Δεκέμβριος 2007


Σήμερα το πρωϊ, στην εκπομπή της Μαριέττας (όχι εκείνης, από που κι ως που εκπομπή εκείνη!) ήταν σύντροφοι και φίλοι προσκεκλημένος ο……Πανίκας ο Ψωμιάδης. Δεν σας κάνει εντύπωση είπατε;

Συνεχίζω.. Η εκπομπή αυτή είναι βέβαια πρωινάδικο, αλλά απ’όσο κατάλαβα με γερές δόσεις μεσημεριανάδικου, παναπεί παίρνουν τηλέφωνο διάφορες κυρίες και λέν ατάκες του τύπου «είμαι 22 χρονώ κι ο 58άρης σύζυγος μου δεν με ικανοποιεί σεξουαλικά», οπότε και το πάνελ χωρίζεται σε αντίπαλα στρατόπεδα κι αρχίζουν εκεί να μαλώνουν μεταξύ τους «όχι πρέπει να τιμάει το στεφάνι της», «ναι, αλλά και 22 χρονών τί να κάνει η παντέρμη», και «γιατί κοριτσάκι μου παντρεύτηκες τόσο μικρή ένα τόσο μεγάλο» και τέτοια. Και, φαντάζομαι, στο τέλος θα της δίνουν δώρο κανά αποχυμωτή – δεν πιστεύω να της στέλνουν κανά πιτσιρικά να τη φτιάχνει.

Οπότε, λέμε, σήμερα ο Πανίκας πήρε θέση (ναι, με το world famous και full of acclaim ύφος του) σε μια τέτοια περίπτωση: μια κυρία ερωτεύτηκε λέει τον 24χρονο φίλο του γιού της..Και τα έχουν – αν κατάλαβα καλά, γιατί μη νομίσετε, μεταξύ ύπνου-ξύπνιου παρακολουθούσα τα τεκταινόμενα.. Οπότε να πούμε ο Πανίκας τα χώνει στην κυρία, «και τί είναι αυτά», «και να τιμάς το στεφάνι σου»(επίσης) και διάφορα τέτοια. Τη στόλισε την κυρία κανονικότατα. Και μετά, κοντραρίστηκε και με μια ξανθούλα εκεί στο πάνελ που έλεγε «μα εδώ μιλάμε για έρωτα » (ήταν με την κυρία αυτή), οπότε της γυρνάει ατάκα «εσύ κοπελιά έχεις ερωτευτεί ποτέ;» – και όχι ότι η γκόμενα κώλωσε αλλά μαζεύτηκε σαφώς..

Και μετά δεν ξέρω τί έγινε, είπα να πάω κι απ’το γραφείο μια βόλτα..

Γιατί τα γράφω αυτά; (μέρες που είναι, και με το κεφάλι πό’ χω..)

Δείτε λίγο: για τον Πανίκα έχουν ήδη γραφτεί σεντόνια ολόκληρα για το πόσο λαϊκιστής είναι (λένε οι κουλτουριάρηδες), πόσο φασίστας (λένε πολλοί), πόσο γραφικός (λένε οι πιο ευγενικοί), και γενικώς τον στολίζουν με επίθετα αρνητικά. Τα οποία να σας πω μπορεί και να ισχύουν όλα σε κάποια αναλογία το καθένα. Ο χαρακτηρισμός όμως ότι οι Σαλονικιοί είναι δεξιοί επειδή βγάζουν τέτοιο νομάρχη είναι λάθος: για την ακρίβεια οι Σαλονικιοί μπορεί να είναι δεξιοί για χίλιους δυο άλλους λόγους, αλλά όχι για το νομάρχη. Γιατί ο Πανίκας, άμα γουστάρει βγαίνει δήμαρχος Αβάνας, Παρισιού, Νταρ Ες Σαλάμ, Σαν Φρανσίσκο και βάλε. Δηλαδή άμα δεν τον φάνε τα κυκλώματα μπορεί και πλανητάρχης να κατέβει..

Και εξηγούμαι: κατ’αρχήν ο πολιτευτής (συμβατικά μια έννοια χρησιμοποιούμε) ποιο αντικειμενικό σκοπό έχει; Να εκλεγεί. Πώς οι μεγάλοι θεωρητικοί του πολέμου το έχουν περιγράψει; «Μία τακτική είναι η σωστή  αυτή που θα νικήσει» (Από τον Σουν Τζου μέχρι τον Μακκιαβέλι, τον Κλαούζεβιτς και το Λένιν). Αν προκειμένου να εκλεγεί ο Πανίκας δεν πρέπει να αφήνει κανένα δυσαρεστημένο θα το κάνει: μεγάλη ομάδα ο ΠΑΟΚ, μεγάλη ομάδα ο Άρης, ο Ηρακλής, ο Απόλλων, ο Αχιλλέας Τριανδρίας, ο Κεραυνός Δενδροποτάμου. Θα πάει σε εκδήλωση των βασιλοφρόνων Γιαννιτσών αλλά θα συναντηθεί και με τον Αλαβάνο για τα προβλήματα της Κορώνειας – όπου θα αλληλοεκτιμηθούν κιόλας.. Μεγάλος πολιτικός ο Ανδρέας Παπανδρέου, μεγάλος ο Χαρίλαος, μέγιστος ο Καραμανλής.. Θα έρθει στο γάμο σας, θα έρθει στα βαφτίσια, στα εγκαίνια, στα συλλαλητήρια, στις ημερίδες, σε επιστημονικές εκδηλώσεις, σε καλλιτεχνικές, σε δοξολογίες και σε λαϊκές αγορές. Θα μοιράσει ούζα το δεκαπενταύγουστο, θα μαζέψει χρήματα τα Χριστούγεννα για τους Έλληνες της Ίμβρου, θα γίνει θέμα στο πανελλήνιο για το αλβανόπουλο που σηκώνει την ελληνική σημαία στη Μηχανιώνα και παράλληλα θα εξυπηρετεί όσους (και πιστέψτε με είναι πολλοί) παράνομους μετανάστες του το ζητήσουν στη Νομαρχία. Θα πλημμυρίσουν τα χωριά, θα ανέβει με το αδιάβροχο στο τραχτέρ και θα βρεθεί μόνος αυτός από τους κυβερνητικούς, μαζί με τον κοσμάκη – που, καλός μαλάκας κι ο κοσμάκης, θα χαρεί και θα αισθανθεί δίπλα του την εξουσία δι’αυτού του τρόπου (ε, ναι γενικώς: βρίσκει και κάνει ο Πανίκας..).

Οπότε, λέω ο Πανίκας αμέσως έχει ένα πλεονέκτημα που κανείς άλλος δεν έχει. Φαίνεται ότι είναι ένας από «μας». (Καλά όχι «εμάς» του Regimientoυ, το μέσο όρο των ψηφοφόρων της περιφέρειάς του). Όχι απλά είναι λαϊκός και το δείχνει – το υπερτονίζει – αλλά πέιθει ότι συμπάσχει με τον κοσμάκη. «Πείθει» λέμε, όχι ότι συμπάσχει, εννοείται, πώς να συμπάσχεις όταν μένεις σε μέγαρα. Αλλά κοιτάχτε για να λέμε την αλήθεια, πρέπει να είναι κανείς αρκετά πίσω σε πολιτική συνείδηση για να περιμένει από ένα πολιτικό πρόσωπο να συμπάσχει κυριολεκτικά με την πάρτη του στα δύσκολα: από τους πολιτικούς περιμένεις να διαμορφώνουν πολιτικές ώστε π.χ. να μην πλημμυρίζουν τα χωριά με τις βροχές, ή να μην κλείνουν οι επιχειρήσεις και μένει άνεργος ο κόσμος. Άρα, το συμπέρασμα: η επιτυχία του Ψωμιάδη (το ότι «πείθει») σημαίνει ότι έχει κατορθώσει σε συνθήκες πλατειάς αποπολιτικοποιήσης να πλασάρει τον εαυτό του σαν κάποιο που «νοιάζεται» και που μπορεί σε ατομικό επίπεδο να δώσει κάποια λύση. Σε οποιοδήποτε πρόβλημα: από την Κορώνεια μέχρι την κυρία που ερωτεύτηκε τον 24χρονο φίλο του γιού της.  

