Φεβρουαρίου 2008


o Carlos Marighella - Ύ?ραψε το εγχειρίδιο του αντάρτη πόλεων (άσχετο αλλά αφορμή Ώ?αχνα για να σηκώσω φώτο του)«Ο Τρεφφαί είχε ήδη πληροφορηθεί απ’το ραδιόφωνο ότι ένα κείμενο είχε φτάσει στις εφημερίδες και τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, ταχυδρομημένο από το Παρίσι τη νύχτα, ήταν υπογραμμένο από την ομάδα Νάδα, διεκδικούσε την απαγωγή του πρεσβευτή και ζητούσε τη δημοσίευση της διακήρυξης σε όλες τις εφημερίδες καθώς και την πληρωμή από το κράτος 200,000 δολλαρίων ως λύτρων.Το κράτος είχε σαράντα οχτώ ώρες προθεσμία για να απαντήσει, δηλαδή ως τη Δευτέρα το μεσημέρι. Αν απέρριπτε τις προτάσεις θα εκτελούσαν τον πρεσβευτή.» 

…καλά. Το παραπάνω απόσπασμα θα μπορούσε να είναι κατ’ευθείαν βγαλμένο από την κινηματογραφική αφίσσα – ή να είναι κείμενο trailer.Τί θα γίνει άραγε; – σας φαντάζομαι ν’αναρωτιέστε. (..αν και μάλλον ξέρουμε όλοι τί γίνεται σχεδόν πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις) 

Είναι η σελίδα 123 από το μυθιστόρημα του Jean Patrick Manchette -για τον οποίο κάτι ψιλογράψαμε εδώ -,  «Nada», το οποίο πρωτοκυκλοφόρησε το 1972 . Το αναπαράγω από τις εκδόσεις «Στάχυ», Αθήνα 1996 σε μετάφραση Γιάννη Καυκιά. Επίσης ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του εξαποδώ  ( θα μπορούσε να είναι και τραγούδι , at his satanic majesty’s request  😉 ). Πιστεύω ότι είναι από τα σπουδαιότερα polar μυθιστορήματα ενώ επίσης είναι πολύ ουσιαστικό από την πολιτική πλευρά των πραγμάτων -καθώς ανατέμει την υπόθεση του «αντάρτικου των πόλεων».Aφήστε που ήταν και το πρώτο βιβλίο που βρήκα δίπλα μου… 

Ευχαριστώ τον εξαποδώ για την πάσα, οι Παρτιζάνα   , Γκρανμα, Σκακιστικό blog, και Teenage Idol ..στο καθήκον -εκτός και το έχουν ήδη κάνει – κι επίσης αν κανένας από το εκλεκτό αναγνωστικό μας κοινό θα ήθελε να αξιοποιήσει το χώρο του βλογ για να πάρει μέρος καμμιά αντίρρηση, οι κανόνες είναι οι εξής:

1) Βρίσκουμε το πλησιέστερο βιβλίο με τουλάχιστον 123 σελίδες.
2) Πάμε στη σελίδα 123
3) Παραθέτουμε την 6,7 και 8 περίοδο*.
4) Καλούμε άλλους πέντε ιστολογούντες…

*είναι το διάστημα που ξεκινά με κεφαλαίο και τελειώνει σε τελεία.

Τα γεγονότα, νομίζω ο Μαγιακόφσκι τό ‘πε – ή ο Μαρξ;- , σπάνια έρχονται γυμνά. Φοράν πάντα από πάνω τους μπόλικα ρούχα: πολύχρωμα ενίοτε, εντυπωσιακά συχνά, άλλοτε φτηνιάρικα και άτσαλα συνταιριασμένα,  πάντως, ως γεγονότα, καλύπτονται. Έτσι που την ουσία τους να μην μπορείς να τη διακρίνεις παρά ύστερα από καιρό.. Όχι δηλαδή ότι δεν υπάρχουν κι οι διάφοροι που τα βλεφαριάζουν πάνω κάτω με την επιμέλεια καμακιού στη Ρόδο. Άλλα κι αυτοί δεν είναι άσφαλτοι – ένεκα που σφάλλουν συχνά, διότι το κάθε βλεφάριασμα είναι ζήτημα οπτικής γωνίας: πάνω, κάτω,  αριστερά ( το πιάσαμε το υπονοούμενο ε;) και δεξιά.. Συν (κι εδώ το πιάσαμε το υπονοούμενο ε;)  του ότι κάποιοι κάνουν το κρέας ψάρι ή, όπως έλεγε για τον Κυρκο ο Τζιμάκος, κάνουν την (μάγισσα) Κί/ύ ρκη και ενώ τα βλέπουμε καθαρά τα γουρούνια μας τους λένε για ανθρώπους. Που παναπεί πρόβλημα βέβαια γιατί ενώ πας να ψωνίσεις μαρούλι σου βγαίνει μπρόκολλο , ή αν θες, εκεί που λες «ας ακούσω την άποψη της αριστεράς» ακούς την άποψη της δεξιάς και μπερδεύεσαι εσύ, εσύ λέω, που έκανες κοπάνα από την ΟΒ σου όταν είχατε ιδεολογικό μάθημα, που προτιμούσες το χαβαλέ στο τραπεζάκι απ’το να διαβάσεις για τον αποστάτη Κάουτσκι, που πολύ θα ήθελες για την πάρτη σου να εμβαθύνεις αλλά ας όψεται η δουλειά κι οι υποχρεώσεις.

