Π.χ.:

βγαίνεις έξω κατά τις 11 να πάρεις τσιγάρα. Βερμουδικό, σαγιονάρα, ροζ μπλουζάκι , το σύνολο 70 κιλά βαρεμάρας. Έχει δροσίσει κάπως έξω, και μυρίζει καταιγίδα – πραγματική – κάπου μακρυά. Επόμενα δεν πας απ’το κοντινό περίπτερο αλλά λίγο παρακεί, θες να δεις και κανάνάνθρωπο – από αυτούς είσαι ως γνωστόν. Μετά βλέπεις μια φίλη. Από παλιά. Αγκαλιές φιλιά , χαθήκαμε. ( Είχαμε λόγο που χαθήκαμε σού’ρχεται να πεις, μα η ειλικρίνεια είναι υπερτιμημένη αρετή).

«Κερνάω μπίρα». Μην περιφρονείς ποτέ ένα τζάμπα μεθύσι -που έλεγαν κι οι αρχαίοι ημών πρόγονοι. Ή ο Πρόεδρος Μάο,  δεν θυμάμαι..

Το μαγαζί το σνόμπαρες πάντα, εδώ που τα λέμε αλλά εντάξει. Βλέπεις κι άλλους φίλους από τότε μέσα και αράζεις (..είναι προβληματικές αυτές οι «χαθήκαμε ρε» συναντήσεις, τραβάτε με κι ας κλαίω δηλαδή τώρα αλλά ΟΚ, να υπάρχει και μια πίσω πόρτα, ένα αύριο έχω δουλειά, ένα τηλεφώνημα στις 3μιση, καταλαβαίνετε…).

Κιαλάρεις την αφίσα του Blow Up. Στη δεύτερη μπίρα ήδη , η εκταφή της όποιας σχέσης είχε υπάρξει αποδείχτηκε πλέρια επιτυχημένη και το πτώμα έλιωσε μια χαρα. Βαθειά μπαλιά: «Θυμάσαι πού’χαμε δει το «Blow Up»; (..είσαι και μαλάκας: κανονικά έπρεπε να πεις «θυμάσαι την καταστροφή της Σμύρνης;». Ή έστω κανά σχόλιο για το Γιούρο..). Θυμόταν..

Ο DJ πιάνει την κουβέντα, αμολάει Yardbirds. Και μετά Pretty Things – μορφωμένος ο φίλος. Και μετά κάτι ψυχεδελικές αηδίες της δυτικής ακτής, κι έπειτα πάλι Βρεττανία, Tomorrow, Kaleidoscope UK κλπ. Ακόμα και του εχθρούς Pink Floyd – Piper At The Gates of Dawn χρόνια. Αρχίζω να αισθάνομαι εντελώς ανάλαφρος. Πάω τουαλέτα, μου χτυπάνε την πόρτα «Παρακαλώ περάστε» κάνω, γελάει ο τύπος, βγαίνω, σκασμένος στα γέλια ακόμα, του χτυπάω την πλάτη «Πώς τα βρίσκουμε ρε φίλε οι Έλληνες στα ξίδια» μου λέει, «Τό’γραψε κι ο Φλωμπέρ» του λέω,  «Ναι ξέρω, λέει, στο «Εγκώμιο στο Νίκο Βαμβακούλα». Fookin’ Hell υπάρχουν ακόμα τέτοια άτομα εκεί έξω.

Γυρνάς στη μπάρα, φτάσαμε δυομιση, το κινητό δε χτύπησε, οι μπίρες έχουν απ’ώρα γίνει τέσσερις, έχει πιεί λίγο παραπάνω και σκορπάει παντού τ’αλάτι: άσπρη τεκίλα, και ξανά άσπρη τεκίλα, και το λεμόνι σου γυρνάει το μάτι και μετά τη σηκώνεις από κάτω που σκόνταψε – είπε – και μετά δεν περιγράφω άλλο.

Ας πρόσεχε ο εντελώς φανταστικός ήρωας του εντελώς φανταστικού κειμένου, που όλοι και όλες φανταστήκατε ότι διαβάσατε.

Πάρ’τε και το σάουντρακ της χτεσινής βραδιάς, από το ’68 και τη μπάντα του Arthur Brown, το » Nightmare » (στα πλήκτρα είναι ο Vince Crane, και όσοι γνωρίζουν ξέρουν..)

 

Dynamic explosions in my brain, shatter me in to drops of rain 

 falling from a yellow sky, orange spaces through an open’d eye..