Επομένως πώς να «αποδομήσεις» τον Ψωμιάδη; Εδώ σκάνδαλο προέκυψε με τον κουμπάρο του πρόπερσι και σήμερα ουδείς θυμάται τίποτα: όχι γιατί δεν έγινε δα και τίποτα (..όλο και κάτι θά’ γινε). Αλλά γιατί ο κόσμος, ακριβώς, του συγχωρεί να είναι και λίγο λαμόγιο.. Όλοι τα παίρνουν σου λέει, αυτός τουλάχιστον είναι καλό παιδί (αγαπάει και τη μανούλα του, έτσι;)

Σεμινάρια πολιτικής δίνει ο Πανίκας μην το συζητάς. Φαντάζομαι ότι αν χρέωναν στο Foucault καμιά εργασία αποδόμησής του θα έσκιζε τα πτυχία του ο Γάλλος: τί να αποδείξει; Ό,τι προκαλεί αλλεργία σε ένα διανοούμενο ο Ψωμιάδης το κάνει, και μάλιστα όχι κρυφά αλλά ολοφάνερα, και μάλιστα το διατυμπανίζει με κάθε τρόπο. Ανάποδα παν τα πράγματα. Ο Πανίκας αποδομεί το πολιτικό σκηνικό. Είναι η πιο κραυγαλέα περίπτωση πολιτικού προσώπου που δεν νοιάζεται για κανένα comme il faut, που δεν διδάσκει καμμία ηθική (με την έννοια δεν βάζει κανένα πρόταγμα π.χ. σοσιαλιστικό ), που δείχνει το ίδιο ευάλωτος τελικά στη δημόσια κριτική με την οποιαδήποτε κυρία των πρωινάδικων αλλά ταυτόχρονα τους χορεύει όλους στο ταψί: αν σε κράξει ο Ψωμιάδης κε Καραμανλή και κε Παπανδρέου δεν την έχεις και τόσο καλά..Και αυτό συμβαίνει γιατί κάνει ό,τι ακριβώς δεν θα έπρεπε να κάνει (σύμφωνα με κάποιο άτυπο κι άγραφο κώδικα δημόσιας συμπεριφοράς των πολιτικών προσώπων), και άρα δεν έχεις να του προσάψεις τίποτα: προφανώς αυτή η δημόσια συμπεριφορά είναι και η αντίστοιχη των ψηφοφόρων ΤΟΥ (και όχι της ΝουΔούλας, οι ψήφοι δικοί του είναι).

[Να ξεκαθαρίσω και κάτι άλλο: ο Πανίκας εφαρμόζει την πολιτική της ΝΔ. Πώς το λένε είναι αστός πολιτικός και στα σοβαρά ζητήματα έχει όλη τη σοβαρότητα της τάξης που υπηρετεί, μη σας δημιουργηθούν άλλες εντυπώσεις απ’ όσα γράφω. Κλαίγεται για τη λιτότητα αλλά υπηρετεί την πολιτική της λιοτότητας με χίλια. Η μόνη αποδόμηση που μπορεί να τον εξουδετερώσει είναι ο λαός να έρθει σε ρήξη με αυτή την πολιτική συνολικά. ΚΚΕ δηλαδή, μη ξεχνιόμαστε..] 

Όσο το σκέφτομαι ο Πανίκας έχει λιγότερα κοινά με το Μεταξά ή τον Παττακό (ή τον Περόν) και περισσότερα με τους Sex Pistols: βγάζει προς τα έξω, με τον πιο ξεκάθαρο και εκκωφαντικό τρόπο την πραγματική «ηθική» του πολιτικού συστήματος. Δώσ’τους ό,τι θέλουν για να βγεις.Βγες και στρίμωξέ τους στη στρούγκα με χαριτωμενιές και χατιράκια. Κι άμα σου την πει η απρόσωπη εξουσία κι οι διανοούμενοι (που  ούτε την ορθογραφία της λέξης «λαός» δεν ξέρουν) σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο.Όλος  ο αστισμός σέρνεται σαν τα γουρούνια στον ίδιο βούρκο, απλά ο Πανίκας δεν φοράει γαλλικές κωλώνιες..  

He’s so pretty, oh so pretty vaaaaaaaaacant..And he don’t care

Ακούστε’ δω boys and girls,

Κλείσανε ήδη (στις 22 του μηνού), πέντε χρονάκια από τη μέρα που την έκανε ο θείος Joe.Και, μολονότι τα κλισέ είναι μια σιχαμερή συνήθεια, εμείς στο Regimiento λέμε πως ο κόσμος έγινε φτωχότερος.Γιατί μας άφησε ένας ευαίσθητος άνθρωπος, λαϊκός, με ταλέντο, χιούμορ, αυτοσαρκασμό και ειλικρίνεια. Πώς είναι οι ροκ (χα!) σταρ; No fuckin’ relation..

Να σας πω τί παίζει με το Joe και την πάρτη μου..Κατ’αρχήν είμαι κι εγώ ένας από κείνους ποno elvis,beatles and the rolling stonesυ συμφωνούν με το Jagger ότι οι Clash είναι (ήταν και θα είναι) «the only band that matters». Τι γιατί;Γιατί ήταν οι μόνοι (πρώτοι πάντως σίγουρα) που στο καρακατσουλιό του punk έπιασαν κι εξέφρασαν μια νέα, γνήσια και καλλιτεχνική πρόταση – και όλες αυτές οι λέξεις με πλήρες το νόημά τους. Οι Clash , μάλλον από ένστιχτο περισσότερο , καταπιάστηκαν με τις μουσικές από τις λαϊκές κουλτούρες που είχαν γύρω τους. Το έκαναν μέσα από το δικό τους τρόπο, με τιμιότητα και τελικά αποτελεσματικά: το rock’n roll της λευκής Λονδρέζικης πλέμπας, η reggae της κοινότητας των Καρριβιανών μεταναστών, ακόμα και το rap που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ήταν στα σπάργανα.Έπαιξαν συναυλίες για απεργούς, εμφανίστηκαν χωρίς δεύτερη σκέψη στο – αμφιλεγόμενο βέβαια – «Rock Against Racism», φόρεσαν το μαντήλι των Sandinistas, τραγούδησαν με τους δικούς μας την «red flag» στην Ανδαλουσία ( «Spanish Bombs» το κομμάτι), κατήγγειλαν τα Faukland και κάλεσαν την αγγλική νεολαία να αρνηθεί την κατάταξη, μας είπαν την αλήθεια για τις «Washington Bullets» και όταν όλα έφτασαν στα όριά τους τ’ ομολόγησαν: «I Fought the law/and the law won».. 

Και, το καλύτερο απ’όλα: έφτιαχναν συναρπαστική μουσική. Δεν κώλωσαν μπροστά στη φαντασία τους , τους βγήκε ένα δυνατό χαρμάνι ήχων που το εξελίσσαν από δίσκο σε δίσκο. Μεγάλη υπόθεση. Για κάθε καλλιτέχνη δηλαδή..

Ο Joe γούσταρε να παρουσιάζει τους Clash ως «the last gang in town».. Θυμάστε ένα παλιό γουέστερν το «Wild Bunch»? Όπου μια συμμορία αχρείων, για κάποιες ελάχιστες μέρες αποφάσισε να βάλει την ηθική και την ευγένεια πάνω από το στυγνό υπολογισμό του desperado κι έγινε ολοκαύτωμα για να εκδικηθεί το χαμό του πιτσιρικά της παρέας από τους «νόμιμους» φονιάδες του επίσημου κράτους. (Καλά η ταινία αυτή είναι ένα θέμα μόνη της..). Δεν έχει σημασία εδώ σε τί από αυτή τη συμμορία έμοιαζαν οι Clash: σημασία έχει, ότι επέλεξαν το σωστό δρόμο. Επέλεξαν να παν με τους ρομαντικούς, τους «δικούς τους» επαναστάτες, επέλεξαν να είναι καλοί όχι ως αδυναμία αλλά ως συγκατάβαση. 

Γιατί φίλος, οι Clash δεν μπήκαν ποτέ σε κανένα στερεότυπο που μπήκαν οι πάνκηδες: δεν έγιναν καρικατούρα σαν τον Lydon, ούτε πουρόκερς σαν τους Stranglers, ούτε εστέτ σαν το Weller ή τη Siouxsee. Επέμεναν να παίζουν για τον κοσμάκη, και να μιλάν για τη ζωή του κοσμάκη. Σαν Άγγλοι βέβαια κι όχι σαν πιθήκια. Αν κάποτε γραφτεί η ιστορία της λαϊκής μουσικής του νησιού να ξέρετε ότι οι Clash είναι ένα μεγάλο της κεφάλαιο..

Και βέβαια το πνεύμα αυτής της ιστορίας ήταν ο Joe. Ξέρετε ότι η τελευταία συναυλία που έδωσε ήταν σε μια απεργία των πυροσβεστών (αν δεν κάνω λάθος) στο Λονδίνο; Ξέρετε ότι δική του ιδέα ήταν να ονομάσει το δεύτερο δίσκο των Clash «Giv’Em Enough Rope» – από τη γνωστή ατάκα του Marx, για τους καπιταλιστές που θα σου πουλήσουν και το σκοινί που θα τους κρεμάσεις.Έζησε κάμποσα χρόνια σαν μουσικός του μετρό στο Λονδίνο, και άλλα πάλι στο Παρίσι όπου καθάριζε τις τουαλέτες της Όπερας.

«Θυμάμαι τα τσογλάνια τους λεφτάδες: μολονότι είχε τασάκι στις τουαλέτες, αυτοί επέμεναν να ρίχνουν τις γόπες στο πάτωμα. Περιφρονούσαν το φουκαρά που τις μάζευε, εμένα, με το χειρότερο και πιο φυσικό γι’αυτούς τρόπο..».