Εσύ- ω! εσύ –  ας πρόσεχες. Γενικώς. Άμα εξαιρέσουμε την αντίθεση κεφάλαιο – εργασία όλα τ’άλλα σ’αυτή τη ρημο σ.Γκιάπ διάβαζε όοολο το ΛΎ?ιν του γι’αυτό και νίκησε τους Αμερικάνοι, τους οπορτούνες κι όλους τους εχτρούς του λαούαδοζωή έρχονται σε αποχρώσεις λεπτές όσο το οδοντικό νήμα λέμε, κι άμα δεν έχεις μάτι εξασκημένο γάματα.

Για πάρ’τε τώρα κάβο μιαν υπόθεση: το Κοσσυφοπέδιο «ανεξαρτητοποιείται» εντάξει; (μέσα σε εισαγωγικά το ρήμα βέβαια γιατί αν είναι να  διώξουν – οι ΗΠΑ – τους καταπιεστές Σέρβους για να δουλεύουν οι ντόπιοι μεροκάματα του τρόμου σε πολυεθνικές , με μαύρο δάκρυ θα κλαίν οι τύποι εκεί). Επίσης σπρώχνεται η «οριστική» λύση του ζητήματος της ονομασίας της πΓΔΜ. Η Ελλάδα ψιλοστριμώχνεται γιατί η λύση δεν έχει να κάνει με το -λογικό -του γεωγραφικού προσδιορισμού αλλά με την άσκηση πιέσεων στη χώρα της Νάνας Μούσχουρη για μια σειρά ζητήματα (ποια;) . Αγωγοί πετρελαίου στήνονται και σχεδιάζονται, η Κύπρος μπαίνει επίσης σε τροχιά Ανάν 2 – άλλο πράμα να προτείνεται δεν το κόβω εκτός και την αποφασιστική επί του κυπριακού  αρμοδιότητα αναλάβει η ΚΕ του ΚΚΕ- , οι προτάσεις των διεθνών διαμεσολαβητών αποκρύβονται από τα κόμματα αλλά διοχετεύονται στο «ελεύθερο» Βήμα, κρατάμε την ανάσα μας για το επικείμενο- «μητέρα όλων των σκανδάλων»- σκάνδαλο της Siemens, και βέβαια..

..ο νέος εκλεκτός εδώ και λίγες εβδομάδες διαπρέπει στην τέχνη του να εντυπωσιάζει τους πάντες με την επιχειρηματολογία και τις καινοφανείς ριζοσπαστικές του απόψεις χωρίς να λέει τίποτα απολύτως. Τα λένε οι άλλοι γι’αυτόν ότι τα λέει. Κι εσύ, εφ’όσον ακούς να λέν γι’αυτόν ότι λέει, λες κι εσύ πως λέει πράγματα σπουδαία, και μετά το λενε όλο και περισσότεροι και μετά «εμφανίζονται» (ναι βρε! από μόνα τους)  κάτι γκάλοπ που δίνουν σ’ένα κόμμα –  το οποίο  πανηγύριζε πριν λίγους μήνες  όταν πέρασε με δεύτερο δεκαδικό το 5% –  το 15% στην πρόθεση ψήφου (προφανώς γίνονται τιτάνιες ανακατατάξεις στην πολιτική συμπεριφορά του Έλληνος). Και έπειτα λες, πάλι, εσύ, ο αριστερός, «ε, άρα νικάμε –  γινόμαστε περισσότεροι». Που να πάει το μυαλό σου ότι ακόμα και το εξημερωμένο ΚΚΙταλίας (εξημερωμένο μεν – ΚάπαΚάπα δε) του έδιναν 5 -10 μονάδες κάτω τα γκάλοπ έτσι, μπας και σπάσει ο διάλος το ποδάρι του..

Διαβάζω σήμερα στην Ελευθεροτυπία:»συνάντηση ΣΥΡΙΖΑ με Μπαμπατζάν στην Άγκυρα».Όπου ανάμεσα σε άλλα ο ΣΥΡΙΖΑ μας ανακοίνωσε ότι ο κ. Μπαμπατζάν (υπΕξ της Τουρκίας έτσι;) εξέφρασε την ικανοποίησή του «για τη βελτίωση των σχέσεων και τη συνεργασία των δυο χωρών σε μια σειρά τομείς». Επίσης θυμάμαι προ τριμήνου – διμήνου; -την επίσκεψη Αλαβάνου στην πΓΔΜ και το εκεί αντίστοιχο κλίμα που μεταφέρθηκε από το σχετικό ανακοινωθέν του ΣΥΡΙΖΑ.

Πη Αρ ίσως μου πείτε. Γυρνάει ο ΣΥΡΙΖΑ – οι μεγάλοι όχι ο νέοπαρ -τα Βαλκάνια και συναντιέται με κυβερνήσεις. Έλα όμως που αυτό δεν είναι δημόσιες σχέσεις: Άραγε θα συναντούσε η Μπακογιάννη τον εκπρόσωπο του ODP της Τουρκίας αν ερχόταν από εδώ; Αν είχε κάτι να βγάλει μόνο. (πολύ σωστή σκέψη: τί έχουν να βγάλουν όλοι τούτοι από το ΣΥΡΙΖΑ;).

