Θυμάσαι;

Φυσικά και θυμάσαι. Tον περισσότερο καιρό θυμάσαι.Ενώ κανονικά πολλά θά’πρεπε να τα είχες περάσει γομολάστιχα και  θά’ πρεπε να πιάνεις την πέτρα και να τη στύβεις, κατά πως λέν οι παππούδες. Θά πρεπε αλλά τα πόδια σου είναι φτιαγμένα από πλαστελίνη και τα χείλια σου δεν τολμούν ν’ανοίξουν να μιλήσεις. Να μιλήσεις. Το προσπαθείς δηλαδή αλλά σου βγαίνουν κραυγές. Ουρλιαχτά ενίοτε. Άναρθρα γενικώς.

Θυμάσαι ωστόσο, επίμονα. Κριτής σου δεν είναι το τώρα, είναι το παρελθόν σου. Εκείνο το τετράχρονο αγοράκι εκείνης της φωτογραφίας – θυμήθηκες τώρα ότι η μηχανή ήταν αγορασμένη από την ΕΣΣΔ, χα!:  είναι καρναβάλια, φοράει τη στολή του καμπόη και πυροβολεί τους γονιούς του, οι οποίοι κάνουν πως πέφτουν. Μια χαρούμενη στιγμή ενός ευτυχισμένου πιτσιρίκου.

Μέχρι πριν ελάχιστα χρόνια οι γκόμενες την έβρισκαν τρισχαριτωμπαντου υπαρχεις σ.ένη τη φωτογραφία. Δεν σε πολυένοιαζε αυτό – αφού έφτασαν στο δωμάτιό σου, ε; .Τώρα ψάχνεσαι λίγο. Αγχώνεσαι.Το αγοράκι  με το πιστόλι του πλέον σημαδεύει εσένα.» Ήμουν ευτυχισμένος τότε. Σήμερα τα πράγματα είναι σκούρα. Ανέλαβες να με φροντίζεις φίλε, το τετράχρονο μεγάλωσε κι έγινες εσύ. Πες μας λοιπόν γάτε, τί γίνεται;».

Ε, λοιπόν.. καλά δεν ήσουν και κανάς χαζούλιακας. (λες μέσα σου). Τα περίμενες τα δύσκολα. Ήσουν από αυτούς που επέμεναν στα αμφιθέατρα για το που θα μπεί το κόμμα και που η παράγραφος. «Καμμιά φορά η ταξική πάλη κρίνεται κι από κει». Α, βλέπεις; Ήξερες και την ταξική πάλη.Και τώρα τη νιώθεις στο πετσί σου φίλε μου.

Είναι λίγο δύσκολο να γειώνεσαι στο παρόν. Είναι ακόμα πιο δύσκολο να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα στην ιστορία. «Καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις», «ταξική πάλη»,»ανταγωνιστικότητα», «ιμπεριαλισμός», φράσεις δύσκολες, να τις πεις και, κυρίως, να τις δεις. Όταν βάζεις κάτω λογαριασμούς ίσως νιώσεις τα τσιμπήματα. Όταν ψάξεις πιο έξω τί γίνεται- εκεί είναι που χάνεσαι. Γενικόλογες κουβέντες, γενικόλογες ελπίδες, «τέχνη» έωλη, τραγούδια ψόφια, μπλογκς, γήπεδα,ένας κόσμος που ξετυλίγεται μπροστά σου και σ’αφήνει άδειο. Κρύβεσαι πίσω από ταμπέλες: «γενιά των 700€», «τριαντάρηδες» και τέτοια. Αυτά όμως είναι μπούρδες έτσι; Ούτε καν παρηγοριά. Είναι κι αυτό το πιτσιρίκι που δείχνει τρισευτυχισμένο..

Ανησυχείς και δεν είναι του τύπου σου. Δουλειά, τρέξιμο, το κεφάλι κάτω, βιαστικές καλημέρες, βιαστικοί καφέδες, τρίλεπτες κουβέντες «καλά;»»καλά». Καμιά συναυλία – με το στανιό, το εισιτήριο είναι ακριβό. Διακοπές καμια βδομάδα – σε κλέβουν εκεί κανονικότατα αλλά ντρέπεσαι. «Εναλλαχτικά μωρέ..» και – νομίζεις -ξεμπερδεύεις.