Έτυχε να δω το Joe με τους Mescaleros – την τελευταία του μπάντα, στην πόλη μου το 2001. Φωνή δεν τού’χε μείνει, μουσικός σπουδαίος ποτέ δεν ήταν, αλλά μας έστειλε όλους σπίτια μας εξουθενωμένους. Αυτός μάλλον θα την είχε χειρότερα: πόσες φορές να κρεμάστηκαν στα χείλη του πόσες χιλιάδες βλέμματα, πόσοι δεσμοί υπόγειας αλληλεγγύης στήθηκαν με δική του ευθύνη;

Δεν πέθανε με κανένα εντυπωσιακό τρόπο. Έβγαλε το σκύλο του βόλτα κι έφυγε ήσυχα από ανακοπή. Οι εταιρίες λέει ετοίμαζαν την επιστροφή των Clash..Χα! Όχι που θα τους άφηνε… 

(Το κομμάτι μιλάει για τα βραδινά δελτία ειδήσεων, την εντατικοποίηση της εργασίας, την πιεστική καθημερινότητα, την προβολή του επουσιώδους ως κύριο, τα στοιχεία της κυρίαρχης κουλτούρας. Ψάχ’τε τους στίχους του «Magnificent Seven»)

Ω μεγάλε Στάλιν! Ήλιε που αντανακλάται από εκατομμύρια καρδι�ς!

Viva Livorno Stalingrado!!

Σκέφτομαι καμμιά φορά ότι η χρησιμότητα κι η αξία , αν θέλετε, ενός μπλογκ (σε αντίθεση με οποιαδήποτε άλλη μορφή γραπτού λόγου) είναι η ευχέρεια που παρέχει στη μαζική απεύθυνση.

Επίσης σκέφτομαι πόσο σοφός λαός είναι οι Κινέζοι που λεν «μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις.»

Τέλος σκέφτομαι ότι σήμερα είναι παραμονή της επετείου γέννησης του «καταμεσήμερου των ανθρώπων /και της ωριμότητας των λαών»(Π.Νερούδα: «Στο θάνατο του Στάλιν»)

Επομένως καλή σας μέρα και να σκάσουν οι οχτροί μας!

Συνήθως τα ντοκυμανταίρ είναι βαρετά ε;

Πόσες φορές σε κουβέντες που έκανες για την σημερινή τηλεόραση, και τη χαβούζα που είναι, δεν είπες «ξέρεις υπάρχουν και άλλα πράγματα που μπορεί να δεί κανείς, όπως ντοκυμανταίρ..», και την ίδια στιγμή, επειδή βασικά είσαι τίμιος με τον εαυτό σου, δεν δαγκώθηκες, μια και συνήθως τα ντοκυμανταίρ είναι πιο βαρετά από την παλιά boring – boring Arsenal της δεκαετίας του ’80.(για τους ποδοσφαιρόφιλους).(..αλλά έχω και παράδειγμα για τους μουσικόφιλους) είναι πιο βαρετά από τα live των Yes. Ή την χιλιοστή φορά που ακούς το «Να μ’αγαπάς» του Σιδηρό σε και καλά έντεχνο μπαράκι.. Ή από την γκόμενα που θα σου παίξει ατάκα «τί ζώδιο είσαι».

Γενικώς: τα ντοκυμανταίρ είναι τόσο ενδιαφέροντα όσο πρωτότυπες ιδέες και ριζοσπαστικές αντιλήψεις μπορεί να βρει κανείς στην επιφυλλίδα του Βήματος. (Χα!) 

[Δεν ξέρω γιατί συμβαίνει αυτό.Ίσως να έχει δημιουργηθεί σε όλους μας μια πιο «διασκεδαστική» αντίληψη για την τηλεόραση, και να μην σου κάνει καρδιά να δεις «για να μάθεις». Ίσως φταίει το Χόλυγουντ που έχει διαμορφώσει την αισθητική μας – κι ας μην το παραδεχόμαστε. Ίσως να φταίει το ότι στην τελική τί μ’ενδιαφέρει εμένα πως τεκνοποιεί το αφρικάνικο κολεόπτερο..]. Αν υποθέσουμε ότι στραβώνουμε με τα ντοκυμανταίρ, επειδή σε γενικές γραμμές δεν μας αφορά η θεματολογία τους, τότε το σωστό είναι να υποθέσουμε ότι υπαρχουν και ντοκυμανταίρ με θεματολογία που να σε αφορά και που ίσως να μάθει κανένας και κάτι. (Γιατί προφανώς ντοκυμανταίρ υπάρχουν χιλιάδες. Δεν είναι όλα σούπες ή αδιάφορα. Άσε που για να γυρίσει κανένας ντοκυμανταίρ για την τεκνοποίηση του κολεόπτερου λέμε, παναπεί πώς κάποιος άλλος ενδιαφέρεται να το μάθει αυτό.)(Βεβαίως αυτός ο τύπος μάλλον θα ζει μια πολύ βαρετή ζωή..).

ΟΚ λοιπόν. Αφού διάβασες ως εδώ φίλος, μάθε και για το σημαντικότερο ντοκυμανταιρίστα του 20ου αιώνα, τον Γιόρις Ιβενς.Joris Ivens

Ο Ίβενς, γεννήθηκε το 1898 στο Νάιμεγκεν της Ολλανδίας και πέθανε το ’89 στο Παρίσι. Τα πρώτα του πρωτόλεια ( καλά, κάν’τε πως δεν είδατε την ταυτολογία) δημιουργήθηκαν το 1912 ενώ η τελευταία του δουλειά έγινε το 1988. Σ’αυτά τα 76 χρόνια στο σύνολο γύρισε 80 έργα, μικρότερης και μεγαλύτερης διάρκειας. Αν και, σύμφωνα με το βιογραφικό σημείωμα στο site του που μπορείτε να βρείτε κλικάρωντας την εικόνα του( αν και μην τους πολυεμπιστευτείτε, κόβουν το έργο τους στα μέτρα τους οι βρωμομπουρζουάδες) , η καταγωγή του ήταν αστική εκείνος από νωρίς κερδήθηκε από την ιδεολογία της εργατικής τάξης και το μαρξισμό. Υπήρξε κομμουνιστής μέχρι το θάνατό του, και το μεγαλύτερο μέρος του έργου του αποτελεί ντοκουμεντάρισμα σημαντικών στιγμών  της πάλης των εργαζόμενων σε διάφορα μέρη του κόσμου, από το Βιετνάμ μέχρι τις Ενωμένες Πολιτείες.  Εντελώς ενδειχτικά σημειώνω:

 – το «Nous batissons» του 1930, ένα φιλμ που καταγράφει τις συνθήκες δουλειάς των οικοδόμων στο Άμστερνταμ, και το οποίο γυρίστηκε κατόπιν πρόσκλησης από το συνδικάτο οικοδόμων της πόλης αυτής.

-το «Philips Radio» του 1931, ένα έργο που ΔΕΝ αφορά ακριβώς την πάλη των εργαζόμενων ή κάτι τέτοιο, αλλά βασικά την διαδικασία κατασκευής των ραδιοφώνων στα εργοστάσια της γνωστής εταιρίας στην Ολλανδία. Η ταινία αυτή αρχικά προοριζόταν για «βουβή» αλλά στη συνέχεια επενδύθηκε με ήχο κι αποτελεί την πρώτη ομιλούσα Ολλανδική ταινία. Εδώ η ματιά του Ίβενς, αν και το θέμα του όπως είπαμε δεν είναι φιλεργατικό ή κάτι τέτοιο, επικεντρώνεται στην ολόπλευρη άνοδο της ανθρώπινης τεχνικής και στις πλατειές δυνατότητες που δίνει στον άνθρωπο η τεχνολογική πρόοδος.΄Εχει δηλαδή μια πιο συνολική πρόταση, που ξεφεύγει απ’το κοστούμι της διαφήμισης που ουσιαστικά του ζήτησε να γυρίσει η Philips.

-«Κομσομόλ -Το τραγούδι των Ηρώων» του 1932. Ένα φιλμ αφιερωμένο στην κατασκευή από εθελοντές κομσομόλους εργοστασιακών εκγαταστάσεων στο Μαγκνιτογκόρσκ της ΕΣΣΔ. ( Το Μαγνιτογκόρσκ ήταν μια από τις βιομηχανικές μονάδες – πόλεις που χτίστηκαν στην ΕΣΣΔ κατά το πρώτο πεντάχρονο. ) Τη μουσική εδώ επιμελήθηκε ο Γερμανός κομμουνιστής συνθέτης Hans Eissler  – συνεργάτης του Kurt Weil και από τους πρωτοπόρους του μινιμαλισμού.