Εάν , λέω τώρα, για την Κύπρο προαλείφεται λύση τύπου Ανάν, θα πρέπει κάπως να πιεστεί η Ελλάδα, να πιέσει την Κύπρο να τη φάει -τη λύση –  και να πει κι ευχαριστώ. Για να γίνει αυτό θα πρέπει η Ελλάδα να πάρει κάτι από το «θέμα» της Μακεδονίας που να το παρουσιάσει ως νίκη -γιατί ποιος τον ακούει μετά τον Άδωνι – , κι αν η Ελλάδα δεν τους πολυκάθεται καλά, το προηγούμενο του Κοσσυφοπεδίου θα της το ανεμίσουν στη μούρη τίποτα «εξαγριωμένοι» μουσουλμάνοι υπάλληλοι του προξενείου της Κομοτηνής – ίσως και όχι μόνο τέτοιοι. Που βέβαια οι τελευταίοι μπορεί να ανοίξουν το ζήτημα ανά πάσα στιγμή μια και το πραγματικό θέμα Ελλάδας Τουρκίας είναι η υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου.Ποιος ζηλεύει τον οποιοδήποτε πρωθυπουργό σε μια τέτοια κατάσταση;

Εκείνος , λέω εγώ, που– πιστεύει ο ίδιος και πιστεύουν οι άλλοι γι’αυτόν – μπορεί να εγγυηθεί ότι θα εξασφαλίσει τη μέγιστη δυνατή – λαϊκή -συναίνεση απέναντι σε ΟΛΑ. Γενικώς. Το προαναγγελθέν σκάνδαλο της Siemens – προαναγγελθέν βέβαια, μια και εδώ και κάτι χρόνια , πια, σκούζουν στη Γερμανία για το 2004 – αν σκάσει θα καθαρίσει τη μπουγάδα από πολλούς και διάφορους – κι όχι μόνο πρόσωπα αλλά και κόμματα ενδεχομένως. Ποιοι άραγε είναι αρκούντως «καθαροί» και «άφθαρτοι» για να βγάλουν σε πέρας, με το μικρότερο δυνατό για τον αστισμό κόστος, μια τέτοια αποστολή αυτοκτονίας;

(ε..ανοίχ’τε καμμιά τηλεόραση. Όλα από τα βλογς θα τα μαθαίνετε;).

Παγκόσμια αναταραχή – θαυμάσια κατάσταση έλεγε ο Πρόεδρος Μάο. Και είναι πράγματι τέτοια η κατάσταση, θαυμάσια. Οι από πάνω γυρέυουν λύση  ανάγκης – πλέον-, οι από κάτω πρέπει να ψάξουν λύση ριζική.

Άιντε a las barricadas..

   

«Η μέρα άλλωστε ήταν βαρυσήμαντη και τραγική και δεν επέτρεπε χειροκροτήματα.Σιγή, δάκρυα, ψαλμοί και προσευχές, καλυμμένα πένθιμα τύμπανα και απαλή μουσική ήταν τα μέσα με τα οποία το έθνος σήμερα εξέφρασε την επιδοκιμασία του.»

Ο Τάκης ο Σειράς γεννήθηκε (υπόκωφο βουητό του ερωτευμένου αίματος μέσα στην ανατριχιαστική απογείωση ενός άντρα και μιας γυναίκας που ολομόναχοι κι όμως μαζί παρασέρνονται    και εννιά μηνών ναυτία, υπνηλία, ξύπνημα σε περίτρομη αγωνία κι ο πόνος, το αίμα και οι ακαθαρσίες της γέννας). Ο Τάκης ο Σειράς  γεννήθηκε και μεγάλωσε σε μονοκατοικία στην Καλαμαριά, σε ένα παλιό σπίτι μ’αυλή στη Νίκαια, στα Φάρσαλα, στην Ανθήλη σ’ένα σπίτι από τούβλα, δίπλα σ ‘ένα αχούρι πού’ τανε  παλιά καπναποθήκη έξω από την Καβάλα, σε μια νεόχτιστη οικοδομή στο Γιδά στο       

 μαιευτήριο που έγινε με δωρεά του γερο Ωνάση, σε αριστοκρατική συνοικία σε προάστιο, σε διαμέρισμα σε πολυκατοικία.

– βοηθός σερβιτόρου, ντελιβεράς, φοιτητής οδοντιατρικής, βόηθαγε στα χωράφια το γέρο με τη φρέζα, έκανε κάθε δεύτερο Σάββατο το dj σ’ένα συνοικιακό μπαρ Β’ Εθνικής, έπινε μπάφους στα παγκάκια της εκκλησίας με κάτι μούρες από το Λύκειο, ετοίμαζε βιογραφικά για τεχνικές εταιρίες:

«δεν έχω προϋπηρεσία, μα θέλω να αποκτήσω, το ωράριο;κανένα aytoktonia.jpgπρόβλημα, εντάξει 500€ και τα ταμεία δικά μου, όλοι από κάπου αρχίζουμε ε;»

πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς , αγιασθήτω τ’όνομά σου

Γυμνός παρουσιάστηκε στο στρατό. Τον ζύγισαν, του μέτρησαν το ύψος, κοίταξαν μην έχει πλατυποδία, του εξέτασαν τ’αρχίδια να δουν αν αν είναι δυο, μέτρησαν τα δόντια του, τού δειξαν κάρτες – κάτι παλιοσειρές απόφοιτοι ΤΕΙ Πληροφορικής – για να εξετάσουν την όραση, ακροάστηκαν την καρδιά και τα πλεμόνια του, του έκαναν ακουόγραμμα πριν τις βολές, κάνανε διάγραμμα της ανάλυσης ούρων του και του δείκτη νοημοσύνης του ( «επάγγελμα;» – «δικηγόρος» – «τελείωσες καμμιά σχολή»; – «…»).