Γαμος; χα! «Φυγή προς τα εμπρός», σκέφτεσαι κι έχεις τα δίκια σου: οι παλιές σου φίλες μιλάν απολογητικά – «ξέρεις δεν είναι πια έρωτας, είναι αγάπη» – δεν τολμάν να σε κοιτάξουν στα μάτια όταν σου μιλάν αλλά εσύ καταλαβαίνεις, εξάλλου τα πρώτα χαρτζιλίκια από διαζύγια φίλων ήρθαν.

Τα βάζεις κάτω: τί διάολο έκανες λάθος; Τα πτυχία σου τα πήρες, τη δουλειά σου την ξεκίνησες, προσπαθείς να είσαι τυπικός,προσπαθείς να ΜΗΝ είσαι πικρόχολος, προσπαθείς τέλος πάντων να ζήσεις μ’αξιοπρέπεια. Το παζλ δεν βγαίνει όμως. Λείπει ένα κομμάτι. «Ελαττωματικό λοιπόν..».

Ξαναγυρνάς στο αγοράκι. «Δεν φταίω εγώ ακριβώς φίλε.Φταίει το πώς μου τα έμαθαν». Χμ. «Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους» σκέφτεσαι πάλι, και νιώθεις ότι έτσι είναι: τα σχολειά, η οικογένεια, ο στρατός, η παραγωγή όλα σου μαθαίνουν να κάθεσαι φρόνιμος. Τόσο που όταν το δικό σου διάβασμα, οι δικές σου εμπειρίες, η δική σου ζωή σε φέρνουν έξω απ’το παράθυρο αισθάνεσαι ο τρελλός του χωριού.

 Ο «τρελλός» του χωριού των τρελλών ξανασκέφτεσαι -ε, να που σου χρησίμεψε η λογοτεχνία.

Το λοιπόν: σπούδασες, δούλεψες, κουράστηκες. Οι στρατιώτες πήγαν στη μάχη, κέρδισαν τα μετάλλιά τους. Γύρισαν σπίτι και τα πέταξαν. Δεν είναι του στυλ σου ν’ανησυχείς αλλά βλέπεις τον συνομήλικό σου, νέο αστέρα της συνομοταξίας των Ζορρό (από αυτούς που θα μας σώσουν χωρίς εμάς) , να σου «κλείνει το μάτι» -και να σου ζητάει να κλείσεις τα μάτια – και να χαμογελά κάνοντας τα σχέδιά του. «Ιδεολογικοί μηχανισμοί του Κράτους» ξαναλές και τώρα χτυπάς το πληκτρολόγιο με μεγαλύτερη μανία. Γαμώ την καταδίκη μου!

Τί ωραίοι που ήταν οι παλιοί κομμουνιστές! Ρίχναν ένα σύνθημα «εμπρός στον αγώνα» και καθάριζαν. Κορώνα γράμματα ήταν τότε το πράμα. Τώρα εκατό τέτοια συνθήματα να ρίξεις συναντάς -συνήθως -άδεια βλέμματα. Έτσι σ’έμαθαν. «Τους» εμαθαν – διαμαρτύρεσαι. Να ελπίζουν από πάνω, να βρέξει ευτυχία. «Ιδεολογικοί – ε, καλά μας τό’πες το μάθαμε.

Λοιπόν τετράχρονε για να τελειώνουμε: δεν θα μας βάλουν στο χέρι, εντάξει; Καλύτερα χειρότερα δεν μπορώ να σου πω από τώρα. Δεν θα μας βάλουν στο χέρι όμως – αυτό στο υπόσχομαι. Και, δεν ξέρω, αυτό το πιστολάκι που κρατάς μπορεί να το πάρω στα σοβαρά κι εγώ.

The Housemartins – «Bow Down».      

Mother, father, I think that I would rather
Stay at home with you for another year
That buildings so tall and it makes me feel so small
That I might get lost and simply disappear
Evil smiles wont change my mind
Im worried and Im not the worrying kind
Whys that man rubbing his hands
Looking at me writing down his plans?

Today I have been moulding plasticine
And I made a little man who looked just like me
His limbs were so weak and he couldnt move hiw mouth to speak
And I could bend him into any shape I wanted him to be

Evil smiles wont change my mind
Im worried and Im not the worrying kind
Whys that man rubbing his hands
Looking at me writing down his plans?

Those kids with the blazers on
They went in with names on their elbows
Came home with medals on
Spit it out thats the way the story goes

A flying start for the briefcase crew

Oh, you didnt have to teach me like you did
But you did
And you didnt have to beat me like you did
But you did
But you did
You did
You did