-«Les 400 millions» του 1939, αφιερωμένο στην κοινή (εθνικιστές – κομμουνιστές) πάλη των Κινέζων ενάντια στην ιαπωνική εισβολή και κατοχή της Μαντζουρίας. Σε πλάνα βλέπει κανείς και τον μετέπειτα πρωθυπουργό του Μάο, Τσου Εν Λάι, τον Τσιανγκ Και Σεκ κλπ. Πάλι στη μουσική ο σ. Eissler.

-«Our Russian Front» του 1942. Πρόκειται βασικά για έργο χρεωμένο από τη Σοβιετική κυβέρνηση για προβολή στις ΗΠΑ, στα πλαίσια των διπλωματικών πρωτοβουλιών που οι σοβιετικοί αναλάμβαναν για να σπρώξουν τις ΗΠΑ στον Β’ ΠΠ. Στη μουσική ο D. Sjostakovitsj

-«Indonesia Calling» του 1946. Για προσέχ’τε εδώ τώρα: ο Ίβενς, ήδη το ’46 ήταν πρώτη φίρμα στην υπόθεση των ντοκυμανταίρ. Η Ολλανδική κυβέρνηση του χρεώνει ένα ρεπορτάζ για την εκπαιδευτική και πολιτιστική πολιτική της στην Ινδονησία. Επισήμως , η πολιτική τους βούληση ήταν η ανεξαρτητοποίηση της Ινδονησίας. Ο δικός μας, με το που πιάνει ότι στην πραγματικότητα οι Ολλανδοί θέλουν να ξαναστήσουν το αποικιακό καθεστώς στη χώρα, παρατάει το φίλμ που του ανέθεσαν και σενιάρει αυτό, το οποίο γυρίστηκε παράνομα στις αποβάθρες του λιμανιού του Σίδνευ (της Αυστραλίας): στο φιλμ, καταγράφεται το μποϊκοτάζ των λιμενεργατών του Σίδνευ στα ολλανδικά πλοία, τα οποία μεταφέρουν όπλα για να χρησιμοποιήσουν οι αποικιακές δυνάμεις των Ολλανδών. Το φιλμ αυτό απαγορεύτηκε τότε από την ολλανδική κυβέρνηση για να επιτραπεί λίγο καιρό αργότερα κατόπιν αγρίου σφαξίματος σκηνών. 

-«Friendship Triumphs» του 1952. Πρόκειται για ρεπορτάζ του 3ου Παγκόσμιου Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών που διεξήχθη στο Αν. Βερολίνο του 1951. Είναι η πρώτη έγχρωμη δουλειά του Ίβενς.

– «Italy is Not A Poor Country» του 1961.Η ιταλική ΔΕΗ (ΕΝΙ) του αναθέτει αυτό το φίλμ για να διαφημιστεί κατ’ουσίαν το έργο της, καθώς εκείνα τα χρόνια εκσυγχρονιζόταν η ιταλική βαριά βιομηχανία. Και εδώ σημαντική είναι η κριτική στάση του Ίβενς – η οποία φαίνεται και στον τίτλο της ταινίας: τα πλάνα της εκβιομηχάνισης, η πλούσια σε πρώτες ύλες και τεχνογνωσία Ιταλία που του ανέθεσε το φίλμ από τη μια , και η ασύλληπτη φτώχεια του Νότου από την άλλη.. Ο Ίβενς κλείνει για μια ακόμα φορά το μάτι στους εργάτες κάτι που καταλαβαίνει η ιταλική κυβέρνηση η οποία επίσης αρνείται να προβάλει στη RAI το ντοκυμανταίρ, παρά μόνο σπαράγματα από τις λήψεις του Ίβενς συγκολλημένα με πιο «καθώς πρέπει» υλικό. Μαζί του οι αδερφοί Ταβιάνι (οι σκηνοθέτες του «Η γη τρέμει «), ο Αλμπέρτο Μοράβια (ο συγγραφέας του «Κομφορμίστα» μεταξύ άλλων) και ο Tinto Brass (από τις τσόντες της «Espresso».Ω ναι, δεν κάνω πλάκα). 
 – «Pueblo Armado» του 1961. Ρεπορτάζ από τη δράση των Επιτροπών Υπεράσπισης της Επανάστασης στην Κούβα, και τη σ’υλληψη οπαδών/ συνεργατών του καθεστώτος Μπατίστα σε μια επαρχία της Κούβας.

– «Far From Vietnam» του 1967. Βασικά εδώ τακιμιάζει με το Γκοντάρ, τον Λελούς, το Ρεναί, τον William Klein( έκθεση με φωτογραφίες του οποίου υπάρχει ΤΩΡΑ στη Θεσσαλονίκη, να πάτε) και την Ανιές Βαρντά σ’ένα φιλμ που σχολιάζει το πώς βλέπει η Δύση , το 1967, τον πόλεμο στο Βιετναμ. Το σχόλιο του Ίβενς είναι ένας βομβαρδισμός του Ανόι…

– «Ο 17ος Παράλληλος» του 1968. Ίσως αν κάποιο έργο του είναι κάπως γνωστό παραέξω να είναι αυτό, ένα δίωρο ρεπορτάζ στα χωριά της μεθορίου Βορείου και Νοτίου Βιετνάμ: η καθημερινή ζωή του λαού που αγωνίζεται κάτω από τις ναπάλμ…

-«The People and their Guns» του 1970. Κοινό ντοκυμανταίρ, με ένα μάτσο Γάλλους κινηματογραφιστές, του αντάρτικου των συντρόφων Πάθετ – Λάο, στο Λάος. Μέσα στη ζούγκλα του Λάος γυρισμένο μιλάμε…

Μετά το ’70 η παραγωγή του Ίβενς αραίωσε, μια και είχε ήδη πατήσει τα 70. Το 1967 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν.

Η σημασία του έργου του Ίβενς νομίζω βρίσκεται τόσο στο θέμα του, όσο και στην τεχνική του. (στο κειμενάκι αυτό σταθήκαμε στο θέμα, περισσότερο από την τεχνική. Ίσως για την τεχνική να επανέλθουμε..). Και μόνο από τα παραπάνω φιλμάκια που αραδιάσαμε, συμπεραίνει κανείς την άγρια όσο και τίμια ζωή που έζησε αυτός ο προδότης της τάξης του φίλος των προλετάριων, που προτίμησε να γερνάει στα λασποτόπια του Λάος και της Κούβας, που πέρασε τη νιότη του στο Μαγνιτογκόρσκ, που ύμνησε την τεχνολογία σαν δύναμη που απελευθερώνει τον άνθρωπο, που κατήγγειλε τη συσσώρευση πλούτου και την εξαθλίωση της φτωχολογιάς. Τα λέγαμε και για τον Gil -Scott Heron: αν δεν ήταν έτσι, σήμερα από παντού θα ακούγαμε για πάρτη του…

Και… Αφού φτάσατε μέχρι εδώ κάτω, για πάρτη σας από την πάρτη μου: ολόκληρο το «Γη της Ισπανίας», το φιλμ που γύρισε ο Ίβενς το 1937 στη Μαδρίτη για τον εμφύλιο. Σκοπός του φίλμ είναι η συγκέντρωση χρημάτων για την αγορά ασθενοφόρων για τη δημοκρατική Ισπανία, μάλιστα μ’αυτό το φιλμ ο Ίβενς περιόδευσε στις ΗΠΑ για αυτό το σκοπό. Αφηγητής είναι ο Όρσον Ουέλς – ο γνωστός – ενώ στο κείμενο συνεργάστηκε ο Έρνεστ Χέμινγουέι. Στο φιλμ, βλέπετε την Πασσιονάρια, τον Χόρχε Ντίαζ (γρ. του ΚΚΙσπανίας) τον ηγέτη του Regimiento Quinto Ενρίκε Λίστερ και βασικά, τον εργάτη, αγρότη, διανοούμενο της Ισπανίας να μάχεται για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αδελφοσύνη (κάπως έτσι περιέγραψε τον Ισπανικό Εμφύλιο ο Andre Malraux). Salud!     

 

EL EJERCITO DEL EBRO
El ejercito del Ebro 
Rum balabum balabum bam bam 
Una noche el rio paso 
Ay Carmela, ay CarmelaY las tropas invasoras 
Rum balabum balabum bam bam 
Buena paliza les dio 
Ay Carmela, ay CarmelaEl furor de los traidores 
Rum balabum balabum bam bam 
Lo descarga su aviacion 
Ay Carmela, ay CarmelaPero nada pueden bombas 
Rum balabum balabum bam bam 
Donde sobra corazon 
Ay Carmela, ay CarmelaContrataques muy rabiosos 
Rum balabum balabum bam bam 
Deberemos resistir 
Ay Carmela, ay Carmela Pero igual que combatimos 
Rum balabum balabum bam bam 
Prometemos resistir 
Ay Carmela, ay Carmela 

Μια κι εδώ πέρα είμαστε, όπως γνωρίζετε, το 5ο Σύνταγμα του Δημοκρατικού Στρατού, και για να μην ξεχνιόμαστε κι ολωσδιόλου, και, βεβαίως χωρίς να θέλω να μπαίνω στα χωράφια των «Ερυθρών Μουσικών Ταξιαρχιών» , και, οπωσδήποτε, αναμένοντας να ξεστραβώσει το γα$@#$%νο το WordPress, αλλά και γιατί από καιρό ήθελα κάπως να μοιραστώ μια εμμονή μου, ορίστε το «Ay Carmela» – ή αλλιώς το «El ejercito del Evro» – ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του Ισπανικού Εμφυλίου , κι ένας ύμνος του Δημοκρατικό Στρατό και του 5ο Συντάγματος.(ύμνος μας!) 