Τού έδωσαν μια μεταλλική ταυτότητα με τον αριθμό μητρώου του, να την κρεμάσει στο λαιμό του, τα προβλεπόμενα ατομικά είδη,τον προβλεπόμενο φοριαμό, το προβλεπόμενο κρεβάτι, του έμαθαν να στρώνει το προβλεπόμενο κρεβάτι, να δένει τις αρβύλες με τον προβλεπόμενο τρόπο, να φοράει το τζόκεϊ προβλεπόμενα, να χαιρετάει προβλεπόμενα, να σηκώνει τα μανίκια προβλεπόμενα .

Ο Τάκης ο Σειράς  , κι ο Τάσος, κι ο Μάριος, και άλλος ή άλλες σειρές έκαναν ασκήσεις ακριβείας, πορείες, λύση  – αρμολόγηση όπλων, έτρωγαν γκοτζίλα και πούστη – κάθε Τρίτη – Πέμπτη -, έμαθαν να κρύβουν το τσιγάρο στη σκοπιά, να φωνάζουν δυνατά «αλτ τις ει» και «σβύσε φώτα μηχανή και περιμένε αναγνώριση», να λουφάρουν στον όρχο, να τεντώνονται στις αιφνιδιαστικές επιθεωρήσεις και τα «ανοίχ’τε τους φοριαμούς», να αδιαφορούν στις πρωινές αναφορές, κι επίσης τις πτώσεις και τους χρόνους του ρήματος παλεύω.

» σειρά..την παλεύεις;»

Ένας χρόνος είναι λίγος. Κάποτε λέει πολεμούσαν και τρία και τέσσερα χρόνια και παραπάνω. Δεν ξέρω. Εγώ φοβάμαι. Δεν φταίω που τρομάζω όταν αυτά τα πράγματα σκάνε, με κάνουν και το βάζω στα πόδια αυτά τα πράγματα, ναι. Δεν μπορώ τις ασκήσεις. Δεν μπορώ τις αγγαρείες. Δεν μπορώ τις φωνές. Δεν μπορώ μέσα.

Δεν μπορώ κι έξω.  Δε μου στέλνει μηνύματα καμιά. Οι άλλοι με ξέχασαν στη γιορτή μου. Τ’αφεντικό ήδη πριν φύγω πήρε άλλον -μου τό ‘χε πει. Τα λεφτά τελειώνουν. Το σώμα μου πονάει.   

«δεν την παλεύω ρε σειρά». Είμαι μόνος μου σειρά..

Ο ιερέας προσευχήθηκε στο θεό.

 Ο ανθυπασπιστής του πρώτου ετοίμαζε την ΕΔΕ , ο Ταξίαρχος ούρλιαζε, ο Μέραρχος ζητούσε εξηγήσεις,κάποιοι ΕΠΟΠ μουρμούριζαν «κάν’τε μαλακίες και θα την πληρώσουμε όλοι», κανα δυο πιτσιρικάδες έβαζαν τα κλάμματα, οι άλλοι κοιτούσαν σαν χαμένοι, κανένας δεν θυμήθηκε εκείνο το γελοίο που λέγαμε στο κέντρο «άμα δεις λέει, αυτοκτονία, σε απολύουν αμέσως»..

Το ΓΕΣ έβγαλε ανακοίνωση.Η ΚΝΕ το ίδιο.  Καναδυο εφημερίδες επίσης γράψαν μονόστηλα. Κανείς δεν σκέφτηκε να το κάνει κύριο θέμα.

 Νά’σαι νέος σήμερα είναι λίγο βαρετό για τον Τύπο -εκτός και βολεύεις τα ντεκόρ και της ατάκες του καινούργιου superstar της πολιτικής μας ζωής.

        * το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου , όπως και ο τίτλος, είναι από το διήγημα του Τζον Ντος Πάσος «Το σώμα ενός Αμερικάνου», από τη συλλογή «Αμερικάνικη Προλεταριακή Λογοτεχνία», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, αθήνα 1987 μτφ. Νίκος Σαραντάκος.

Αφορμή η ανακοίνωση της ΚΝΕ για μια ακόμα αυτοκτονία Έλληνα φαντάρου.. 

                                                                                                                                                                        

A. GramsciO Antonio Gramsci είναι μια από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Ήταν από τους πρωτεργάτες (μαζί με τον A.Bordiga) της διάσπασης του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος κι επίσης (μαζί με τον P.Togliatti) της ίδρυσης του ΚΚΙταλίας. [και ιδρυτής της Unita, μιας από τις μεγαλύτερες -κάποτε -εφημερίδες στην Ευρώπη, που τώρα ετοιμάζονται να ξεπουλήσουν, κλείνoντας οριστικά τη σελίδα  της μακράς πορείας εκφυλισμού και ήττας του PCI.]. Το θεωρητικό του έργο είναι πολύ πλούσιο σε όγκο και πολυποίκιλο, καθώς καταπιάστηκε με διάφορα θέματα, από τη θεωρία του Κράτους μέχρι τη λαϊκή λογοτεχνία και την ιστορική καταγωγή των ιταλών διανοουμένων, ενώ έγραψε από παιδικά παραμύθια μέχρι επιστημονικές αναλύσεις. Με αυτό τον μαχητικό τρόπο αντιμετώπισε το μακρόχρονο εγκλεισμό του στις φυλακές του φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι, όπου και τον βρήκε ο θάνατος.

