»

«Η κοινωνική ασφάλιση είναι κατάχτηση της εργατικής τάξης..»

«Σε προσλαμβάνω, μου λέει.

Μια και τακτοποιήσαμε το επαγγελματικό μας μέλλον, τσούλησα σιγά σιγά ως το σπίτι. Ξύπνησα στις 6 και μετά στις 11μιση.Πουκαμισάκι, παντελονάκι φτάνω στο γραφείο,ανοίγω ερκοντίσιον -προσωπική μου κατάκτηση αυτό -τακτοποιώ κάτι φακέλους, ρίχνω μια ματιά για μια ανακοπή. Οι φάκελοι εντάξει,η ανακοπή χλωμή.Πετιέμαι στο περίπτερο παίρνω Ρίζο, Οδηγητή και Ελευθεροτυπία. Βαριέμαι ν’ανεβαίνω πάλι, σέρνομαι ως τον πεζόδρομο 50 μέτρα παρακεί. Φραπεδάκι.

Κάτι τέτοιες ώρες -σπάνιες τον τελευταίο χρόνο -αισθάνομαι..κανονικά. Το κινητό δεν χτυπάει, τα μάτια δεν βαραίνουν, οι λεπτομέρειες είναι όλες φόρα παρτίδα. Περνάν πιτσιρίκες μωρομάνες  – παίζει νά’μαστε και συμμαθητές με κάποιες.. Απέναντι είναι το κτίριο του σερβικού προξενείου – πρώην γιουγκοσλαβικού, πρώην νέας γιουγκοσλαβίας, πρώην Σερβίας -Μαυροβουνίου. Ακόμα πιο παλιά ήταν λέει ένα είδος λέσχης, που μαζεύονταν διάφοροι ανήσυχοι νέοι και έπαιζαν τζαζ. Άκου να δεις τί γινότανε.. 

Θυμάμαι το ’99 είχαμε πάει πορεία αλληλεγγύης σαν ΦΕΑΠΘ από την πλατεία Χημείου -νομίζω.. -μέχρι εδώ. Ήμουνα κι εγώ εκεί μ’ένα κόκκινο βρακί, θυμάμαι μάλιστα το ΔΑΠίτη τότε να κρύβεται από πίσω: «Τί’ναι ρε;» «Όλα κι όλα ρε σεις, όχι νά’μαστε και πρώτη μούρη η φιλελεύθερη παράταξη».. Μετά το 2001 όταν έριξαν το Μιλόσεβιτς, διαμαρτυρία της ΕΔΥΕΘ κατεβαίνει ένας υπάλληλος «ντον’τ σπηκ ίνγκλις γουατ ιζ;». «Αγκένστ δι ιμπίριαλιστ ιντερβένσιον ιν Σέρμπια». «Γκιβ μι δε πέϊπερ του γκιβ το κονσουλατ..» Αμ δε, το θυροκολλήσαμε κι άντε γεια.

Ανοίγω την Ελευθεροτυπία. Συγκλονισμένη η καλή εφημερίδα από τα σκάνδαλα. Τους γελοίους, όχι θα ξεχάσω που εκείνα τα χρόνια , που όλα τά σκιαζε ο εκσυγχρονισμός και τα πλάκωνε το λάϊφσταϊλ, είχανε βαλθεί να μας πείσουν για το πόσο επαναστάτες ήταν στα νιάτα τους οι πρώην ΕΚΚΕτζήδες, και πόσο αμέμπτου ηθικής – ως νυν τεχνοκράτες. Τώρα αναρωτιέσαι οι καλοί συντάχτες κι η καλή διέυθυνση της καλής εφημερίδας κανά δωράκι ΔΕΝ είχε πάρει για να «τροποποιήσει» την ηθική της υπόσταση και να καμωθεί κι αυτή -και το αναγνωστικό της κοινό που έχει και περισσότερο νόημα.. – ότι «όλα βαίνουν καλώς»;

Τέτοια αναρωτιέμαι, το μονόχνωτο σταλινικό απολίθωμα με τη σπηλαιώδη τριτοδιεθνίστικη φωνή. Ένας καθηγητής στη νομική ήταν αυτός. Τά’γραφε τα παραπάνω στην «Πολιτειολογία» του, για να μας ψήσει για το μεγαλείο της Βεμπεριανής ανάλυσης για το κράτος. Αμ, τα σκατά όπως και να τα δεις σκατά είναι, ποιος Βέμπερ και ποιο αστικό κράτος: καπιταλισμός σημαίνει να κονομάμε  -κοντολογίς. Αν κονομάς δεν χρειάζεσαι θεωρίες, ιδεολογίες, επεξηγήσεις και δια ταύτα. Αν δεν κονομάς χρειάζεσαι στρατούς, κοινοτικές οδηγίες και σχέδια κατά της ριζοσπαστικοποίησης, παραμύθιασμα στο πόπολο για τον εναλλαχτικό σχέδιο διακυβέρνησης -έχει σήμερα η Ελευθεροτυπία άρθρο του Δραγασάκη και άρθρο γραμμής του Καρελιά για το ΣΥΡΙΖΑ, μούρλια!

Χαμογελάω μόνος μου. Με κοιτάει η σερβιτόρα, ποιος ξέρει τί να σκέφτεται – πολύ θα ήθελα να με κοιτάει αναρωτούμενη τί να σκέφτομαι εγώ. Τι..καλοκαίρι είναι, τά’παμε..

Γράφει ο Στάθης για την «(…)κόκκινη σημαία στην κορυφή του Ράιχσταγκ -αυτή η στημένη κι εκ των υστέρων φωτογραφία, ίσως νά’ναι μαζί με τη Γκουέρνικα -τα ωραιότερα έργα τέχνης που έφτιαξε ο άνθρωπος απ’όταν ιστόρησε τον Παρθενώνα». «Στημένη»; στραβώνω αρχικά. Ξαναδιαβάζω. Ξαναχαμογελάω. Η φρίκη της Γκουέρνικα αποτυπώνει το θρίαμβο της βαρβαρότητας. Ο σ.λοχίας το θρίαμβο του ανθρώπου πάνω στη βαρβαρότητα. Συνεχίζει «Οι άνθρωποι χωρίς τα «μυστικά ονόματα», τα παιδιά των εκατομμυρίων που χάθηκαν στις ανθρωποθυσίες αιώνων, κάτι ετοιμάζουν εκεί έξω, κάτι θανατερό, κρύο ανθρώπινο..».

Επανάσταση.Να τα λέμε τα πράγματα με τ’όνομά τους κακό δεν κάνει. Και ιμπεριαλισμός.Και σύμφυση κράτους -μονοπωλίων. Και λαϊκο μέτωπο.

 Κλείνω την εφημερίδα. Στρίβω ένα τελευταίο. Ένα χαλαρό αεράκι φυσάει απ’ώρα, δροσίζει λίγο τον πεζόδρομο. Φωνάζω τη μικρή να την πληρώσω, λέω να ξανανέβω γραφείο, κάνει πρόγραμμα ο Νίκος ο Βοτσ. κάτσε να τον ρωτήσω τί παίζει. Να τάνεβάσω στο βλογ αν είναι..