Η στρατιά του ΄Εβρου, για την οποία μιλάμε, προφανώς και δεν πρέπει να παραπέμπει στην Καρωτή, το Κουφοβούνι, τον Προβατώνα κι άλλες τέτοιες ειδυλλιακές ελληνικές γωνιές.Αφορά τον ποταμό Έβρο της Ισπανίας ο οποίος βρίσκεται βορειοανατολικά της χώρας αυτής. Εκεί, το καλοκαίρι του ’38 γράφτηκε ένα από τα πιο ματοβαμμένα επεισόδια του Ισπανικού Εμφυλίου.

Ειδικότερα, οι δημοκρατικοί εξαπέλυσαν επίθεση στις θέσεις των φασιστών στον ποταμό με αντικειμενικό σκοπό να σπάσουν τον αποκλεισμό της δημοκρατικής Καταλωνίας από την υπόλοιπη περιοχή που έλεγχε η Δημοκρατία και να αποκτήσουν το πάνω χέρι στις επιχειρησιακές πρωτοβουλίες. Το καθήκον ανέλαβε το 5ο Σύνταγμα – που ήδη τότε είχε μετονομαστεί σε 5ο Σώμα Στρατού – το οποίο όπως ξέρετε όσοι κυττάξατε δεξιά στην αρχική σελίδα ήταν ο στρατιωτικός σχηματισμός των κομμουνιστών. Ηγέτες του 5ου Σ. , στρατιωτικοί και πολιτικοί, σ’αυτή τη μάχη ήταν ο Enrique Lister και ο Juan Modesto – μέλη κι οι δύο του ΚΚΙ. Από τους φασίστες τη μάχη καθοδήγησαν ο Quepo de Llano και αυτοπροσώπως ο Franco (κάτι που με τη σειρά του αποτελεί επαρκή απόδειξη της σημασίας που είχε για την έκβαση του πολέμου η νίκη της μιας ή της άλλης πλευράς στον Έβρο).

Η μάχη του Έβρου διάρκεσε από τον Ιούλη του ’38 ώς και το Νοέμβρη: οι Δημοκρατικοί προωθήθηκαν με πολύ αίμα κάμποσα χιλιόμετρα μπροστά αλλά τελικά ηττήθηκαν από τα – πρωτοεμφανιζόμενα σε μάχη (και όχι παρελάσεις) – μηχανοκίνητα τάγματα του φασισμού. Στο μεταξύ η Δημοκρατική κυβέρνηση παλλινωδούσε, πήρε απόφαση μαζί με την Επιτροπή Μη Επέμβασης των Αγγλογάλλων «δημοκρατών», να αποχωρήσουν οι Διεθνείς Ταξιαρχίες από το Ισπανικό έδαφος (υποτίθεται υπό τον όρο της αμοιβαιότητας με τους Γερμανούς/Ιταλούς που είχε επιστρατεύσει η άλλη πλευρά), οι φασίστες στις αρχές του ’39 μπήκαν στην Καταλωνία και στη συνέχεια την άνοιξη του ίδου χρόνου οι σοσιαλιστές με τους αναρχικούς σενιάρουν ένα πραξικόπημα ενάντια στην δημοκρατική κυβέρνηση του Negrin, κηρύσουν παράνομο το ΚΚΙσπανίας κι εκλιπαρούν για έλεος το Φράνκο. Ο οποίος, όντως, δείχνει έλεος στους ηγέτες των σοσιαλιστών και αναρχικών, οι τελευταίοι  φεύγουν για Μεξικό και Αγγλία ( μη μου πείτε ότι σοκάρεστε) κι ο ισπανικός λαός πνίγεται για μια ακόμα φορά στο αίμα.

Τώρα, για το τραγούδι. Ο ρυθμός ανήκει σε ένα παραδοσιακό κομμάτι του 19ου αιώνα, στο οποίο ένας καψούρης Σπανιόλος λεμε  απευθύνεται σε μια Καρμέλα.. Δεν μπόρεσα να βρω πότε και πως κι από ποιόν σκαρώθηκαν οι στίχοι αυτοί. Ίσως να είναι «δημοτικό» . Οι επαναστάσεις , το ξέρετε, δημιουργούν τέτοια έξαρση συναισθημάτων που ο καθένας μπορεί να γίνει σε μια στιγμή ποιητής και ζωγράφος και πολεμιστής και όλα.

Βρήκα αρκετές εκδοχές του κομματιού στο YouTube. Μου άρεσε επίσης μια punk εκδοχή – που στο παρά πέντε δεν ανέβασα . Πρώτον γιατί, επειδή εγώ είμαι γκαραζιέρης, δεν σημαίνει πως πρέπει να θάψουμε και την ιστορική συγκυρία που γέννησε αυτό το κομμάτι (αν και από μόνη της η πιο σύγχρονη εκτέλεση ,σαν μορφή και σημειολογικά μιλώντας, υπογραμμίζει την επικαιρότητα του αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο, νομίζω). (αλλά πάλι η σημειολογία είναι μια αστική επιστήμη.)

Και δεύτερον γιατί, όπως καλά γνωρίζετε, δόγμα αυτού του μπλογκ είναι πως τα πάντα μπορείς να τα διηγηθείς πιο όμορφα και πειστικά αν έχεις γυναίκες και όπλα.(Γκοντάρ,Ταραντίνο, Cramps,Νικολαϊδης, Regimiento Cinqo, μια μακρά αλυσσίδα , καταλαβαίνετε…..) 

 Υπάρχει ένα σύνθημα του γαλλικού Μάη: «Φίλησε την αγάπη σου χωρίς ν’αφήνεις τ’όπλο σου».

Πώς δένεται λέω η ζωή κι η αξιοπρέπεια  με τον αγώνα για τη ζωή και την αξιοπρέπεια.Γι’αυτό και κάπως με συγκίνησε τελικά περισσότερο η εκδοχή με το βιντεάκι που βλέπετε, μια και οι επαναστάσεις, και τότε και τώρα και πάντα, γίνονται από κανονικούς ανθρώπους, με τις εμπειρίες τους, τις επιθυμίες τους, τα λάθη και τα σωστά τους, τις αναπτυγμένες και όχι και τόσο αναπτυγμένες πολιτικές συνειδήσεις..        

Ένα βασικό ζήτημα που αντιμετωπίζει η μαρξιστική θεωρία αφορά στις πλευρές του κρατικού φαινομένου. Συνολικά στην έννοια του «Κράτους». Και το πρόβλημα θεωρητικά, έχει να κάνει με την ιστορική «μοίρα» του κράτους, με άλλα λόγια το μαρασμό του κράτους που, σταδιακά και όχι άμεσα, πρόκειται να δρομολογηθεί μετά την κατάληψη της εξουσίας από το προλεταριάτο. Στο «Κράτος και Επανάσταση» ο Λένιν χαρακτηρίζει το κράτος της διχτατορίας του προλεταριάτου σαν «κράτος -μη κράτος», με αποστολή την οργάνωση του μαρασμού του. Είναι μια κωδικοποίηση της αντίληψης του Μαρξ για τη διχτατορία του προλεταριάτου – στα χρόνια μετά την Κομμούνα του 1871, όταν και ο τελευταίος βάθυνε περισσότερο στη θεωρία του κράτους της εργατικής τάξης: πρόκειται για » μια πολιτική μορφή απόλυτα δεκτική επέκτασης ενώ οι μέχρι τώρα μορφές διακυβέρνησης βασίζονταν στην καταστολή. Ιδού το πραγματικό μυστικό της: ήταν μια πραγματική κυβέρνηση της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα της ταξικής πάλης των παραγωγών ενάντια στην τάξη αυτών που ιδιοποιούνται την εργασία τους, μια πολιτική μορφή που θα καθιστούσε επιτέλους δυνατή την οικονομική χειραφέτηση της εργασίας» («Για την Κομμούνα»). Το κοινό σημείο στις δυο παραπάνω διατυπώσεις είναι η μορφή «δεκτική επέκτασης» και το «κράτος – μη κράτος»: δηλαδή και οι δύο δέχονται τον διαλεχτικό – και όχι νομικό -ορισμό του κρατικού φαινομένου της εργατικής εξουσίας, το οποίο «προορίζεται» να αυτομετασχηματίζεται μέχρι τον οριστικό του μαρασμό.