Ένα από τα έργα που έγραψε στη φυλακή ήταν και το «Λογοτεχνία και εθνική ζωή», όπου καταπιάνεται με τη λογοτεχνία στην Ιταλία συνολικά: αναζητά τα λογοτεχνικά είδη που εμφανίζονται, τί διαβάζεται και τί όχι, ποια είναι και ποια θα έπρεπε να είναι μια κρατική πολιτική για τη λογοτεχνία, τί συμπεράσματα βγαίνουν και πως πρέπει να αξιοποιούνται από το επαναστατικό κίνημα. 

 Μ’αυτή την προδιάθεση καταπιάστηκε και με το ζήτημα των αστυνομικών μυθιστορημάτων, που  στη δεκαετία του ’20 είχαν πολύ πλατειά διάδοση στην Ιταλία. Για τον Gramsci η αστυνομική λογοτεχνία -μολονότι αναγνωρίζει ότι εντός της δραστηριοποιούνται και καλλιτεχνικές πένες όπως αυτή του Chesterton  – δεν ανήκει στη λογοτεχνία εκείνη που θα μπορούσε να αξιοποιήσει στην πολιτιστική – μορφωτική δουλειά του το ΚΚ.  Στέκεται κριτικά σε σύγχρονες του απόψεις απέναντι στο θέμα.  Αναφέρεται π.χ.  σε ένα σύγχρονό του Ιταλό κριτικό ο οποίος  » σκιτσάρει ένα πλαίσιο της πρωτοφανούς επιτυχίας του αστυνομικού μυθιστορήματος σ’όλες τις τάξεις της κοινωνίας και προσπαθεί να ταυτίσει την ψυχολογική καταγωγή τους: θα ήταν μια εκδήλωση ανταρσίας ενάντια στη μηχανικότητα και τη στατικότητα της σύγχρονης ζωής, ένας τρόπος να δραπετεύσει κανείς από τον καθημερινό κατακερματισμό. Αλλά αυτή η εξήγηση μπορεί να εφαρμοστεί σ’όλες τις μορφές της λογοτεχνίας λαϊκής ή έντεχνης: από την ιπποτική ποίηση( ο Δον Κιχώτης δεν προσπαθεί να δραπετεύσει κι αυτός, ακόμα και πραχτικά, από τον κατακερματισμό και τη στατικότητα της καθημερινής ζωής ενός ισπανικού χωριού;) στο μυθιστόρημα σε συνέχειες διαφόρων ειδών.Θα ήταν λοιπόν όλη η λογοτεχνία και η ποίηση ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα;». Και συνεχίζει» Το πρόβλημα γιατί είναι διαδεδομένη η αστυνομική λογοτεχνία είναι μια ειδική όψη του πιο γενικού προβλήματος γιατί είναι διαδεδομένη η μη καλλιτεχνική λογοτεχνία».

Ερχόμαστε στο σήμερα τώρα. Όπου η αστυνομική λογοτεχνία εξακολουθεί να είναι πλατειά διαδεδομένη, από την Agatha Kristie,τον Chesterton,τον Hammet(τους κλασσικούς), μέχρι τους συγχρόνους μας Montalban, Manchette,Izzo, Camilleri κι άλλους. Και σήμερα, σε αντίθεση με την εποχή του Ιταλού επαναστάτη όταν και η αστυνομική λογοτεχνία ήταν γενικότερα περιφρονημένη, η νουαρ λογοτεχνία αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Ορισμένοι από τους σύγχρονους νουαρίστες θεωρούνται από τους πιο διακεκριμένους συγγραφείς γενικά -όπως ο Ισπανός, που έζησε πολλά χρόνια στο Μεξικό, P.I.Taibo II- και τα σχετικά βιβλία κάθε άλλο παρά αντιμετωπίζονται συγκαταβατικά ως παραλογοτεχνία. 

Επίσης αλήθεια είναι, πως παρόλο που η παραλογοτεχνική πλευρά του θέματος μάλλον πρέπει να είναι η κυρίαρχη εμπορικά – αν και τεχνικά δεν είναι ακραιφνές αστυνομικό μυθιστόρημα, πάντως οι σαχλαμάρες του Dan Brown σαρώνουν σε πωλήσεις – εξίσου σημαντική απήχηση έχουν και οι εκδόσεις νουαρ με μεγαλύτερη αισθητική σημασία.

Μια σημαντική τάση στο χώρο του νουαρ, ανάμεσα στο «καλλιτεχνικό» ρεύμα ,  είναι αυτή των αριστερών συγγραφέων, που μέσα από τη φόρμα του μαύρου -μη λέμε νουαρ όλη την ώρα – μυθιστορήματος κάνουν τομές σε κοινωνικούς σχηματισμούς και δομές, καταγγέλουν καθεστώτα κηρύσσουν -ή υπαινίσσονται -την επανάσταση. Ή το ρεφορμισμό, συμπληρώνω για να μη δημιουργώ εντυπώσεις στο εκλεκτό κοινό μας. Ένα κείμενο που κάνει αναφορά στο θέμα δημοσιεύτηκε στο βλογ Έγκλημα και Τιμωρία, ( το βλέπετε εδώ ). Και αποτέλεσε αν θέλετε και την αφορμή και για μας, να τακτοποιήσουμε κάποιες σκέψεις πάνω στο ζήτημα.