Αυτή η συζήτηση βέβαια, κρατάει χρόνια. Ήδη από την νίκη της Οκτωβριανής Επανάστασης και αποτελεί, νομίζω, και την καρδιά κάθε προβληματικής στη μαρξιστική θεωρία: μ’απλά λόγια, την πήραμε την εξουσία, τί κάνουμε τώρα;

Τομή στην μαρξιστική θεωρία του Κράτους αποτέλεσε βέβαια το «Κράτος κι Επανάσταση» του Λένιν. Και είναι τομή γιατί ξεκαθαρίζει πως η περίοδος της διχτατορίας του προλεταριάτου (ΔΠ) αφορά μια «ιστορική περίοδο», μια εποχή. Κάτι που απαντά θεωρητικά στα πρώτα ζητήματα που συνάντησε η νέα εργατική εξουσία στην ΕΣΣΔ και , την ίδια στιγμή, ανοίγει μέτωπο σε μια σειρά άλλες αντιλήψεις που αντιμετώπιζαν την έννοια του «μαρασμού» του κρατικού φαινομένου  δογματικά – μ’άλλα λόγια ότι ήταν ζήτημα μηνών ο μαρασμός της ΔΠ και η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Χρήσιμο, για να κατανοήσει κανείς το περιεχόμενο της «ιστορικής περιόδου» αυτής , είναι να μελετήσει μια μπροσούρα του Λ. η οποία δημοσιεύτηκε στην Πράβντα δυο χρόνια περίπου μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση: «Η οικονομία και η πολιτική στην περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου», 1919.

Ήδη με την πρώτη παράγραφο της μπροσούρας αυτής ο Λ. ξεκαθαρίζει ότι η «μεταβατική περίοδος» της ΔΠ συνιστά μια περίοδο πάλης ανάμεσα στον καπιταλισμό που πεθαίνει και στον κομμουνισμό που γεννήθηκε μεν αλλά είναι πολύ αδύναμος.Και ξεκαθαρίζει την «αναγκαιότητα» μιας ολόκληρης ιστορικής περιόδου, όταν αναφέρεται στη ΔΠ. Αυτή η περίοδος, δεν είναι χρονικά το ίδο εκταταμένη για κάθε χώρα που έχει νικήσει το προλεταριάτο: εξαρτάται  από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο και στην πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική οικονομία να νικήσει η προλεταριακή επανάσταση, πάλι θα ακολουθήσει τον ίδιο δρόμο – της «μεταβατικής’ ΔΠ – μια και οι βασικές δομές της οικονομίας, οι κοινωνικές δυνάμεις είναι παρόμοιες, και οι όποιες διαφοροποιήσεις θα αφορούν σε δευτερεύοντα ζητήματα.

Το οικονομικό σύστημα της Ρωσίας την περίοδο της ΔΠ εκφράζει » την πάλη των δυνάμεων της εργασίας, ενωμένη σε κομμουνιστικές αρχές στο επίπεδο ενός τεράστιου κράτους που κάνει τα πρώτα της βήματα – την πάλη ενάντια στην μικρή αγροτική παραγωγή και ενάντια στον καπιταλισμό που ακόμα επιμένει κι επίσης ενάντια σ’ότι καινούργιο προκύπτει στη βάση της μικρής αγροτικής παραγωγής». Το σημαντικό εδώ δεν είναι τόσο η  διαπίστωση ότι ο «καπιταλισμός» επιμένει. Το πιο σημαντικό είναι «το νέο» που προκύπτει στη βάση της μικρής αγροτικής παραγωγής. Μ’άλλα λόγια η διαπίστωση που κάνει για την νέα οικονομική βάση της αντεπανάστασης, η οποία εμφανίζεται ΗΔΗ μήνες μετά τη νίκη της επανάστασης.

Στη συνέχεια ο Λένιν δίνει στοιχεία για την παραγωγή στην ως τότε σοβιετική περίοδο: αναφέρει ότι, βάσει των στοιχείων της Λαϊκής Επιτροπής Διατροφής την περίοδο από τον Αύγουστο του 1917 ως τον Αύγουστο του ’18  οι κρατικές προμήθειες σιταριού ανέρχονταν σε 30 εκ. πούτια – η μονάδα μέτρησης που χρησιμοποιούσαν στη Ρωσία. Τον επόμενο χρόνο έφτασε στα 110 εκ. πούτια. Και ήδη από τον Αύγουστο του ’19 μέχρι τον Οκτώβρη οι προμήθειες έφταναν σε 45 εκ. πούτια – την ίδια στιγμή που το αντίστοιχο τρίμηνο του ’18 ήταν 37 εκ.

Πώς χαρακτηρίζει πολιτικά αυτές τις επιτυχίες ο Λένιν;» αργή αλλά σταθερή βελτίωση της κατάστασης από την άποψη της νίκης του κομμουνισμού επί του καπιταλισμού». Και συνεχίζει: «σ’ότι έχει να κάνει με το βασικό οικονομικό ζήτημα της ΔΠ η νίκη του κομμουνισμού επί του καπιταλισμού είναι βέβαια » με δεδομένη την » επιτυχία μας στην ανασυγκρότηση της κοινωνικής οικονομίας» (παραγωγής). Η επίλυση των βασικών επισιτιστικών προβλημάτων του λαού, από τις δυνάμεις της εργασίας κομμουνιστικά οργανωμένες είναι το κριτήριο της νίκης του κομμουνισμού επί του καπιταλισμού σε συνθήκες ΔΠ. Κατ’επέκταση αυτό είναι και το κριτήριο νίκης του κομμουνισμού επί του καπιταλισμού σε κάθε περίοδο της ΔΠ: να βελτιώνεται όλο και περισσότερο η ζωή των εργαζόμενων σαν συνέπεια της κομμουνιστικής οργάνωσης της παραγωγής.

Για να γίνει πιο ξεκάθαρο αυτό -και για να γίνει ξεκάθαρο και που το πάω δηλαδή – ο Λένιν παρουσιάζει στη συνέχεια στοιχεία από το Κεντρικό Στατιστικό Συμβούλιο της ΕΣΣΔ από τα οποία φαίνεται ότι περίπου η μισή ποσότητα σιταριού με τις οποίες εφοδιάζονται οι πόλεις προκύπτουν από τη δουλειά της Επιτροπής Διατροφής (το δίκτυο δηλ. κρατικών και συνεταιριστικοποιημένων αγροκτημάτων το προϊόν του οποίου διανέμεται από το σοβιετικό κράτος)  και η υπόλοιπη από «κερδοσκόπους». Ή καπιταλιστές.

Μ’άλλα λόγια υπάρχει σε συνθήκες ΔΠ ο τομέας της οικονομίας που λειτουργεί κομμουνιστικά και ο τομέας που λειτουργεί καπιταλιστικά. Σ’ότι έχει να κάνει με τον δεύτερο ο Λένιν κάνει λόγο για τον αγρότη που παράνομα εκμεταλλευόμενος «την ανάγκη και την πείνα του εργάτη της πόλης» κερδοσκοπεί σε βάρος του. «Οποιοσδήποτε κατέχει πλεόνασμα σιταριού και κερδοσκοπεί μ’αυτό είναι εκμεταλλευτής του πεινασμένου εργάτη».

Γιατί είναι σημαντικές αυτές οι διαπιστώσεις; Μα γιατί ο Λένιν δείχνει ότι οι εκμεταλλευτές υπάρχουν και ζούν ζωή χαρισάμενη σε συνθήκες ΔΠ! Η εργατική τάξη νίκησε αλλά όχι ακριβώς… Όχι ακόμα. Υπάρχει ακόμα σημαντικό κομμάτι της οικονομίας στο οποίο αναπαράγονται οι καπιταλιστικές σχέσεις και το οποίο εκμεταλλεύεται τους προλεταριους.

Η επόμενη διαπίστωση είναι εξίσου – και τελικά περισσότερο απ’όλες τις υπόλοιπες – σημαντική: «Οι τάξεις έχουν παραμείνει αλλά την περίοδο της δικτατορίας του προλεταριάτου κάθε τάξη έχει υποστεί αλλαγές κι επίσης έχουν αλλάξει οι σχέσεις μεταξύ των τάξεων. Ο ταξικός αγώνας δεν έχει εξαφανιστεί κάτω από τη ΔΠ: απλά παίρνει διαφορετικές μορφές». Οι καπιταλιστές, και οι γαιοκτήμονες δεν έχουν εξαφανιστεί. Έχουν διεθνή βάση – σαν τμήμα του διεθνούς κεφαλαίου που είναι – (προφανώς δεν εννοεί μόνο την «αλληλεγγύη» των ξένων καπιταλιστών, αλλά και τις επενδύσεις στο εξωτερικό, καταθέσεις σε Τράπεζες του εξωτερικού, συμμετοχή σε πολυεθνικούς ομίλους, εξωτερικές επενδύσεις στη Ρωσία κλπ.). Και συνεχίζει έχουν ακόμα μέσα παραγωγής (και καλά, αυτό πες λύνεται) έχουν ακόμα χρήματα κι έχουν ακόμα «τεράστιες κοινωνικές διασυνδέσεις».Η «τέχνη» της κρατικής, στρατιωτικής και οικονομικής διεύθυνσης τους δίνει τεράστια ανωτερότητα οπότε η σημασία τους είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη του ποσοστού που συνιστούν στον πληθυσμό. Οι δε αγρότες είναι στρώμα ταλαντευόμενο – μια και είναι μικροϊδιοκτήτες, μικροέμποροι, μικροπαραγωγοί.  «Εν’όψει του ότι όλες οι κοινωνικές σχέσεις έχουν σημαντικά διαρραγεί (με την Επανάσταση) , εν’όψει της προσκόλλησης των αγροτών και των μικροαστών με το παλιό τη ρουτίνα και το αμετάβλητο αναπόφευκτα θα τους βρίσκουμε να ταλαντεύονται από εδώ κι από κει να είναι αβέβαιοι κλπ.». Το άρθρο του μεγάλου τελειώνει κάπου εδώ – αρχικός σκοπός ήταν να γράψει κάτι πιο εκτεταμένο αλλά η καθημερινότητα εκείνη την περίοδο, ήταν λίγο ζόρικη όπως φαντάζεστε.

Στα μάτια τα δικά μου, το παραπάνω άρθρο ξεκαθάρισε λίγο όχι απλώς ότι η ταξική πάλη συνεχίζεται και στις συνθήκες της ΔΠ αλλά και το περιεχόμενο της αντίληψης ότι «οι τάξεις επιβιώνουν με διαφορετικές μορφές»: στο πιο πάνω άρθρο ο Λένιν χαρακτηρίζει «εχθρό» της ε.τ. τον κερδοσκόπο αγρότη – ο οποίος μπορεί σαν στρώμα την αμέσως προηγούμενη περίοδο να ήταν και σύμμαχος. Οι μικροϊδιοκτήτες , σαν μη βασική τάξη του καπιταλισμού, άγονται και φέρονται από τη συγκυρία. Μπορεί σε συνθήκες επαναστατικής κρίσης κρίσιμη μάζα τους να έρθει μαζί με την ε.τ. Μετά τη νίκη της επανάστασης μπορεί να βρεθούν απέναντι – κι εδώ δεν αναφέρομαι κατ’αρχήν  σε αντιπαράθεση με τους κλασσικούς πολιτικούς όρους  – και να είναι «εχθροί του εργάτη της πόλης». Η νέα μορφή της εκμεταλλεύτριας τάξης δεν είναι ίδια με της παλιάς: σ’αυτή τη συγκυρία το ότι ο αγρότης που κερδοσκοπεί δεν φοράει μονόκλ και δεν έχει κότερο δεν σημαίνει – αν θέλουμε επιστημονικά να στεκόμαστε στα φαινόμενα – ότι δεν είναι εκμεταλλευτής. Που πρέπει να βγεί στην άκρη..Άσε που και οι παλιοί καπιταλιστές, ο κρατικός/υπαλληλικός μηχανισμός τους κλπ. ούτε αδρανής μένει ούτε και εξαϋλώνεται είτε βιολογικά είτε οι αντιλήψεις τους (η αντίδραση στις αλλαγές που σημείωνε..). 

Το επόμενο ζήτημα λοιπόν – που τελικά αγγίζει το χαρακτήρα της ΔΠ – είναι: πολιτικά αυτές οι καπιταλιστικές τάσεις πως εκφράζονται; Πώς εμφανίζονται μέσα στους θεσμούς της ΔΠ; Η ΔΠ , ως κράτος μεταβατικό και με αποστολή την απονέκρωση μπορεί να υπάρξει ή μπαίνει σε προτεραιότητα η κατασταλτική της λειτουργία ενάντια στο παλιό; Και ποιος τη βάζει μπροστά; Το Κόμμα; Και πώς μπορεί άραγε το Κόμμα να μένει «μονολιθικό» και προσηλωμένο σε τέτοια καθήκοντα; 

(πολύ μεγάλο μου βγήκε, το κόβω εδώ κι επανέρχομαι)..           

Είναι τον τελευταίο καιρό μια περίεργη συζήτηση που πιάνουν τ’αυτιά μου κι έχει να κάνει με τη σάτιρα. Και βασικά τον Λαζόπουλο. Η οποία ξεκινάει, βεβαίως, από το ότι ο Λ.Λ. σαρώνει στις θεαματικότητες. Κάτι που φαίνεται να ενοχλεί. Διάφορους που ζηλεύουν αυτά τα νούμερα, κατ’αρχήν. Και κάποιους οι οποίοι γίνονται στόχος αυτής της σάτιρας (λογικό κι αυτό). Και, τέλος, κάποιους που θα προτιμούσαν, μάλλον, η σάτιρα του ΛΛ να είναι «αλλιώς»: ίσως να μη χτυπάει σε κέντρα εξουσίας, ίσως να μη χαρακηρίζει τους κουκουλοφόρους «ασφαλίτες», ίσως να μη στρέφεται ενάντια στους κατοίκους των Ζωνιανών π.χ. οι οποίοι «έκαναν τα στραβά μάτια» στην εκεί κατάσταση κλπ. Το χειρότερο δε είναι ότι άνοιξε και μια κουβέντα σχετικά με τα όρια της σάτιρας και πού θα πρέπει να στρέφεται.Πώς θα πρέπει να είναι. [ ξέρετε: αποφασίζωμεν και διατάσσωμεν θα γελάτε μόνο μ’αυτά και όχι μ’εκείνα] Διότι, σου λέει, αν από τη μία έχουμε την Πάνια π.χ. που ξεχαρβαλώνει διάφορους φουκαράδες για να χαζογελάν του 8ωρου οι πεσόντες (και διάφοροι επίσης εστέτ που νομίζουν ότι με το να λεν καλά λόγια για την κρεαταγορά της Πάνια γίνονται λαϊκοί – σκατά στα μούτρα τους), έχουμε από την άλλη το Λάκη που, όπως σωστά νομίζω είχε σημειώσει στην Ελευθεροτυπία ο Γ.Ξανθούλης , είναι μια ομάδα μόνος του, χορεύει, τραγουδάει, παρλάρει και έχει ρεύμα..

Το γιατί έχει ρεύμα είναι το ζήτημα. Και η κουβέντα εξηγείται απ’τ’ότι αυτό το ρεύμα πρέπει να κοπεί, να ραφεί, να λειανθεί, να μπει σε κουτάκια και να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη.Γιατί πρέπει να μάθουμε, απ’ό,τι φαίνεται να γελάμε με άλλα πράγματα. 

Θυμάστε το «Όνομα του Ρόδου»; (του Έκο, ως βιβλίο. Αλλά και η ταινία του Ζαν Ζακ Ανό, με το Σων Κόννερυ ήταν πολύ καλή, γενικώς ότι από τα δύο πήρε το μάτι σας μέσα είστε). Ανάμεσα στα άλλα που αφορούσε, το έργο ήταν ένας ύμνος στο γέλιο. Το γέλιο ως άρνηση των θεσμών. 

Δηλαδή να εξηγήσω. Στο Όνομα του Ρόδου, γίνονται μια σειρά φόνοι σε ένα απομονωμένο μοναστήρι στα χρόνια του ύστερου Μεσαίωνα (έχει μια σημασία αυτό το «ύστερος»..). Το τρομερό μυστικό που κρύβεται πίσω από αυτά τα εγκλήματα είναι η ανάγνωση από κάποιους μοναχούς ορισμένων σελίδων από ένα σύγγραμμα του Αριστοτέλη, το οποίο αφορά στην κωμωδία, και τη σάτιρα και τον τρόπο που η τελευταία «προκαλώντας την ευχαρίστηση του αστείου, αποβλέπει στην κάθαρση».Σημειώνει μάλιστα ο Αριστοτέλης πως δεν είναι τυχαίο ότι μόνο ο άνθρωπος απ’ όλα τα πλάσματα γελάει.

Όλα τούτα συνιστούσαν έγκλημα να τα μελετάει ένας μοναχός – μην ξεχνάτε ότι εκείνα τα χρόνια οι μοναχοί ήταν οι οργανικοί διανοούμενοι των κυρίαρχων τάξεων, η απόλυτη ελίτ της γνώσης. Διότι με το γέλιο χάνεται ο σεβασμός. Εξισώνεται ο ανώτερος με τον κατώτερο, με την κίνηση της εξίσωσης να είναι καθοδική: ο – συμβατικά μιλάμε πάντα -κατώτερος κάνοντας πλάκα, μ’οποιονδήποτε τρόπο (μίμηση, χυδαιολογία, θεατρική πράξη, απλό ανέκδοτο κλπ.) με τον ανώτερο τον φέρνει στα ίσα. Ουσιαστικά τον αμφισβητεί. Προφανώς και η αμφισβήτηση από μόνη της δεν φτάνει για να φέρει τούμπα κάποια πράγματα. Χρειάζεται να μεσολαβήσουν άλλοι μηχανισμοί για να μετατραπεί σε πολιτική, και τελικά επαναστατική, συνείδηση η αυθόρμητη αρχική αμφισβήτηση. Δεν παύει όμως να είναι ένα ξεκίνημα. Το οποίο αν καναλιζαριστεί ή καλουπωθεί σε ορισμένα στερεότυπα θα παραμείνει ακίνδυνο.Γι’αυτό εξάλλου και από τα αρχαία χρόνια οι άρχοντες, κάθε λογής, φρόντιζαν για τον «πολιτισμό» των από κάτω.      