Είναι συζητήσιμο κατά πόσο αρκετοί από αυτούς τους συγγραφείς είναι αριστεροί – με την έννοια το “μελαγχολικό κομμάτι” κυκλοφόρησε και σε κόμικ πρόσφατατουλάχιστον αν προσπαθούν με την πένα τους και μέσα από το φόρμα του αστυνομικού να κινητοποιήσουν απ’τ’αριστερά συνειδήσεις. Κάτι τέτοιο μπορεί να το πει κανείς π.χ. για έργα όπως «Οι θάλασσες του Νότου» του Montalban.Ή για τα έργα του Manchette (πάρ’τε ένα καταπληκτικό απόσπασμα, είναι οι πρώτες γραμμές, από «Το μελαγχολικό Κομμάτι της Δυτικής Ακτής» του τελευταίου:

«Ο Ζωρζ Ζερφώ τρέχει με 145 χιλιόμετρα την ώρα. Μέσα από δύο ηχεία -ένα κάτω από το ταμπλώ, ένα στο πίσω μέρος -ακούγεται σε χαμηλή ένταση η μουσική που παίζει στο κασετόφωνο, τζαζ στο στυλ West Coast: Gerry Mulligan, Bud Shank, Chico Hamilton.

Την αιτία για την οποία ο Ζωρζ ξεχύνεται έτσι στον περιφερειακό, με αμβλυμένα αντανακλαστικά και ακούγοντας αυτή τη μουσική , θα πρέπει να την αναζητήσουμε κατά κύριο λόγο στη θέση του Ζωρζ στο πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων. Το γεγονός ότι ο Ζωρζ σκότωσε τουλάχιστον δύο ανθρώπους στη διάρκεια του έτους δεν έχει να κάνει. Αυτό που συμβαίνει τώρα συνέβαινε καμιά φορά και στο παρελθόν».

 Ας πούμε στο πιο πάνω κομμάτι, γίνεται ξεκάθαρη η σκοπιά από την οποία αναλύει το θέμα του ο συγγραφέας, όπου «θέμα» είναι «το πλέγμα των παραγωγικών σχέσεων», και τί τελικά καταγγέλει μέσα από την ιστορία των δυο φόνων του Ζωρζ Ζερφώ -εξάλλου φόνοι συνέβαιναν και παλιότερα.

Δεν νομίζω ότι ευσταθεί κάτι τέτοιο για το έργο του Jean Claud Izzo από την άλλη. Αναμφίβολα ο Izzo είναι μεγάλος στυλίστας, και από τις γραμμές του βγαίνει ένας βαθύς ανθρωπισμός, αλλά η καταγγελία του πάει περίπατο: είναι κακός ο ρατσισμός, κακός ο εθνικισμός, κακώς έγινε ο εμφύλιος στη Γιουγκοσλαβία αλλά ο ένοχος είναι ένα γενικό και αδιόρατο κακό. Όσο για τη λύση;  Οι χαρακτήρες του Izzo είναι μεταξύ τους δεμένοι με την αλληλεγγύη του θύματος, του νικημένου, σε πλαίσιο σχεδόν θεολογικό και τελικά ηττημένοι πέφτουν στις τελευταίες σελίδες του. Είτε πεθαίνουν είτε επιβιώνουν -ηττημένοι.

Ο Gramsci πάντως έβαλε ένα ζήτημα: γιατί η αστυνομική λογοτεχνία -ανεξάρτητα τελικά από το πώς χαρακτηρίζεται πολιτικά ένας εκπρόσωπός της – , η «μη καλλιτεχνική» αυτή λογοτεχνία είναι τόσο διαδεδομένη. Η απάντηση που ο ίδιος δίνει δεν στέκεται στο ότι » είναι ένα ναρκωτικό ενάντια στη χυδαιότητα».        

 «Στο σύγχρονο κόσμο, το ζήτημα παίρνει άλλες αποχρώσεις απ’αυτές του παρελθόντος, επειδή η καταναγκαστική ορθολογικοποίηση της ύπαρξης πλήττει πάντα περισσότερο τις μεσαίες και διανοούμενες τάξεις σε πρωτοφανή βαθμό:ακόμα όμως και γι’αυτές, δεν πρόκειται για παρακμή της περιπέτειας, αλλά για μεγάλη περιπέτεια της καθημερινής ζωής, δηλαδή για το εξαιρετικά εφήμερο της ύπαρξης, ενωμένης με την πεποίθηση ότι ενάντια σε τέτοιο εφήμερο δεν υπάρχει ατομικός τρόπος υπεράσπισης:οπότε , επιδιώκει την «ωραία» κι ενδιαφέρουσα περιπέτεια, επειδή οφείλεται στην ελεύθερη πρωτοβουλία του ενάντια στην «άσκημη» και επαναστατική περιπέτεια γιατί οφείλεται σε συνθήκες που έχουν επιβληθεί από άλλους και όχι προταθεί».

Μ’άλλα λόγια, αν η αστυνομική λογοτεχνία έχει επιτυχία, λέει ο Γκράμσι τούτο οφείλεται στις κομφορμιστικές τάσεις του κοινού: ψάχνουμε την περιπέτεια  που διαλέγουμε «μόνοι» μας, είτε τη βιώνουμε άμεσα (ταξίδια, extreme sports π.χ.) είτε από απόσταση ( αστυνομική λογοτεχνία, ταινίες ) καθώς δεν μας έλκει η περιπέτεια του άσχημου καθημερινού αγώνα για επαναστατική αλλαγή.Συνειδητοποιούμε τί συμβαίνει, αλλά προτιμάμε να απέχουμε..

..τώρα το ότι το έγραψε ο Gramsci δεν είναι και κανένα θέσφατο. [Κριτικά απέναντι σε όλους , αυτό δεν είναι το minimum «δόγμα» του μαρξισμού;]. Εξάλλου είπαμε ότι υπάρχουν και πολλοί συγραφείς οι οποίοι πλούτισαν τη λογοτεχνική φόρμα του νουαρ και είχαν και θεωρητική κατάρτιση τέτοια, που το έργο τους να βοηθάει στην όξυνση του κριτηρίου όποιου ζητάει την κοινωνική αλλαγή. Και αρκετοί από αυτούς είχαν με τη σειρά τους υπ’όψη την θεωρητική παραγωγή του Gramsci.

Ωστόσο συμφωνώ τελικά στον τρόπο που εκτιμάει το ζήτημα: η άνθηση αυτού του είδους της λογοτεχνίας (και άλλων λογοτεχνικών μορφών με γενικά αποκλίνουσα από την καθημερινότητα αναφορά, όπως το φανταστικό μυθιστόρημα, ή το μυθιστόρημα τρόμου) σημαίνει πως οι τάσεις συμβιβασμού με την πιεστική καθημερινότητα  – και μάλιστα  οπισθοδρομικού, «τί μπορώ να κάνω εγώ» τύπου  – μένουν ισχυρές σ’ένα κοινωνικό σχηματισμό. Και τούτο ανεξάρτητα από εκλογικά αποτελέσματα και τέτοιες συμπεριφορές.

Δεν ξέρω εσείς πως το βλέπετε βέβαια..

( ε..ναι.Κι εγώ διαβάζω αστυνομικά μυθιστορήματα. 🙂 )       

roll another one.and then one more

Καπνός. Γόπες.

Κι άλλος καπνός. Παντού γόπες.

Ο Μάριος Χάκκας είχε γράψει κάπου ότι ναι μεν θα πεθάνει νέος, αλλά θα έχει προλάβει να καπνίσει 1,000,000 τσιγάρα. Αν κάπνιζε ένα την ημέρα θα του έπαιρνε δύο χιλιάδες επτακόσια τριάντα εννιά χρόνια και κάμποσους μήνες.Με δυο πακέτα την ημέρα θα του έπαιρνε εξηνταοχτώμιση χρόνια.

(μιλάμε κάπνιζε πάρα πολύ το άτομο).

Έχουμε καιρό πάντως.. 

Ziggy played guitar, jamming good with Wierd and Gilly,
The Spiders from Mars.
He played it left hand, but made it too far,
Became the special man, then we were Ziggy’s Band.leper messiah

Ziggy really sang, screwed up eyes and screwed down hairdo
Like some cat from Japan, he could lick ’em by smiling
He could leave ‘me to hang
Came on so loaded man, well hung and snow white tan.

So where were the spiders while the fly tried to break our balls
Just the beer light to guide us,
So we bitched about his fans and should we crush his sweet hands ?

Ziggy played for time, jiving us that we were Voodoo
The kids was just crass, he was the naz
With God given ass
He took it all too far but boy could he play guitar.

Making love with his ego Ziggy sucked up into his mind
Like a leper messiah
When the kids had killed the man I had to break up the band

Είναι το Ziggy Stardust το γνωστό κομμάτι του Bowie από τα ’70ς. Οι στίχοι είναι ΟΚ αλλά δεν θα ήταν τίποτα παραπάνω αν δεν ήταν αληθινοί: βλέπετε ο χαρακτήρας του Ziggy υπήρξε. Και δεν εννοώ μόνο τους προηγούμενους και τους επόμενους από τον Bowie, που είχαν ταλέντο, βρήκαν χιλιάδες κόσμο να γαντζωθεί πάνω τους και κάηκαν, μη αντέχοντας το βάρος της – νομιζόμενης -ευθύνης.

Εννοώ ότι η ιστορία που διηγείται ο Davy είναι η πραγματική ιστορία του Vince Taylor. Ποιος ήταν αυτός είπατε; «Vince Taylor was the beginning of British rock’n’roll. Before him there was nothing. He was a miracle.» (Joe Strummer – The Clash)

Ο Vince Taylor ήταν ένας τυπάκος που γεννήθηκε στην αγγλική επαρχία το 1939.Μετανάστευσε στις ΗΠΑ, όπου έζησε ως έφηβος την έκρηξη του rock’n’roll. Γύρισε στην Αγγλία το ’58 αποφασισμένος να γίνει ο Elvis της Γηραιάς Αλβιώνος. Ξεκίνησε να παίζει με διάφορα σχήματα και δημιούργησε πολύ ντόρο γύρω από το όνομά του χοροπηδώντας πάνω στη σκηνή, ουρλιάζοντας, σκαρφαλώνοντας στο πιάνο και, κυρίως, φορώντας μάυρα δερμάτινα ρούχα, παντού και πάντα. Το ίδιο και η μπάντα του οι Playboys. Σήμερα αυτό δεν λέει τίποτα αλλά εκείνα τα χρόνια, σ’εκείνα τα μέρη μάλλον έλεγε πολλά.