Για να μη χαθούμε, να τελειώνω λίγο με το παράδειγμα του Έκο: επειδή λοιπόν η αμφισβήτηση του γέλιου μπορεί να φτάσει σε αμφισβήτηση συνολικά του συστήματος αξιών -οι οποίες βέβαια δεν φυτρώνουν στο χώμα αλλά καλλιεργούνται μεθοδικά από τους κυρίαρχους – κι επειδή σήμερα μπορεί να μαθαίνουμε ότι το γέλιο είναι αθώο, αύριο να κοροϊδεύουμε τους μοναχούς , μεθαύριο να διακηρύξουμε ότι δεν υπάρχει θεός κι ύστερα ίσως να μπουκάρουμε με τα σπαθιά να κάψουμε τα μοναστήρια, πρέπει, κατά τη γνώμη του δολοφόνου του Έκο να πεθάνουν όσοι προσεγγίζουν αυτή τη γνώση. Τη γνώση της σημασίας του γέλιου , εννοείται.Και βέβαια, στο τέλος του βιβλίου το μυστηριώδες αυτό μοναστήρι παίρνει φωτιά όπου χιλιάδες τόμοι γνώσης καίγονται προκειμένου να μην κινδυνεύσει, κατ’ελάχιστο, η διανοητική πρωτοκαθεδρία του ιερατείου…

Ακραία κάπως τα συμβάντα του βιβλίου αλλά το νόημα σαφές. Η γνώση είναι δύναμη. Και η αμφισβήτηση δυνάμει επαναστατική. Και το γέλιο, κάτι ακριβό, μια και πρέπει να ξεσκεπάζει συναισθήματα και να απελευθερώνει σκέψεις [ να γιατί πιστεύω ότι η εκπομπή της Πάνια είναι φασιστική: σε βάζει να γελάς με τον κατώτερο. Την ανάγκη σου να εκτονωθείς και να ξεσκάσεις στην σπρώχνει σε μια κατεύθυνση που όχι μόνο δεν σε απελευθερώνει αλλά σε αναγκάζει να κυττάξεις ακόμα πιο χαμηλά. Το όποιο, ξέσπασμά σου, έχει να κάνει με τ’ότι καταλαβαίνεις πως υπάρχουν άνθρωποι πιο κάτω από εσένα. Κι όχι να ψαχτείς ότι η δική σου κατάσταση χρειάζεται να έρθει τούμπα συθέμελα, έστω να γίνει λίγο καλύτερη].

Πάμε λοιπόν στο ΛΛ. Από πριν λέμε, το αντικειμενικό είναι ότι παράγει γέλιο. Και πριν πάμε στο ότι σατιρίζει την εξουσία, ας σταθούμε λίγο στη σάτιρα ορισμένων λιγότερο ή και καθόλου σημαντικών περιπτώσεων: την κα Ρούλα ας πούμε. Ή τον Γαλάτη ξερωγώ.. Μα γιατί, έλεγε προχτές βράδυ στην εκπομπή του ο Τριανταφυλλόπουλος,θά ‘πρεπε να στέκεται στην κα Ρούλα; Δεν ασκεί και καμιά εξουσία δα η γυναίκα.. [ στην προχτεσινή μνημειακή εκπομπή δε, την ίδια άποψη μοιράζονταν ο Κακέτσης, η Σαρρή, ο ταξίαρχος Λεβένταγας κλπ. Το καταγράφω απλά.]

Ανάποδα το ερώτημα: γιατί οι άλλοι ασχολούνται με την κα Ρούλα; Γιατί τα μεσημεριανάδικα την «παίζουν»; Γιατί ακόμα και βραδινά δελτία ασχολούνται μαζί της; Κι επίσης, γιατί τόσος (όσος) κόσμος παρακολουθεί αυτές τις εκπομπές; Θέλω να πω ποιος και γιατί έχει κάνει δημόσιο πρόσωπο την κάθε κα Ρούλα; Ποιος και γιατί θέλει , το κομμάτι αυτό του πληθυσμού που βλέπει τέτοιες εκπομπές, να ασχολείται με μια μάλλον τετριμμένη περίπτωση γεροντοκαψούρας; Ποιον συμφέρει κυρία μου να αποβλακώνεται ο κοσμάκης;

Μήπως η σάτιρα τέτοιων προσώπων ενοχλεί τελικά γιατί, ως σάτιρα, αποκαλύπτει ακριβώς το μηχανισμό που κάνει το μυαλουδάκι μας πουρέ; Βλέπω ας πούμε το Λάκη: σε αντίθεση με τη σοβαροφάνεια (και είμαι απόλυτα ακριβής στη λέξη. Αλλιώς θα έλεγα είτε «σοβαρότητα» είτε «ειρωνία», που δεν ισχύουν ούτε τό’να ούτε τ’άλλο)  που παρουσιάζουν οι «κανονικοί» δημοσιογράφοι τέτοιου είδους ζητήματα ο ΛΛ τα παρουσιάζει ως απολύτως γελοία που είναι. Δεν «συμπονά» την κα Ρούλα που κλαίγεται – όπως θα έκανε η Πάνια ή η Δρούζα ξερωγώ. Γελάει μαζί της. Και γελάς κι εσύ. Και ίσως κάπου να βάλεις και το μυαλό σου να δουλέψει και να πεις ρε φίλε εδώ μιλάμε μας παίζουνε χοντρό δούλεμα..

Να γιατί πιστεύω ότι η κουβέντα που αναφέρεται στο «καθώς πρέπει» της σάτιρας είναι αποπροσανατολιστική. Και όχι μόνο, αλλά ύποπτη. Διότι όπως είπαμε το γέλιο είναι σοβαρή υπόθεση: ξεσπάς, έρχεται δηλαδή στην επιφάνεια, κάτι που έχεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου ακατέργαστο. Θεωρείς π.χ. ότι ο πρωθυπουργός κι οι υπουργοί είναι διεφθαρμένοι ή ανίκανοι: έρχεται ένας Μητσικώστας ας πούμε (έχω πιο πρόχειρο δικό του παράδειγμα) και σου βγάζει τον Καραμανλή να τρώει σάντουϊτς όλη την ώρα ή τον ΓΑΠ να μιλάει Αμερικάνικα. Ο ανομολόγητος συνειρμός σου επιβεβαιώνεται: ο Καρμανλής είναι «λίγος» δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματά σου( μας) ο δε Παπανδρέου είναι «αμερικανάκι». Άριστα 10 στον σατιρικό καλλιτέχνη. Αντίστοιχα για το Λάκη.

Γιατί ξέρετε με τη σάτιρα και το γέλιο παίζει αυτό ακριβώς: θα γελάσεις αν υπάρχει κοινός τόπος. Αν δηλαδή αυτό που σε τσιγκλάει από κάτω εφαρμόζει με την πλάκα που γίνεται. Μ’αλλα λόγια το αστείο είναι πετυχημένο ΜΟΝΟ αν είναι αληθινό. Αν αυτή είναι η κοινή αίσθηση. Η οποία κοινή αίσθηση γενικά μένει χαντακωμένη για τους πολιτικούς αναλυτές και τους μηχανισμούς της εξουσίας κάτω από την έννοια «κοινή γνώμη» ή , προσφάτως, «σιωπηλή πλειοψηφία». Η οποία σιωπηλή γίνεται φωναχτή, τρανταχτή μάλιστα όταν της ελευθερώνει τη φωνή η σάτιρα. Τί νομίζετε αυτός που έβγαλε το «Ένα γέλιο θα τους θάψει» δεν ήξερε τί έκανε;

Με το ΛΛ λοιπόν.Κάτω τα χέρια ρε!  Δεν ξέρω το άτομο τί θεο πιστεύει, κι αν αύριο το γυρίσει το δίσκο. Είναι όμως σε πλήρη αρμονία με το λαϊκό αίσθημα σήμερις και είναι τίμιος απέναντι στον κοσμάκη για πάρτη του οποίου, στο «Αλ Τσαντίρι», χοροπηδά, τραγουδά, πέφτει και ξανασηκώνεται σαν αρκουδιάρης. 

Είναι τυπάδες οι αρκουδιάρηδες: πιο λαό δεν έχει..