Λοιπόν στα πρώτα χρόνια των ’60ς ο Taylor και οι Playboys έκαναν κάμποσες περιοδείες στην Αγγλία και στη Γαλλία – όπου μάλιστα η απήχησή τους ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από το νησί. Λέγεται ότι ο γνωστός ξενερουά Γάλλος ρόκερ Johnny Haliday προέκυψε σαν «απάντηση» των Γάλλων στο δικό μας.(Ότι τον έφτιαξαν δηλαδή και τον ανέβασαν στη σκηνή για να μη χορεύουν τα γαλλάκια στο ρυθμό ενός «ξένου»). Υπερβολές μάλλον. Κάπου το ’64 ο Vince άρχισε την περιπέτειά του με τα ναρκωτικά και ιδιαίτερα τα παραισθησιογόνα. Ο θρύλος λέει ότι η πρώτη περιοδεία των Who επρόκειτο να γίνει με αυτόν σαν πρώτο όνομα, κάτι που δεν έγινε ποτέ: ήταν τόσο φτιαγμένος που ανέβηκε λέει πάνω στη σκηνή και απευθύνθηκε στο έκπληκτο κοινό του ως εξής: «You think I’m Vince Taylor, don’t you? Well, I’m not, my name is Mateus, I’m the new Jesus, the son of God.» (νομίζετε είμαι ο Vince Taylor έτσι; Λοιπόν όχι, ονομάζομαι Ματθαίος είμαι ο νέος Ιησούς ο γιός του Θεού).

Ο κόσμος δεν πήρε χαμπάρι ακριβώς, η συναυλία άρχισε, αλλά ο δικός μας ούρλιαζε αντί να λέει τους στίχους και στη συνέχεια άρχισε να σπάει όργανα, ενισχυτές κλπ. εγκαινιάζοντας μια παράδοση που χαρακτήρισε τα ’60’ς και τα ’70’ς – αλλά μετά όλοι συνειδητοποίησαν ότι ήταν ακριβά όλα τούτα για να τα σπάει κανείς και να αναγκάζονται μετά οι εταιρίες να τα ξαναγοράζουν – ανεβαίνει το budget του οργισμένου επαναστάτη ροκά καταλάβατε..

Ο Bowie συνάντησε το Vince Taylor το ’66. Ο τελευταίος, ήδη κατά δήλωσή του «νέος Ιησούς», είχε επίσης αποκλειστικές πληροφορίες για το που και πότε τα εξωγήινα διαστημόπλοια επρόκειτο να προσεδαφιστούν. Λέει ο Bowie » Αυτό που μένει χαραγμένο στη μνήμη μου είναι ο τύπος να έχει απλώσει παγκόσμιους χάρτες στο πεζοδρόμιο στο σταθμό του μετρό του Tottenham Court Road σε ώρα αιχμής , κι εμείς γονατιστοί να κοιτάμε, και μου έδειχνε πού ερπόκειτο να προσεδαφιστούν τα διαστημόπλοια. Κι είχες τους περαστικούς που πηγαίναν στις δουλειές τους να περνάν πάνω από το χάρτη, να μας πατάν..». Βέβαια αν ζούσε σήμερα στην Ελλάδα ο Vince Taylor σίγουρα μ’όσα έλεγε θα είχε δική του εκπομπή σε κανάλι, ίσως και να ήταν βουλευτής και όλοι θα τον έπαιρναν σοβαρά – ακόμα κι αν είχε κάψει το LSD τα εγκεφαλικά του κύτταρα. [Βέβαια ίσως αυτό να συνέβαινε, γιατί το LSD δεν είναι ο μόνος τρόπος να κάψει κανείς εγκεφαλικά κύτταρα].

Η ιστορία του Vince Taylor δεν είναι ηρωική. Δεν είναι διδακτική, ούτε καν μελαγχολική – δεν υπάρχει νομίζω κανένα «δραματικό» στοιχείο μέσα της, κάτι που θα μπορούσε να αφορά ίσως το μέσο αναγνώστη. Είναι, αντιθέτως, η ιστορία ενός τυπά που σπατάλησε τη ζωή του ανόητα, καταστράφηκε χωρίς σκοπό και πέρασε στην μνήμη μας χάρη στο ταλέντο ενός απ’τα τσογλάνια που τον κορόϊδευαν όταν μισότρελος περιφερόταν στους σταθμούς του μετρό -το οποίο τσογλάνι ωστόσο είχε περισσότερο μυαλό για να μην πιστέψει στα σοβαρά όσα έλεγε.Ο Bowie λέμε τώρα.

Και μετά ο Bowie έβγαλε δισ. ο δε Taylor κάποια στιγμή αποτοξινώθηκε κι επανήλθε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με νέα μπάντα και δίσκους, στην φιλόξενη γι’αυτόν Γαλλία μέχρι το 1991 οπότε και τελείωσε κι αυτός.

Δεν είναι τέτοιοι οι ήρωες. Σίγουρα. Αλλά «you got to give a little bit of love for those who love to live» όπως τραγουδούσε ένας άλλος ευαίσθητος και σένιος τύπος , μάυρος από την Ιρλανδία στα ’70ς. Τώρα που μάθατε όταν ξανακούσετε το «Ziggy Stardust»ή το «Brand New Cadillac» των Clash (δικό του είναι) κάν’τε λίγο ησυχία για κάποιον που πήρε τη ζωή σχεδόν σοβαρά , ώστε παρά τρίχα συμβιβάστηκε με την πραγματικότητα.    

(διασκευή το παραπάνω από Johnny Kidd & the Pirates)